Πάνος Ιωαννίδης: «Εν παρενθέσει…», εκδόσεις Αρμίδα, 2021
Ο διακεκριμένος, καταξιωμένος και επί της ουσίας πολύ σημαντικός λογοτέχνης του τόπου μας, Πάνος Ιωαννίδης (1935-2021), είναι ασφαλώς ευρέως γνωστός και δικαίως επισημανθείς από την κριτική ως ένας από τους σπουδαιότερους –αν όχι ο σπουδαιότερος– πεζογράφος της γενιάς του. Εκείνο που λίγοι γνωρίζουν είναι η ποιητική του κατάθεση στα κυπριακά γράμματα, η οποία μπορεί να είναι αμελητέα ως προς τα ποσοτικά της μεγέθη, αλλά ουδόλως ευκαταφρόνητη ως προς τις αισθητικές της διαστάσεις.
Ομολογώ πως δεν είχα υπόψη μου το συγκεντρωτικό τομίδιο με τους στίχους του Πάνου Ιωαννίδη, που πρωτοκυκλοφόρησε το 1997 υπό τον τίτλο «Εν παρενθέσει…» από τις εκδόσεις Αρμίδα και επανακυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 2021, ελάχιστους μόνο μήνες πριν από την εκδημία του συγγραφέα. Αυτή η έκδοση έφτασε στα χέρια μου και με συγκίνησε διπλά διότι ανακάλυπτα έναν Π.Ι. που δεν γνώριζα και διότι ήταν το «φευγιό» του τόσο πρόσφατο.
Ο ίδιος προσδιορίζει το θεματικό πυρήνα των ποιημάτων του ως μια «διάθεση απομυθοποίησης φθαρμένων αξιών, ιδεών και τρόπων συμπεριφοράς…» (σελ. 15) Και όντως έτσι έχουν τα πράγματα. Μάλιστα, αυτή η διάθεση, αυτή η διάχυτη και χειμαρρώδης διάθεση απομυθοποίησης εκτείνεται σε όλες τις σφαίρες της ανθρώπινης δραστηριότητας και της κοινωνικοπολιτικής ζωής.
Ασφαλώς ο ποιητής Π.Ι. δεν υστερεί ποσώς από τον πεζογράφο Π.Ι. σε οξύνοια, καυστικότητα, διεισδυτικότητα, χλεύη, κριτική, ειρωνεία και διαπόμπευση. Η ματιά του είναι το ίδιο διεισδυτική μα και διαλεκτική, ισοζυγισμένη και βαθιά: «Τα μάτια των ανθρώπων καίνε προς τα μέσα / στην αφανέρωτη μεριά η φλόγα ασθμαίνει». (σελ. 19) Η σφαιρικότητα της αντίληψης του για τα δρώμενα στο σύγχρονο αστικό τοπίο είναι πλήρης. Βλέπει την εσωτερική φλόγα, αλλά την ίδια ώρα βλέπει και το αγκομαχητό της.
Η δε διαλεκτική του είναι απαστράπτουσα και πασιφανής: «Πρώτη σκιά των γηρατειών / και πρώτη έξαρση της νιότης / σιαμαίες». (σελ. 20) Εδώ φωτίζεται η ενότητα των αντιθέσεων, με την ίδια διαύγεια όπως την πρωτοκατέγραψε ο Γερμανός φιλόσοφος Φέιρμπαχ.
Ο γνώριμος από το πεζογραφικό του έργο κυνισμός αναδεικνύεται και μέσα από την ποίησή του. Ακόμα κι όταν αυτή αγγίζει ερωτογενείς ζώνες αισθαντικότητας: «Σ’ ένα κορμί με τόσες λαίμαργες πύλες / με τόσο φως να μπαινοβγαίνει / να υπόσχεται / πως να κλειστώ και να ξεχάσω;» (σελ. 26) Βέβαια, την ίδια ώρα, η μυρωδιά της ειρωνείας αναδίνεται παντού.
Και μέσα σ’ όλ’ αυτά, ο Π.Ι. δεν σταματά ποτέ να παρωδεί, να ειρωνεύεται, να απομυθοποιεί, να σαρκάζει και πάνω απ’ όλα να καυτηριάζει με δριμύτητα και τόλμη: «Κι ανακάλυψα πως είχα / λαβωματιές στις χούφτες / στην πλευρά και στις πατούσες / (Κι ανακάλυψα πως ήταν όπου με φιλούσες…)». (σελ. 32)
Γενικά, στο μικρό σώμα της ποίησης του Π.Ι. ελλοχεύει παντού η αποδόμηση, η απομυθοποίηση, η διακωμώδηση, ο σαρκασμός. Εκείνο που υπερισχύει βέβαια, εκείνο που δεσπόζει, είναι η κριτική οξύνοια: «(Ποίας αρετής η νίκη κότινος / ποίας φαυλότητας τα της / πανωλεθρίας φληναφήματα;)». (σελ. 40)
Στους λίγους διακειμενικούς διαλόγους που αναπτύσσει, ξεχωρίζει η ιστορική αναδίφηση που αφιερώνεται στο Λεόντιο Μαχαιρά: «Εδώ ζούμε, / μες της ιστορίας τις χωματερές… / Μας έχουνε μολύνει τόσες μνήμες, / τόσες ανομολόγητες αισχύνες κι ενοχές…». (σελ. 45)
Και ασφαλώς ο ποιητής δεν κιοτεύει μπροστά στις πικρές ιστορικές αλήθειες. Δεν το έπραξε ως πεζογράφος και ασφαλώς δεν το πράττει ως ποιητής: «Εδώ στη γη μου, των ερειπωμένων κάστρων / με τις χιλιάδες μπούκες κανονιών / μόνο στολίδι το ψιχάλισμα των άστρων / κι οι ανδριάντες προδομένων αγοριών». (σελ. 48)
Συνομιλεί βέβαια και με το Λεωνίδα Μαλένη και το πασίγνωστο «Χρυσοπράσινο φύλλο». Όχι όμως στους ειδυλλιακούς τόνους του τραγουδιού που μελοποίησε ο Θεοδωράκης, αλλά με διάθεση χλεύης, διαπόμπευσης και έκφρασης βαθιάς πικρίας: «Γη της αμνημοσύνης και γη της καρπαζιάς / Γη των φυλακισμένων τάφων που λησμονάς / Στέφεις τους εφιάλτες με κλαδιά ελιάς…». (σελ. 50)
Στην τελευταία ενότητα του βιβλίου που περιλαμβάνει κυρίως ποιήματα ποιητικής ο Π.Ι. πιστεύω ότι συνομιλεί έμμεσα και υποδόρια με τον Μόντη και το γνωστό ποίημά του «Προς φιλόλογους». Εδώ η ειρωνεία υπερχειλίζει: «Μ’ όλο το σεβασμό μου για τα επίθετα / θαρρώ στην ποίηση χρειάζονται ενίοτε / και τινά ουσιαστικά…». (σελ. 57)
Ασφαλώς δεν διαλανθάνει του ποιητή-συγγραφέα ο ανώτατος κλήρος. Η μομφή προς αυτόν είναι καταπέλτης, δριμεία και με ρεαλιστική ωμότητα: «Κάνετε λάθος επ’ αυτού… / Εδώ ο φτωχούλης του Θεού / δεν κατοικεί εν πενία στο ημίφως του ναού / (Μετοίκησε και ζει εν πολυτελεία / σε ιδιόκτητα παραθαλάσσια ξενοδοχεία!)». (σελ. 70)
Αμνημόνευτος –διά του ψόγου, της χλεύης, της μαστιγωτικής κριτικής– δεν θα μπορούσε βέβαια να μείνει ούτε ο πολυθρύλητος αγώνας του λαού μας ενάντια στην κατοχή και τον κατακτητή. Διακωμωδείται ασφαλώς και αυτός καθώς του αξίζει! «… κι έτσι λοιπόν αγωνιζόμαστε ανένδοτα / (άδοντες ή διηγούμενοι ανέκδοτα)». (σελ. 77)
Το είπε βέβαια πιο παραστατικά, πιο εύστοχα και πιο εκφραστικά ο επίσης αποβιώσας σημαντικός ποιητής Θεοκλής Κουγιάλης, προλογίζοντας το υπό παρουσίαση τομίδιο, κατά την πρώτη έκδοσή του. Και δεν έχω παρά να προσυπογράψω τα λόγια του: «Ο Πάνος Ιωαννίδης επέλεξε να επανδρώσει και με την Ποίηση τα φυλάκια της γραμμής αντιπαράθεσης». (σελ. 12)
Ελεύθερα, 9.1.2022.