«Η Ελένη» του Γιάννη Ρίτσου σε σκηνοθεσία Άχιμ Βίλαντ.

Η προηγούμενη φορά που είδα επί σκηνής την «Ελένη» του Γιάννη Ρίτσου ήταν τον Μάιο του 2019, όταν ο Βασίλης Παπαβασιλείου μετακλήθηκε να παρουσιάσει στην Κεντρική Σκηνή του ΘΟΚ τη δική του εκδοχή, η οποία εστιάζει στην ταυτοτική γλώσσα και το παιχνίδι της. Ανυπομονούσα ήδη από τότε να δω μια διαφορετική εκδοχή, ήμουν περίεργος τι θα μου «έλεγε» αυτό το τόσο ανοιχτό σε αναγνώσεις, αλληγορικό κείμενο.

Καθήμενος στον κύκλο των «χαμένων θεατών», γύρω από τη μυστηριώδη τελετουργία που εμπνεύστηκαν ο Άχιμ Βίλαντ και ο Μάριος Ιωάννου, διαπίστωσα μια πιο αποστασιοποιημένη προσέγγιση, με το πεζόμορφο ποίημα να μην επιβάλλεται, να μην απαγγέλλεται αλλά ούτε και να ερμηνεύεται. Ξαπλωμένος σ’ ένα παχύ χαλί, σχεδόν γυμνός, φορώντας μόνο μια πάνα ακράτειας κι ένα τουρμπάνι, φέροντας στον ώμο ένα υφασμάτινο γλυπτό με θηλές που σχεδίασε η Μαρία Λιανού κι έχοντας στη μύτη σωλήνα παροχής οξυγόνου, ο Μάριος Ιωάννου εκφέρει το αρχαιόθεμο ποίημα σχεδόν μηχανικά, ξέπνοα, σαν ξόρκι.

Η Ελένη του είναι ένα διαφυλικό ανθρώπινο ράκος που μοιάζει να στέκει σε μια μεταβαλλόμενη κατάσταση συνείδησης, ή να μετέχει σε μια μυστικιστική τελετή που επιδιώκει να κατευνάσει τη φούρια του πολέμου. Στο έλεος της σωματικής κατάπτωσης, ηττημένη, σε πλήρη αυτοσυνείδηση και υπερβαίνοντας πια τις ανθρώπινες αδυναμίες, απευθύνεται σ’ έναν νεαρό άνδρα, εν προκειμένω σ’ έναν πολιτικό πρόσφυγα από την Ντουάλα του Καμερούν (Έλβις Τέκου).

Η κατάβαση στη λυρική γλώσσα του κειμένου γίνεται πιο αμφίσημα. Η αναγωγή του μύθου στην καθημερινότητα και τούμπαλιν, η διαχείριση του ιστορικού χρόνου και χώρου, μοιάζει με εσωτερική διδασκαλία. Η γλυπτική της μνήμης λειτουργεί παράλληλα με τη συναίσθηση της εποχής. Ο παντοτινός Τρωικός Πόλεμος συναντά την υπαρξιακή αγωνία του θνητού ανθρώπου. Το κύκνειο άσμα της Ελένης, απαύγασμα και άδειασμα της σοφίας μιας πολυτρικυμισμένης ηρωίδας, εκφράζεται αναδρομικά. Όχι σαν συμβουλή, αλλά σαν προίκα και σκυτάλη. Μια ξεπουπουλιασμένη, γηραιά Ευρώπη, έχοντας φτάσει πια «εκείνη την ήμερη αμεροληψία», απευθύνεται στον νέο και εύρωστο μετανάστη που την ακροάζεται με προσοχή και περιέργεια. Έτοιμος να ανταποκριθεί στην υπέρτατη πρόκληση.

Η υπερεκατονταετής αναστοχαζόμενη Ελένη του Ρίτσου είναι ούτως ή άλλως ένα πρόσωπο πέραν του χρόνου και του φύλου. Στην εκδοχή των Βίλαντ και Ιωάννου, σχεδόν ακούς το ανατριχιαστικό τρίξιμο που κάνει το γρανάζι της ιστορίας, καθώς η οδόντωσή του αλλάζει θέση. Ο Μάριος Ιωάννου μοιάζει βγαλμένος από την περιγραφή του Βάλτερ Μπένγιαμιν για τον άγγελο της ιστορίας. Έχει το πρόσωπο στραμμένο στο παρελθόν, συσσωρευμένα ερείπια στα πόδια του, ενώ η θύελλα της προόδου τον ωθεί αναπόδραστα στο μέλλον. Μέσα σ’ αυτή τη θύελλα, λοιπόν, η Ελένη μοιάζει να βαστά στην αγκαλιά της τα θραύσματα ενός κατεκαρματισμένου πολιτισμού, σπαράγματα μνήμης και ονείρων, παραδίδοντας στο καινούριο, ως οφείλει, την ανάμνηση της ελπίδας.

Ο Έλβις Τέκου, ένας άνθρωπος που αναγκάστηκε να αφήσει πίσω του οικογένεια, φίλους, δουλειά και πατρίδα, καλείται να συναρμολογήσει την πραγματικότητα προκειμένου να τη διακρίνει. Να αξιοποιήσει τη μεταλαμπαδευμένη γνώση όχι προκειμένου να συγκρατήσει τη ροή των γεγονότων, πράγμα αδύνατο, αλλά να διαχειριστεί όσο το δυνατόν πιο συνειδητοποιημένα τον τρομακτικό πάταγο της αλλαγής και τη μελαγχολική σιωπή της ματαιότητας. Κι εμείς μαζί του.

Ελεύθερα, 13.3.2022