Στο πλαίσιο των πρόσφατων εγκαινίων στην Αίθουσα Τέχνης «Marginalia» της έκθεσης της εικαστικού μας Ρέας Μπέιλυ με τη νέα συγκομιδή των έργων της από καρβουνογραφίες και αλεσμένη πέτρα, ελαιογραφίες και υφασματογραφίες, που ανήκουν στα τρία τελευταία χρόνια (2019-2022) της δουλειάς της, παρουσιάστηκε από την υποφαινόμενη και το «Αυτοβιογραφικό βιβλίο Τέχνης», όπως προϊδεάζει τον συγκεντρωτικό τόμο της εικαστικής της δημιουργίας. 

Η έκθεση δανείζεται τον ποιητικό τίτλο «Αγάπη και Πέταγμα» από δύο μεταξύ των 17 τωρινών καλλιτεχνικών της εκθεμάτων, καθώς διεγείρουν αγαπητικά αισθήματα ψυχικής μέθεξης και πηγαίας εγκαρδίωσης, αισθητικής ευφορίας και κατανυκτικής ανάτασης. Ένα φωτεινό ορόσημο, που πυροδοτεί εναύσματα βιωματικής παιδαγωγίας στη διαχρονία των υπαρξιακών αναζητήσεων και μια εύγλωττη επιγραφή παρωθητικών κινήτρων, που σηματοδοτεί εξάλλου τη φιλοσοφία της ζωής της και το απόσταγμα της τέχνης της μέσα από επάλληλους κύκλους δημιουργικής μεταρσίωσης στο συμπαντικό καλλιτεχνικό της γίγνεσθαι. Αυτό που η ίδια ευστόχως συνοψίζει στο εμβληματικό της απόφθεγμα, δίνοντας τον δικό της επιγραμματικό ορισμό για το προαπαιτούμενο της τελεσφόρησης της αληθινής τέχνης: «Τέχνη είναι αγάπη. Δημιουργία είναι αγάπη».  

Μαζί με τους εκλεκτούς παρευρισκόμενους φιλότεχνους στην έκθεση θέλησα να μοιραστώ ακροθιγή, έστω, σημεία και επιλεκτικές επισημάνσεις από τον «Κύκλο Ζωής» της εικαστικής αυτοβιογραφίας της Μπέιλυ, όπως αποτυπώνεται στο ομώνυμο βιβλίο της. Μεταφέρω το κείμενο με ελαφρές διαφοροποιήσεις και συμπληρωματικές προεκτάσεις στο παρόν σημείωμα, προσεγγίζοντας ορισμένες πτυχές των «σκέψεων και εικόνων από την εναρμόνιση των αντιθέτων στην ενόραση», σύμφωνα με την προμετωπίδα της επιμελημένης δίγλωσσης έκδοσης. Η συγκρότηση της οποίας στις 195 σελίδες της πολύχρωμης, ποικιλώνυμης και πολύτροπης μορφοπλαστικής πανδαισίας, μας εξηγεί η αυτοβιογραφούμενη δημιουργός της, χρειάστηκε μιαν πενταετία εκπόνησης. Μικρό έως ελάχιστο, θα λέγαμε, διάστημα, για να χωρέσει τη χρονοβόρα συγκέντρωση, την επίπονη χρονολογική και θεματική συστηματοποίηση με αντίστοιχη αρίθμηση, καθώς και τη λεπτομερή καταγραφή υλικών και διαστάσεων μιας πλειάδας έργων 56 χρόνων αδιάλειπτης άοκνης προσφοράς στα πολιτισμικά μας δρώμενα, που εκτείνεται από το 1964 μέχρι το 2020.

Μια αφοσίωση ενσυνείδητης αποστολής στην υπηρεσία της Τέχνης με το πάθος προπάντων της αεικίνητης έμπνευσης και της επινοητικής ευρηματικότητας του καλλιτέχνη, που υπερβαίνει τεχνοτροπικές συνταγές και τις προηγούμενές του ακόμη διαδρομές  με ζητούμενο την κατάκτηση της προσωπικής  έκφρασης στη βαθύτερη ουσία της αυτοσυνειδησίας της. Μια ανοδική πορεία, όπως σημειολογικά και με εξομολογητικούς τόνους περιγράφει στην εισαγωγή της τα εξελικτικά στάδια μετάβασης από την ανακάλυψη της μορφής στην εικονική  πρόσληψη των συμβολισμών της έως την εμβάθυνση όχι απλώς της ανεικονικής αλλά της πνευματικής υποστασιοποίησης του κόσμου της. Μιας εντέλει ταυτοπροσωπίας τέχνης και ζωής ή καθώς το υπογραμμίζει η ίδια: «Έγινα η τέχνη μου». Και έγινε τόσο με τον ιδιότυπο χρωστήρα των ελαιογραφιών και των ακρυλικών της, συνδυασμένων ενίοτε με πριονίδι και άλλα υλικά, όσο και με την αξιοποίηση της υφαντικής των σπουδών της στο οιονεί εργαστηριακό της υφαντουργείο, συνυφαίνοντας μαλλιά, υφάσματα και φτερά με περίτεχνες βελονιές και λεπταίσθητα κεντίδια. Έργα που τα διαπερνά το φως της κυπριακής φύσης και τα διαπνέει η κίνηση και η διαφάνεια, πολλά μέσα σε κύκλους έντονων χρωματισμών με ανταύγειες και ιριδισμούς αρμονικών αποχρώσεων. Όλα μια αλληγορική συνήχηση της φιλοσοφίας της, που ανάγεται στη μουσική εναρμόνιση των Πυθαγόρειων σφαιρών. 

Εξ ου και στις εισαγωγικές σελίδες, όπως και στις επιλογικές που επιγράφει «Φιλοσοφικές νότες», αναφέρεται στα «ζωγραφικά κονσέρτα» που άρχισε να δίνει από το 2008 σε πανεπιστημιακούς και άλλους πολιτιστικούς χώρους, αποκαλύπτοντας την τελετουργία της γέννησης ενός έργου τέχνης. Συγκεκριμένα τα όριζε ως μια μύηση στη δημιουργική διαδικασία με τη συνέργεια του κύκλου των θεατών στον ρυθμό της, από όπου αναδύεται η μουσική του χρώματος. Αυτά τα ρυθμικά ηχοχρώματα αφουγκραζόμαστε μέσα από τις συνυφάνσεις των καμβάδων στα μεγάλα κρεμαστά της τελάρα, όπως και στις άλλες ζωγραφικές της συνθέσεις. Είναι ενδεικτικοί οι στίχοι της τεχνοκριτικής της ποιητικής και του ποιήματός της υπό την καθολική αρχαιοελληνική έννοια. Αποσπώ τους πρώτους στίχους για τη δραστική δύναμη και τον λυτρωτικό ρόλο της τέχνης, που συνιστά την πεμπτουσία της ανθρωποκεντρικής της έμπρακτης βιοθεωρίας: «Πιστεύω στην τέχνη/ που ανάγει και θεραπεύει/ που αγαπά και εναρμονίζει/ και μας κάνει να νιώθουμε/ άξιοι της Ύπαρξης». Στίχοι που ανακαλούν τους αντίστοιχους Καβαφικούς: «Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,/ που κάπως ξέρεις από φάρμακα·».

Επιχειρώντας μιαν αδρομερή περιήγηση ανάμεσα στους κομβικούς σταθμούς της μακρόχρονης παραγωγικής της ανέλιξης, περνούμε από τα πρώτα έργα της μαθητείας της στις προσωπογραφίες και στα γυμνά έως τις εμπνεύσεις της δικής της αλλά και της πανανθρώπινης μητρότητας, τις ανθρώπινες φιγούρες, τις αυτοπροσωπογραφίες και τη θρησκευτική της θεματολογία μέχρι τις παραστατικές εξεικονίσεις των μεταφυσικών της συμβολισμών. Φτάνουμε ύστερα στις αφηρημένες συλλήψεις μέσα από τη διάχυση σχεδίων και το αέναο στροβίλισμα χρωμάτων μέχρι την κορύφωση της συμμετρικής εναρμόνισης στους πολυφασματικούς κύκλους και στις πολύπτυχες συνθέσεις.    

Ωστόσο, για την τέχνη της Ρέας έχουν μιλήσει και έχουν γράψει τόσοι πολλοί εδώ και στο εξωτερικό με τις γνώσεις και τις προσλαμβάνουσες ο καθένας της δικής του οπτικής ή ενορατικής προσέγγισης. Συμφωνώντας σε τελευταία ανάλυση ότι πρόκειται για έργο αυθεντικής ιδιοπροσωπίας και αείρροης δημιουργικότητας. Τα άρθρα και οι ομιλίες τους σε αποκόμματα εφημερίδων κατατίθενται στις τελευταίες σελίδες. Αξίζει να σημειωθεί ότι πέντε από τα έργα τής έκθεσης, καρποί των δύο τελευταίων χρόνων, εν καιρώ πανδημίας, περιλαμβάνονται στο ενδιαφέρον βιβλίο διαφορετικής πολλαπλής ανάγνωσης.