Η νέα ταινία του Κένεθ Μπράνα, υποψήφια φέτος για επτά Όσκαρ, είναι -κυρίως- μια ιστορία μνήμης· αλλά όχι μιας μίζερης μνήμης. Της γειτονιάς, των παιδικών σκέψεων, των σπιτιών που γίνονται στην ασπρόμαυρή τους εκδοχή «μαγεία» κι ας παραδίπλα ο εφιάλτης ξεσπά.

Στο τέλος ο καθένας επιστρέφει εκεί όπου πάντα ανήκε -αν και ενήλικας-, εκεί που τα αντισώματά του μικραίνουν και οι αισθήσεις μακρηγορούν ή όπου η αγκαλιά είναι βέβαιη και δεν ζητάει αντάλλαγμα στην καθωσπρέπει ερώτηση του «αν γίνεται» – γιατί πάντα γίνεται. Στο τέλος ο καθένας (μας) επιστρέφει στη γειτονιά του: Στους φίλους του, στα παιδικά του χώματα, στο δωμάτιο που έπαιζε με ξύλινα στρατιωτάκια, στα μηχανάκια και στα τραυματισμένα γόνατα, στην κουζίνα που είχε βάλει το δάχτυλο μέσα στην κατσαρόλα για μια κλεμμένη κουταλιά σοκολατίνα πριν από την πρώτη τσιρίδα τού «μην το ξανακάνεις ποτέ αυτό!», στο αυτονόητο «σ’ αγαπώ» που δεν αντιγυρίζει κανένα «αγάπα με κι εσύ!» ή σ’ ένα πορτοκαλί μαγιό που είχες βγάλει πριν βουτήξεις για πρώτη φορά γυμνός στο νερό της θάλασσας και πιεις αλάτι απ’ τα ρουθούνια. 

Παρακολουθώντας κανείς το «Μπελφαστ» και (ξανα) λατρεύοντας τον Τζέιμι Ντόρναν μετά τον ψυχοπαθή δολοφόνο του «The fall», γίνεσαι το μελό που απευχόσουν· στα ποτάμια της πιο εξιδανικευμένης σου μνήμης. 

Και σκέφτεσαι για τον εαυτό σου πως τις περισσότερες φορές όλοι οι άλλοι παραπονιούνται. Κι έχουν δίκιο να λένε πως δεν είσαι πια εκεί όταν σε χρειάζονται -«πού είσαι, επιτέλους;»-, πως σ’ έφαγαν οι δουλειές, η καριέρα, τα λεφτά, τα τρεχάματα από το φροντιστήριο στο σπίτι στο σχολείο στο γραφείο στην τραπεζαρία για το δείπνο κι έπειτα στο κρεβάτι («νεκρός» πια) για εξάωρο βραδινό ύπνο και κανένα όνειρο – γιατί και το όνειρο πρέπει να βρει ανοιχτό το παράθυρο για να ‘ρθει και να ντυθεί με ιστορίες κουρνιάζοντας. «Στο τέλος της μέρας, τι θα μείνει;», σκέφτεσαι. Μα, απάντηση δεν παίρνεις – από πού να πάρεις; Απ’ το σινεμά; 

Αρκεί ένα οικείο βλέμμα της Τζούντι Ντεντς, ένα «αχ», δυο μάτια που κοιτάνε κατευθείαν στα απέναντι και δέκα δάχτυλα έτοιμα να σφίξουν ένα άλλο σώμα, για να εννοήσεις πως τίποτα δεν είναι απάτη, πως η κυτταρική μνήμη μπορεί να γίνεται απαραίτητη ενίοτε και καθόλου μόνη όταν ενώνεται με τις σιωπές· και πως μπορεί να κραυγάζει σε μια σκοτεινή αίθουσα. Πως το παιχνίδι ακόμη παίζεται. Δύσθυμα μεν, μα παίζεται.     

Αυτός είναι ο ρόλος του «Μπέλφαστ»: Να σε επαναφέρει. 

Γιατί σε κάνει να θυμάσαι δικές σου πόλεις, δικές σου ταραχές και φωτιές σε δρόμους, ανθρώπους, γεφύρια, χρώματα και σπίτια από χωριά και πόλεις «φαντάσματα» πια. Μια βαλίτσα, μια εκδρομή, ένα ζευγάρι κλειδιά. «Πώς γίναμε έτσι; Πώς ενωθήκαμε με τα σκυλιά και λουφάξαμε;». Ποιος είσαι; Και τώρα; Τώρα τι; Απροειδοποίητα ανέστησες τη φυγή που κάποτε σε οδηγούσε στο άγνωστο μόνο;

 

Η ταινία του Μπράνα είναι και μια ταινία για την παράνοια, για τον διχασμό, το εμφύλιο μίσος, το χάος που φέρνουν στις ανθρώπινες ζωές τα ιδεολογήματα. Αλλά, όλα αυτά τα τραγικά ιστορικά γεγονότα, με την ματιά του μικρού αγοριού-πρωταγωνιστή, του 9χρονου Τζουντ Χιλ (ως μια παραλλαγή του Μπίλι Έλιοτ, χωρίς ωστόσο να παραλληλίζονται). Γι’ αυτό και ευφυές. 

Κι έλεγα το ίδιο βράδυ, σ’ αυτή τη βουτιά και της δικής μου ασπρόμαυρης μνήμης, τι ωραία που θα ‘ταν αν όλοι συνειδητοποιούσαμε πως είμαστε εν δυνάμει νεκροί – ένα αυτοκίνητο να περάσει ξυστά από τα πόδια σου και να σε ρίξει στο μπετόν, ούτε αγωνία, ούτε αύριο, ούτε κόμπλεξ και περιττές κραυγές, ούτε άλλος φόβος. Ξαφνικά, κάτι βαρύ, ή μια ταινία που ξεκινούσε χωρίς νόημα, ίσως σε κάνει να συνειδητοποιήσεις πού είναι ο πραγματικός χρόνος και πού ο φτιαχτός, πού ο ρεαλιστικός και πού ο μη πραγματικός (αν και είν’ ωραίο να περιπλέκονται όπως στο «Μπέλφαστ»), πως οι βρασμένες θεωρίες που παπαγάλιζες στο σχολείο δεν έχουν καμία εφαρμογή στην πραγματική ζωή και πώς όλα είναι συγκυρίες. Ή αποτέλεσμα σωστού timing. Ή επιλεκτικής μοναξιάς. Σαν τα στόματα που έχουμε όλοι, μα όλα είναι διαφορετικά.

Αν υπάρχει μια ψευδαίσθηση του μυαλού και της θύμησης στην οποία καταφεύγουν συνήθως οι ηλικιωμένοι, είναι πως έζησαν καλά. Ανίκανοι συνήθως να παραδεχτούν πως κάπου το πράγμα στράβωσε, πως κάπου πήγε λάθος μέσα στα χρόνια και σαραβαλιάστηκε. Εξιδανικεύουν τη λάσπη και κοιτάνε το ποταμόπλοιο ως κρουαζιερόπλοιο, μη μπορώντας να καταλάβουν πως η γαλήνη της καρδιάς που επιδιώκουν δεν είναι συναισθηματική τεχνική· ποτέ δεν ήταν, άλλωστε. Ήταν ανέκαθεν μια απόφαση που συνήθως δεν είχαν την τόλμη να πάρουν νεότεροι. 

Μόλις το «Μπέλφαστ» ξεκινήσει να προβάλλεται και στις κυπριακές αίθουσες (ή αν ήδη «ανέβηκε» σε κάποια πλατφόρμα), σπεύσατε· θα ‘ναι ένα μεγάλο δώρο στον εαυτό σας. Το αξίζει, αν μη τι άλλο, το μικρό εκείνο παιδί που κάποτε νόμιζε τα γκέτο των «από εκεί» και των «από εδώ» για παιχνίδι με «κλέφτες κι αστυνόμους». 

xatzigeorgiou@yahoo.com

Ελεύθερα, 20.2.2022.