Το canal Saint Martin, το νερό που αποκολλήθηκε από την πυκνή ροή του quai de la Loire της συνοικίας La Villette του Παρισιού δημιουργώντας μία φιδίσια ουρά που μοιάζει περίπου σαν ποτάμι -πολύ κοντά στην τουριστική Montmartre των πιστών καθολικών προσκυνητών και της πανοραμικής θέας που «αγκαλιάζει» τον Πύργο του Άιφελ-, δεν περιγράφεται με λεπτομέρειες σε κανένα ταξιδιωτικό οδηγό. Για την ακρίβεια, θεωρείται η πύλη μιας υποβαθμισμένης συνοικίας, πολύ βρώμικης, ανάξιας αναφοράς, στην οποία διαμένουν όλες οι λούμπεν φυλές του λασπωμένου υπανθρώπου, οι εξοστρακισμένοι παρίες των εργοστάσιων, των προαστίων, της εργατιάς, των μαύρων εκείνων κοριτσιών με τα πολύχρωμα τσιμπιδάκια στα ράστα τους μαλλιά που ονειρεύονται τον λευκό γιάπι με την porche που θα ‘ρθει μία μέρα φουνταριστός για να τις απαγάγει για πάντα και να τις πάει βόλτα στην Αψίδα του Θριάμβου.

Αλλά εδώ είναι τα πραγματικά Παρίσια!

Σταμάτησα στη στάση του μετρό Pigale, μπροστά μου η boulevard de Clichy, πίσω μου η de Rochechouart, δεξιά κι αριστερά ένα μουσείο που αυτοδιαφημιζόταν ως «ερωτικό», εξαθλιωμένες γυναίκες που έταζαν -μαζί, εν είδει εκπτωτικού πακέτου- τον παράδεισο και τους 13 πύργους του Περού μαζί, για ένα εικοσάλεπτο με τα χυμώδη τους κορίτσια «και με μόνο 30 ευρώ», διάσπαρτα μπαρ, μια σάουνα με το όνομα «Mykonos», ένα σινεμά που έπαιζε ταινίες πορνό (με 10 μαύρους στην είσοδό του περιμένοντας υπομονετικά μέχρι να φτιαχτεί η ταμειακή μηχανή ώστε να μπορέσουν να εισέλθουν μέσα στον μόσχο τον σιτευτό), πολλές τραβεστί -κυρίως Αφρικανές-, μπαρ με φθηνό ποτό μπόμπα και café με πόρνες, αγόρια και άντρες λίγο πριν καταλήξουν στη συναλλαγή. Με ένα γρήγορο πενηντάευρω δεν το ‘χαν σε δυσκολία να ποζάρουν στα δωμάτια των γύρω ξενοδοχείων με φόντο σπασμένους καθρέφτες, χαρτιά τουαλέτας και λερωμένα λευκά σεντόνια με κόκκινες καρδούλες – ολόγυμνες, αιθέριες, σχεδόν μεταφυσικές οι νεράιδες του Κονγκό, μέσα στην ποιητική τους «αδεία». 

Έχει πάντοτε ένα βαθύτερο ενδιαφέρον το πάρτυ της έξαρσης, της έξαψης και των σκοτεινών νοημάτων. Φτάνει να αντιλαμβάνεσαι περίπου σαν προσευχή την ακριβή γοητεία που διαθέτει το περιθώριο.

Το σπίτι της Ζορζέτ -που με φανταζόταν κάτι σαν φωτογράφο της «Conde Nast Traveller», τουλάχιστον- ήταν στη στάση Garibaldi του μετρό – αυτή στην οποία με απέτρεψε να πάω ο receptionist του καλού ξενοδοχείου στο οποίο είχα κοιμηθεί το προηγούμενο βράδυ. Ένα μεσημέρι γευματίσαμε με τη μητέρα της και τα δύο της αδέλφια -που θέλουν να γίνουν κάποτε μπασκετμπολίστες του NBA, λόγω πρόωρης ανάπτυξης- καθισμένοι γύρω από ένα φορμάικα παλιό τραπέζι. Με κέρασαν quiche lorraine με σπανάκι και μπρόκολο για το δρόμο, τους χάρισα τσουρέκια. Δεν μιλούσαν αγγλικά, δεν μιλούσα γαλλικά. Συνεννοηθήκαμε πάντως μια χαρά στη νοηματική και με ματιές. Κι ήταν σα να ειπώθηκαν όλα! 

Όταν έχεις την καρδιά σου ανοιχτή, πας παντού. Όποιος το ‘πε -δεν θυμάμαι ποιος- είχε δίκιο.

Σε αυτές τις συνοικίες πέρασα και τις πέντε μέρες του ταξιδιού μου στο Παρίσι – που δεν ήταν «Σηκουάνας», «κήποι του Λουξεμβούργου», «Σορβόννη», «Πεδίον του Άρεως», «Μουσείο του Λούβρου» (με τη ίδια λογική που η πλατεία Βικτωρίας, στην Αθήνα, δεν αναφέρεται πουθενά στις σημαντικές ατραξιόν της Αθήνας για τον τουρίστα – το αντίθετο!).

Το να ταξιδεύεις χωρίς σκοπό και υποχρεώσεις έχει τη γοητεία του μόνο όταν το κάνεις μόνος. Κάτι που μπορεί να μοιάζει και λιγάκι τρομακτικό ή αντικοινωνικό για τη μάζα -στα όρια του ιδιόρρυθμου και παλαβού-, αλλά μάλλον είναι το μόνο που μπορεί να προκαλέσει το πραγματικά γοητευτικό σε όποιον αισθάνεται, για παράδειγμα, ότι η Λευκωσία δεν είναι μόνο η νέα της πλατεία, αλλά και τα λευκομπλέ στρατιωτικά φυλάκια στο Καϊμακλί, κοντά στον βόρειο πόλο.

Είναι, άλλωστε -όλα τα πράγματα- θέμα γούστου, αφορμών, αισθητικής, διεκδικήσεων, υποχωρήσεων και εσωτερικών ελλείψεων. Και τραυμάτων βεβαίως. 

Έκαστος εφ’ ω ετάχθη.

Φωτό: Γιάννης Χατζηγεωργίου

Ελεύθερα, 9.1.2021.