Η γνωστή ιστορία της Αφροαμερικανίδας ακτιβίστριας Ρόζας Παρκς (1913-2005), που αναδείχθηκε σε σύμβολο καταπολέμησης των φυλετικών διακρίσεων είτε, σύμφωνα με την τιμητική προσωνυμία που της απένειμε το Κογκρέσο των ΗΠΑ ως «η πρώτη κυρία των πολιτικών δικαιωμάτων» και «η μητέρα του κινήματος της ελευθερίας», συνιστά αφ’ εαυτής την περιπετειώδη πλοκή ενός ευφάνταστου μνημειώδους μυθιστορήματος. Εξ ου και πτυχές της ζωής και της δράσης της, όπως αποτυπώνονται στα αυτοβιογραφικά της έργα, ενέπνευσαν όχι μόνο την παραγωγή κινηματογραφικών ή τηλεοπτικών ταινιών και ντοκιμαντέρ, αλλά και τη συγγραφή βιβλίων παιδικής-νεανικής, ιδίως, λογοτεχνίας. Καθότι, η διαχρονική απήχηση του ζωντανού της παραδείγματος δεν θα παύσει να πυροδοτεί το δημιουργικό έναυσμα της τέχνης σε όλες τις εκφάνσεις του πολιτισμού όσο παραμένουν κατάλοιπα συστημικού ρατσισμού, που καθ’ υπέρβαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υποδαυλίζουν την κοινωνική ανισότητα, αναζωπυρώνοντας την αστυνομική βία, όπως συνέβη με την περσινή δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ και τη συνακόλουθη παγκοσμίως μαζική διαμαρτυρία του κινήματος «Βlack Lives Matter».
Ο Νεόφυτος Νεοφυτίδης, προτάσσοντας το εκπαιδευτικό του λειτούργημα έναντι της συγγραφικής καινοτομίας για τα ελληνικά εκδοτικά δεδομένα, καθώς αποτυπώνει με ευρηματικές μυθιστορηματικές προεκτάσεις την επαναστατική για την εποχή πράξη της Ρόζας Παρκς, κατορθώνει να μεταδώσει μηνύματα παιδαγωγούσας ενσυναίσθησης, μετουσιώνοντας σε επιθυμία έμπρακτης απόδειξης το οικουμενικό πνεύμα και τις πανανθρώπινες αξίες μιας ακατάβλητης αγωνιστικής συνείδησης. Για έναν κόσμο συναντίληψης και αλληλεγγύης, δικαιοσύνης και «συνοδοιπορίας. Όπως ακριβώς τον οραματίστηκε «η γυναίκα που νίκησε τον ρατσισμό», μετωνυμικός υπότιτλος στη νουβέλα των 123 ευανάγνωστων σελίδων μέσα από την απνευστί περιδιάβαση στα 26 αυτοτελώς δομημένα κεφάλαια μιας απρόσμενης μυθοπλαστικής ανέλιξης, που εδραιώνεται εξ αρχής μέχρι το τέλος της κορύφωσής της σε πραγματικά γεγονότα.
Ταξιδεύουμε λοιπόν στο Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα τις δεκαετίες του 1940 και 1950 νοεροί συνεπιβάτες στο λεωφορείο του τότε διαχωρισμού μεταξύ λευκών στις μπροστινές θέσεις και έγχρωμων στα πίσω περιθωριοποιημένα καθίσματα. Αλίμονο αν, σύμφωνα με τους απαγορευτικούς κανόνες, κάποιος από τη δεύτερη κατηγορία τολμούσε να εισέλθει από την μπροστινή επίσης πόρτα. Θα τον κατέβαζαν εκδικητικά, όπως έπραξε ο τότε οδηγός Τζέιμς Μπλέικ και εδώ Τζιμ, αφήνοντάς την Παρκς να διανύσει χιλιόμετρα μέσα στη βροχή μέχρι να φτάσει στο σπίτι της. Πράγμα ασφαλώς που δεν θα συμβεί μετά από δώδεκα χρόνια, όταν θα αντισταθεί στη διαταγή του ίδιου οδηγού να εγκαταλείψει τη θέση της χάριν ενός λευκού επιβάτη. Ευγενώς είχε μετατοπιστεί κοντά στο παράθυρο, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στην αστυνομία και να φυλακιστεί, για να αποφυλακιστεί την επομένη μετά από εγγύηση που κατέβαλε ο Πρόεδρος της Ένωσης για τα Δικαιώματα των Μαύρων.
Το σημαντικό είναι ότι την ημέρα της δίκης της, στις 5 Δεκεμβρίου 1955 οι Αφροαμερικανοί τού Μοντγκόμερι ένωσαν τις ψυχοσωματικές τους δυνάμεις στον κοινό αγώνα, μποϋκοτάροντας, τα λεωφορεία για 381 ημέρες. Οι οικονομικές και συγκοινωνιακές συνέπειες, ωστόσο, που επέφεραν με τη συντονισμένη συλλογική τους αντίδραση, υπήρξε η απαρχή της δικαίωσης: το Ανώτατο Δικαστήριο, στις 13 Νοεμβρίου 1956, είχε κηρύξει αντισυνταγματικούς τους νόμους περί φυλετικού διαχωρισμού. Για την ιστορία, όπως κατατίθεται στο βιβλίο, σκιαγραφώντας τις κομβικές της λεπτομέρειες στα πρώτα κυρίως και τα τελευταία κεφάλαια το όραμα έπαιρνε σάρκα και οστά με την ανατροπή του απάνθρωπου φυλετικού κατεστημένου: «Την επόμενη μέρα, η Ρόζα Παρκς μαζί με τον Έντγκαρ Νίξον και τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ επιβιβάστηκαν σε ένα λεωφορείο. Η Ρόζα προχώρησε με το κεφάλι ψηλά και έκατσε στην πρώτη θέση. Σχεδόν, δίπλα στον οδηγό. Κανείς, πλέον, δεν μπορούσε να την κατεβάσει. Ήταν ελεύθερη.».
Ο συγγραφέας, καθώς δεν περιορίζεται στα συμβάντα των έργων και των ημερών της κεντρικής ηρωίδας, κυριολεκτικά και μεταφορικά, και σε οικογενειακά και πολιτικοκοινωνικά γεγονότα των ζοφερών εκείνων χρόνων στον Αμερικανικό Νότο, επινοεί δρώμενα σε κινηματογραφικούς ρυθμούς αστυνομικού ενίοτε θρίλερ. Έτσι εκτυλίσσει παράλληλες και εναλλασσόμενες ιστορίες, ζωντανεύοντας με τα μελανότερα χρώματα την απαξίωση και τον κοινωνικό αποκλεισμό των Αφροαμερικανών από την πλειονότητα των λευκών. Εκτός από τα λεωφορεία, όπου υπέμεναν τον εξευτελισμό της χλεύης και τη ταπείνωσης, παρότι αποτελούσαν το 70% των επιβατών, υφίσταντο διώξεις, πυρπολήσεις των δημόσιων και ιδιωτικών υποστατικών τους και εν ψυχρώ δολοφονίες από την Κου Κλουξ Κλαν, την τρομοκρατική και ρατσιστική ακροδεξιά οργάνωση των ΗΠΑ. Ενδεικτικό το στιγμιότυπο που θυμάται η Ρόζα από την παιδική της ηλικία, με τον παππού και τον πατέρα της να προσέχουν οπλισμένοι το σπίτι τους από αναπάντεχες επιθέσεις.
Ευφυής έτσι η σύλληψη της προσχώρησης του λεωφορειοδηγού Τζιμ στην Κ.Κ.Κ. Στον αντίποδα του αυταρχικού και αδίστακτου χαρακτήρα του, η γυναίκα του Κλάρα δεν θ’ αργήσει μέσω του ντεντέκτιβ Άντερσον να μάθει ότι εκτελώντας διαταγές υπήρξε συνεργός εντός του λεωφορείου του ενός παγιδευμένου διπλού στυγερού εγκλήματος. Επρόκειτο για τη δολοφονία δύο αδελφικών φίλων, που είχαν πρωτοστατήσει στην οργάνωση αντιρατσιστικής διαδήλωσης, του λευκού Άντριου και του Αφροαμερικανού Σιλβέστερ, του μικρότερου υπαρκτού αδελφού της Πάρκερ, χωρίς, βεβαίως, το οικτρό τέλος που του αποδίδει ο συγγραφέας. Συγκλονιστική η σκηνή, όπου πάνω από το φέρετρο του αδελφού της ανακαλεί συνειρμικά στιγμιότυπα της παιδικής τους ηλικίας, όπως τη μετάβαση πεζοί στο σχολείο, εφόσον τα λεωφορεία προορίζονταν μόνο για τα παιδιά των λευκών και τον σχολικό εκφοβισμό που ασκούσαν στον Σιλβέστερ αποκαλώντας τον σκλάβο. Δεν θ’ αργούσε όμως η ώρα της απελευθέρωσης…