Ποιο είναι αυτό «Το Δείπνο του Σώματος», που ο Αντρέας Τιμοθέου μάς παραθέτει στην πανδαισία μιας άλλης γευσιγνωσίας με την έκδοση της έβδομης ποιητικής του συλλογής; Δελεαστική η πρόγευση των πρώτων αναθηματικών στίχων ως σπονδή σε ερωτικό συμπόσιο: «Σε σένα,/ τόσες ταγμένες λέξεις/ αυλές του έρωτα/ υφές ανάσας/ ροές γαλάζιου/ οσμές σωμάτων που δεν ειδώθηκαν./ Στην αλήθεια των ματιών σου, που δεν λησμόνησα.». Η παντοδυναμία του έρωτα, ομώνυμη ή ετερώνυμη του σώματος, όπως ευστόχως απηχεί στην προμετωπίδα του επιγραμματικού δίστιχου της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ: «Το σώμα είναι η νίκη/ και η ήττα των ονείρων.».
Μια ήττα όμως, που όσο κι αν τα βέλη των όποιων «μνηστήρων» αποδεικνύονται ιοβόλα και τραυματικά, διαψεύδοντας πεποιθήσεις, προσδοκίες και όνειρα, η αναμέτρηση με συμπληγάδες και τρικυμισμένες θάλασσες, μαυλιστικές Σειρήνες και άγνωστους ωκεανούς καταξιώνει τη διαδρομή ή σύμφωνα με την επωδό του ομότιτλου ποιήματος της συλλογής: «Για το ταξίδι/ υπήρξα Οδυσσέας/ με τόλμη Πηνελόπης». Αν ξέρεις βέβαια την τέχνη να υφαίνεις στον ιστό της χαρμολύπης τα ξόμπλια του ορμέμφυτου πόθου με το αλγεινό πάθος του θανάτου μέχρι να γεννηθεί πάλι του έρωτα ο νόστος, ανάβοντας απ’ τις σπίθες της τέφρας τις φλόγες της φωτιάς του. Ιδού αυτούσιο το ποίημα της πηγαίας ομολογίας και της αναντίρρητης αλήθειας: «Θα επιστρέψουμε/ στο αιώνιο σώμα/ απαλλαγμένοι απ’ τον ιό/ της σκέψης μας./ Θα κατευνάσει την ταραχή/ η αξόδευτή μας τρυφερότητα/ και η πλυμένη γη/ θα γίνει μοίρα μας./ Μην κρίνετε τα νούφαρα της εποχής/ με τα μάτια του ψαριού./ Θα ’ρθει πάλι ο καιρός/ να γελαστούμε με την ομορφιά/ να παίξουμε στη λίμνη/ με δίκοπα μαχαίρια./ Ο Έρωτας κι ο Νάρκισσος/ πάλι θα μας γιατρέψουν.». («Θα γελαστούμε πάλι»).
Επισημαίνουμε εδώ, όπως και στα άλλα 26 ποιήματα του βιβλίου, όχι μόνο τις εννοιολογικές παραστατικές συνυφάνσεις της ομορφιάς και του σώματος και τους μυθικούς αντικατοπτρισμούς του Έρωτα και του Νάρκισσου με τις ιαματικές ιδιότητες της θαυματουργικής κάθαρσης από τα ανέραστα ανήκεστα δεινά. Η απαστράπτουσα διαύγεια των περιγραφικών εναλλασσόμενων εικόνων διαλύει τη νοηματική ενίοτε σκοτεινότητα και τα κρυπτικά μηνύματα άλλοτε ενός αλληγορικού ερμητισμού. Καθότι, η εξόχως ερωτική ποίηση του Τιμοθέου, παραφράζοντας τον Ηράκλειτο, και λέγει και κρύπτει και σημαίνει, αρκεί να ενωτιστούμε βαθύτερα τους κραδασμούς του ευαίσθητου ψυχισμού του και τους ενδότερους αναπαλμούς των ακατάπαυστών του αναζητήσεων. Σπεύδει ήδη να το δηλώσει ο ίδιος από το πρώτο του ολιγόστιχο ποίημα, που συνιστά τη συνέχεια αντιστικτικής συνήχησης με την προηγούμενη συλλογή του «Πλανόδιος στα σύνορα της Εδέμ» και που επιγράφεται «Εξορίας εγκώμιον»: «Έψαχνα να βρω την Εδέμ/ Πλανόδιος./ Ίσως η εξορία/ μού τη συστήσει.».
Η αυτοαναφορικότητα της πρωτοπρόσωπης αποτύπωσης των αεικίνητων σκέψεων, των επανερχόμενων αισθημάτων και των πρωτεϊκών τους μετασχηματισμών συναρτάται με τις προσωπικές εμβιώσεις των ποιητικών του εμπνεύσεων, δίχως ωστόσο να τις εξατομικεύει και να τις αποστασιοποεί σε εσωστρεφείς εγκλεισμούς. Ο μονόλογός, απεναντίας, των φιλοσοφημένων αποτιμήσεων και των περίσκεπτων αναστοχασμών του διανοίγεται σε πολλαπλή διαλογικότητα και πολυφωνική συνάντηση με τους συνοδοιπόρους του βίου και τους αεικίνητους αναζητητές της αλήθειας. Μέσα από αυτή την αισθαντική ταύτιση συμπόρευσης εύγλωττοι οι στίχοι του στο ποίημα «Χωρίς κανένα ένδυμα»: «Κανένα όνειρο δεν με χώρεσε/ γιατί να με χωρέσει ο τόπος;». Για τούτο, χωρίς λεκτικές επιτηδεύσεις, εξομολογητικές παλινωδίες και συγκεκαλυμμένες προφάσεις συνομιλεί με τον εαυτό του την ίδια ώρα που απευθύνεται με μνήμη και ενσυναίσθηση συλλογικής συνείδησης στις ανάγκες, τις επιθυμίες και τις υπαρξιακές αγωνίες του αναγνώστη- συνδαιτυμόνα του. Έτσι, ο δειπνοποιός ποιητής, μοιράζοντάς μας τον κοινό άρτο της ζωής μάς καλεί να συμπλεύσουμε μαζί του σε μιαν υποσχόμενη πανανθρώπινη «Διαδρομή» στο ομώνυμο ποίημα: «Γοργόνες σκέψεις/ παίρνουνε πια θέση στο σώμα./ Η σκόνη που του μέλλει/ μπορεί να περιμένει./ Έξω από μάγια και χρησμούς/ φωνή καθάρια στέκομαι/ ολόκληρος/ στη μέγιστη αντίσταση του χρόνου./ Συλλαβίζω, μα προφέρω./ Δεν τραγουδώ, πορεύομαι στον ύμνο./ Ό,τι συμβαίνει να έχει αποτέλεσμα./ Ό,τι σταθεί να έχει μέσα του Ανάσταση./ Έκαστος να σηκώσει το βάρος της ευχής του,/ ίσως μονάχα τότε γίνουμε/ μία φυλή δικαίωσης.».
Τότε μόνο θα μπορέσουμε ν’ αξιωθούμε τη μεγάλη χάρη και να χαρούμε την ωραία αγαπητική σχέση, πάνω από την προσκαιρότητα του φθαρτού, εύθραυστου και ευάλωτου σαρκίου μας. Αν αφουγκραστούμε το κάλεσμα για το αέναο έμψυχο και αείζωο ερωτικό σώμα της αληθινής ύπαρξης, όπως προστάζουν οι «Ώρες εφτά του έρωτα». Μια ευσύνοπτη και αναλυτική συνάμα σύνθεση ποιητικών αυτοτελών αποφθεγματικών σημάνσεων με κυριολεκτικά ουσιαστικά και μεταφορικά επίθετα, ευρηματικές μουσικές παρηχήσεις, ut musica poesis, και προεκτάσεις αλληγορικών συμβολισμών: «Όλα τα “μου” που μου στερείς,/ κάποτε θα γίνουν σώμα/ να μ’ αγκαλιάσουν στον Παράδεισο…// Ό Έρωτάς μου,/ ένας όμηρος Όμηρος/ αμύρωτος/ άμοιρος.// Κι εσύ λευκό μου γιασεμί/ ώς πότε θα στάζεις έρωτα/ με μάτια δηλητήριο;// Ποια ήταν η τελευταία φορά/ που είχες νέα απ’ τον Έρωτα;// Κόκκινο από αίμα/ μού άφησες το μαξιλάρι/ κι άνθισε.// Κι αν προσπαθώ/ να αρθρώσω λέξη/ μες στον Έρωτα/ είναι γιατί ζητώ τον λόγο/ που υπήρξα.// Κάποτε, εξόριστος βολβός της σκέψης σου/ ίσως ανθίσω.».
Ως επιδόρπιο στο «Δείπνο του Σώματος» ο ποιητής μάς προσφέρει το ποίημά του «Η νίκη των ονείρων, από το οποίο αποσπούμε τους ακροτελεύτιους στίχους: «Σαν όνειρο πρωτοπλάστων/ στο Άγιο δισκοπότηρο της Αγάπης/ επιτέλους/ συναντηθήκαμε.».