Στις 2 Μαρτίου συμπληρώθηκαν τρία χρόνια από τον ξαφνικό θάνατο του κορυφαίου Έλληνα φωτορεπόρτερ, του μοναδικού βραβευμένου με Πούλιτζερ – που σήμερα, είναι βέβαιο, θα βρισκόταν στην Ουκρανία, στην «πρώτη γραμμή», για άλλη μια φορά υποψήφιος «ήρωας». Όσα είχαμε πει στην τελευταία μας κουβέντα, πιο επίκαιρα από ποτέ.
Η εικόνα του Γιάννη στα γραφεία του «Reuters», στην οδό Σταδίου της Αθήνας, εκεί που τον είχα συναντήσει, ήταν «κανονική»· ένας άνθρωπος με καθαρά γαλάζια μάτια (που σε «σκάναραν» από το πρώτο λεπτό, σαν τον ήχο απ’ τα κλικ της μηχανής του), ο οποίος θα μπορούσε να είναι υπάλληλος σε κάποιο γραφείο, να ζούσε από μία απλή καθημερινή δουλειά, να γευμάτιζε κάθε μεσημέρι με τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Υπήρχαν, όμως, δύο ράμματα στο πρόσωπό του (που δεν φαίνονταν πολύ καλά με την πρώτη ματιά) που «πρόδιδαν» ότι ίσως κάτι και να του συνέβη· κάτι κακό. Πάντως -σίγουρα- όχι ένα ακόμη αποτέλεσμα πολέμου (κάποιος από τους δεκάδες που έχει καλύψει), ένας μεγάλος κίνδυνος που «πέρασε» στη φωτογραφική του μηχανή, ένα θαυματουργό άλμα πριν περάσει ξυστά και -παραλίγο- κόψει το νήμα της δικής του ζωής. «Για να κάνεις μία τέτοια δουλειά πρέπει να το θέλει η ψυχή σου, αλλιώς υπάρχουν χιλιάδες άλλα πράγματα που μπορείς να επιδιώξεις για να επιβιώσεις. Έχω μείνει ακόμη και τέσσερα 24ωρα άυπνος όταν πήγα για να καλύψω τον δεύτερο πόλεμο στο Ιράκ, στη Σομαλία τρεφόμουν με γκρέιπφρουτ για οκτώ μέρες επειδή είχα αποκλειστεί από τις εμπόλεμες πλευρές και δεν είχα τι να φάω, στην έρημο του Ιράκ προσπαθούσα να κοιμηθώ κάτω από το τζιπ μου για μία εβδομάδα και σκεφτόμουν “τώρα θα με βρουν και θα με σκοτώσουν, όπου να ‘ναι θα πεθάνω”, έκανα μέρες να μιλήσω με τους δικούς μου ανθρώπους, με τη γυναίκα μου και το παιδί μου, επειδή αυτό δεν ήταν εφικτό από τις τηλεπικοινωνίες. Δεν είναι αστεία πράγματα να καλύπτεις μία σύρραξη. Όταν ξεκίνησα αυτή τη δουλειά την έκανα γιατί με ενθουσίαζε η περιπέτεια, επειδή δεν ήθελα να φοράω κουστούμια, και γιατί δεν ήθελα να ξυπνώ πολύ πρωί. Το τελευταίο δεν το κατάφερα, αλλά -τουλάχιστον- υπήρξα τυχερός στα δύο πρώτα».
Το 1988 ο Γιάννης είχε προσληφθεί στο Reuters του Λονδίνου και τον επόμενο χρόνο γύρισε στην Ελλάδα όπου ανέλαβε επικεφαλής του φωτογραφικού τμήματος στην Αθήνα, «ζώντας» με τη μηχανή του όλες τις πολεμικές συρράξεις των τελευταίων ετών: Κροατία, Βοσνία, Κόσοβο, Τσετσενία, Λίβανο, Αφγανιστάν, Ιράκ, Κουρδιστάν, Παλαιστίνη, Περσία, Κασμίρ – ένας μακρύς κατάλογος περιοχών που ούτε καν ο ίδιος θυμόταν όταν συναντηθήκαμε. «Τον κίνδυνο της ζωής άργησα να τον καταλάβω. Μπορεί να ήταν ένα επαγγελματικό παιχνίδι μέχρι τότε, όλο αυτό που ζούσα, μία περιπέτεια από αυτές που βλέπουμε στα σινεμά τρώγοντας ποπ κορν. Αυτό συνέβη στη Σιέρα Λεόνε το 2000. Περνούσαμε με το τζιπ δίπλα από τη ζούγκλα, μας απέκλεισαν οι αντιμαχόμενες πλευρές, ξεκίνησε μία “καταιγίδα” από σφαίρες πάνω απ’ τα κεφάλια μας, και είπα στον οδηγό να πατήσει γκάζι για να ξεφύγουμε. Τον έπιασα από τον ώμο γιατί δεν μ’ άκουγε. Νεκρός. Γυρνάω στο στρατιώτη που ήταν μαζί μου. Νεκρός κι αυτός. Νεκρός και ο άλλος που καθόταν δίπλα του. Άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα στη ζούγκλα. Έβαλα λάσπη στο πρόσωπο, ξάπλωσα, και περίμενα. Άκουγα θόρυβο, περνούσαν κάποιοι από μπροστά μου, άλλοι έτρεχαν, πυρά παντού, οβίδες, δεν ήξερα τι γινόταν, δεν έβλεπα. Όταν ησύχασαν τα πράγματα, πήρα τη μηχανή μου, περπάτησα κάποια χιλιόμετρα και ξαναβγήκα στο δρόμο. Έβαλα τη φωτογραφική μηχανή απέναντί μου, και ξεκίνησα να τραβώ φωτογραφίες τον εαυτό μου. Δεν το είχα ξανακάνει. Σαν ενθύμιο, σαν την ανάμνησή μου. Πατούσα τη μηχανή και με φωτογράφιζα. Ήμουν πεπεισμένος ότι κάποιος θα με σκότωνε και ήθελα να αφήσω μία εικόνα μου από τις τελευταίες μου ώρες, κάτι να έχει η γυναίκα μου, η μάνα μου, το παιδί μου. Ήλπιζα κάποιος να βρει τη μηχανή και να την παραδώσει».
Είχε αισθανθεί άβολα, θυμάμαι, όταν του είχα πει ότι υπάρχουν δεκάδες νέοι φωτογράφοι που τον είχαν ως πρότυπο, ότι κάποιος πιτσιρικάς- φοιτητής σε σχολή φωτογραφίας ήθελε να του τον γνωρίσω, ότι ήταν ο μοναδικός Έλληνας φωτογράφος που του απονεμήθηκε -τότε- από το Overseas press club of America το βραβείο για το καλύτερο ξένο ρεπορτάζ στην Αμερική (το πιο σημαντικό βραβείο για ξένους ανταποκριτές στις ΗΠΑ), πως το 2016 τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ, καθώς και με δεκάδες άλλες διεθνείς βραβεύσεις των λήψεών του. «Μερικές φορές αισθάνομαι τύψεις. Όχι τη στιγμή που τραβάω μια φωτογραφία· εκείνη την ώρα δεν καταλαβαίνω τίποτα. Μετά, όταν περάσει λίγη ώρα, ηρεμήσω, και καταλάβω τι “είδα”. Αυτό το αισθάνθηκα π.χ. στο Κόσοβο όταν φωτογράφησα μία οικογένεια με τα μέλη της πεθαμένα. Η συγκεκριμένη φωτογραφία έκανε τον γύρο του κόσμου, δημοσιεύτηκε σε όλες τις μεγάλες εφημερίδες, βραβεύτηκε, αλλά εμένα αυτό δεν μου λέει κάτι. Δεν ήξερα αν η έκφραση ενός πεθαμένου παιδιού “χρησιμεύει” σε κάτι. Με τον καιρό, όμως, κατάλαβα ότι αυτή -η οποιαδήποτε τέτοια εικόνα- είναι το πιο δυνατό “όπλο”, δυνατότερο από οτιδήποτε άλλο, από οποιαδήποτε “κενή”, απελπισμένη ή βαρύγδουπη πολιτική δήλωση. Μόνο αυτή η εικόνα μπορεί να αφυπνίσει συνειδήσεις, να ξυπνήσει τα κοιμισμένα μας μυαλά, να θέσει σε εγρήγορση τον απλό καθημερινό κόσμο που απλά κάθεται στο σπίτι του και διαβάζει μία εφημερίδα. Αυτές οι εικόνες είναι σκληρές -το ξέρω- αλλά έτσι είναι και η ζωή: Σκληρή».
«Αν είναι κάτι που κατάλαβα όλα αυτά τα χρόνια απ’ αυτή τη δουλειά, είναι ότι έμαθα να εκτιμώ τα απλά πράγματα. Ότι το νερό της βρύσης που τρέχει δεν είναι δεδομένο, ούτε το ηλεκτρικό, ούτε η θέρμανση του Χειμώνα. Ότι δεν μπορείς να απαιτείς να πάρεις τα ακριβά παπούτσια ή ότι αυτά σε “στενεύουν” λιγάκι στο δάχτυλο όταν ο άλλος -κάποια χιλιόμετρα μακριά- δεν έχει πόδια. Η γη είναι μια σταλιά. Δίπλα οι άνθρωποι υποφέρουν, πονούν, ουρλιάζουν, τα βλέπουν όλα μαύρα. Δεν γίνεται να έχεις απαιτήσεις μεγαλύτερες στη ζωή, πέρα από την επιβίωση, πέρα από το ότι υπάρχεις. Γιατί η ζωή, η αναπνοή σου, δεν είναι βέβαιη. Ούτε καν για το επόμενο λεπτό…».
Ελεύθερα, 6.3.2022.