Τον λένε Στάθη. Είναι τριών ετών. Την πρώτη φορά που τον είδα στο ίδρυμα με κοίταξε μ’ εκείνα τα μαύρα -βαθιά σε διαπεραστικότητα- μάτια του, τα γεμάτα απορίες και απαντήσεις ταυτόχρονα, κάποια στιγμή γύρισε το κεφάλι του στον τοίχο, σε μια ζωγραφιά που παρίστανε έναν ιπποπόταμο, μια λίμνη και δύο υπετροφικά ελεφαντάκια, είπε κάτι σε «δω-ρο», συλλαβίζοντας μπλεγμένα σύμφωνα με φωνήεντα μαζί, και επέστρεψε το βλέμμα του σ’ εμένα: «Μπαμπά!», είπε. Γονάτισα στο πάτωμα. «Έλα εδώ, βρε Στάθη», του είπα. Και όρμηξε στην αγκαλιά μου.
Τον κράτησα απ’ το χεράκι και προχωρήσαμε προς το εκκλησάκι, στην άκρη του μεγάλου οικοπέδου. «Θεούλης», είπε. Έκανα τον σταυρό μου και μπήκαμε μέσα. Τον σήκωσα ψηλά για να προσκυνήσει το Χριστό και τον Άη-Γιάννη, την Παναγία και τον Άγιο Φανούριο, κύρτωσε το σωματάκι του προς τα πίσω και μου είπε «σταυρός!». Τον κράτησα με το αριστερό μου χέρι και με το δεξί πήρα το δικό του ενώνοντας τα δάχτυλά του και βοηθώντας τον να φιλήσει τις εικόνες. «Θεούλης», ξανάπε. Κεριά δεν υπήρχαν. Άναψα τον αναπτήρα που είχα στην τσέπη μου, είδε έκπληκτος τη φλόγα και του είπα «φύσα!». Το έκανε σαν σε τούρτα γενεθλίων. Άναβα και φύσαγε καμιά δεκαριά φορές μέχρι που μου κάηκε το δάχτυλο και δεν μπορούσα άλλο να συνεχίσω τη χαρά του. «Φτάνει αυτό, Στάθη», του είπα. Και γύρισα ξανά το κεφαλάκι του στους Αγίους. Εκεί, μπροστά από το Ιερό, ξαναφίλησε τον Άη-Γιάννη. «Θεούλης», είπε.
Ύστερα ήθελε να μου δείξει το σπιτάκι που έμενε μαζί με άλλα πέντε παιδιά, περνώντας από τραμπάλες, φρεσκοκουρεμένο γκαζόν, πολύχρωμα μπαλόνια που είχαν κάπως ξεφουσκώσει αλλά ακόμη μπορούσαν να σέρνονται από τον άνεμο σκόρπια στους διαδρόμους, αγιοβασίληδες και τάρανδους, μικρές μπαλίτσες που έγραφαν νούμερα και ονόματα παικτών – μόνο τον Ρονάλντο αναγνώρισα και τον Τόμας Βάτσλικ του Ολυμπιακού. «Κυρία Πόπη», είπε μετά. Ανεβήκαμε λίγα σκαλιά, ακολουθούσαν κι άλλα, έδειχνε ανυπόμονος μέσα στη χαρά του να με βάλει μέσα στον κόσμο του, και τον ξαναπήρα στην αγκαλιά μου για να κερδίσουμε χρόνο: «Έλα εδώ, βρε Στάθη». Μου έδωσε τα χέρια του στιγμιαία κι έπειτα γύρισε το κεφάλι του προς τη μεριά του δρόμου δείχνοντας με το δάχτυλό του το σπιτάκι που εφαπτόταν στα κάγκελα. «Θεούλης», ξανάπε. «Ο Θεούλης είναι απ’ την άλλη», του είπα. «Θεούλης», επέμεινε. «Καλά», είπα. Και γέλασα. Γέλασε κι εκείνος. «Ξέρεις τον Ρούντολφ το ελαφάκι;», τον ρώτησα, ξεκινώντας να κρατάω το ρυθμό και κουνώντας τον πάνω κάτω. Δεν απάντησε. Γύρισε ξανά το κεφάλι του σ’ εμένα κι είπε πάλι «σπίτι». Φτάσαμε στην εξώπορτα. Κατέβηκε φουριόζος κι έτρεξε προς την κουζίνα με τα πολύχρωμα πιατάκια, τα πολύχρωμα φλιτζανάκια, τις πολύχρωμες πετσετούλες. Μετά, στο μικρό σαλονάκι στην αρχή με τον διθέσιο γαλάζιο καναπέ κι έπειτα στα υπνοδωμάτια. «Πού κοιμάσαι εσύ, Στάθη;». Κάθισε επάνω σ’ ένα μπλε πάπλωμα και έβαλε το μαξιλάρι του στο στήθος. Με ξανακοίταξε, κάπως σα να σκεφτόταν. «Σπίτι!», είπα. Δεν απάντησε. «Σπίτι! Ε, Στάθη;». «Όχι σπίτι», είπε. Και συνέχισε με το χέρι του και υπερυψωμένο το δείχτη των δαχτύλων του να δείχνει προς το δρόμο.
Του είπα πως θα τον ξανάβλεπα. Πως «δεν θα χαθούμε». Δεν είπα για «δουλειές» – πού να ξέρει ο Στάθης πώς οι μεγάλοι ζουν. Ούτε για άγχος και πίεση χρόνου. «Αύριο», είπε, «αύριο σπίτι». «Όχι αύριο, τις επόμενες μέρες όμως ναι», του απάντησα και του χάιδεψα το κεφάλι. Ξάπλωσε στο κρεβατάκι του και δεν με κοίταξε στιγμή ξανά. «Δεν θα σε πάρω αγκαλιά, βρε Στάθη;», του είπα. «Όχι σπίτι, όχι Θεούλης», είπε θυμωμένα. Το ξανασκέφτηκε. «Θεούλης πέθανε. Πέθανε ο Θεούλης πάλι».
xatzigeorgiou@yahoo.com
Ελεύθερα, 1.1.2022.