Γυρίζουμε τη μηχανή του χρόνου στη δεκαετία του ’40 και μαζί με τον Προκόπη Συμεωνίδη, γιο της σπουδαίας δασκάλας πιάνου και παιδαγωγού Λουλούς Συμεωνίδου, ταξιδεύουμε στην 73χρονη υπέροχη ιστορία του Εθνικού Ωδείου.
Τέλος της δεκαετία του ’40, σε μια εποχή που οι περισσότερες γυναίκες έμεναν στο σπίτι και είχαν την ευθύνη του νοικοκυριού, η Λουλού Συμεωνίδου, μια πολύ δυναμική και μορφωμένη γυναίκα, πήρε την απόφαση να δημιουργήσει το Ωδείον Κύπρου μαζί με τον Ησαΐα Καλμάνοβιτς. Χρειάστηκε πολλή δουλειά και πείσμα για να αντιμετωπίσει τις προκαταλήψεις και τις στενές αντιλήψεις της εποχής, ώστε να προωθήσει το πρωτοπόρο και μεγαλόπνοο έργο της στα μουσικά πράγματα του τόπου. Τίποτα δεν την πτοούσε – άλλωστε από το σπίτι της είχε μια πολύ καλή παιδεία που την βοήθησε να αντιμετωπίσει τις όποιες δυσκολίες.
Η Ειρήνη (Λουλού) Συμεωνίδου γεννήθηκε στη Λευκωσία στις 22 Απριλίου 1919. Ο πατέρας της Προκόπης Συμεωνίδης ήταν απόφοιτος της Γεωπονικής του Πανεπιστημίου Κέιμπριτζ. Με την επιστροφή του στην Κύπρο διορίστηκε ως υπάλληλος στο Τμήμα Γεωργίας και στο τέλος της καριέρας του έγινε διευθυντής. Η μητέρα της η Μαρία Χριστοφίδου ήταν Αρσακειάς, δίδαξε σε νηπιαγωγεία και τραγουδούσε εξαιρετικά. Ο πατέρας της είχε αγοράσει ένα κτήμα μεταξύ της πόλης της Λευκωσίας και του Αγίου Δομετίου που τότε ήταν χωριό. Έκτισε εκεί το σπίτι τους και φύτεψε όλων των ειδών δένδρα και λουλούδια. Η Λουλού μεγάλωσε σ’ αυτό το όμορφο περιβάλλον με τα τραγούδια της μητέρας της. Ο πατέρας της ήταν πολύ αυστηρών αρχών και με αυτές τις αρχές μεγάλωσε την κόρη του. Στο σχολείο ήταν άριστη μαθήτρια και εκτός από μουσική έμαθε ξένες γλώσσες – αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά και γερμανικά.
Σε ηλικία οκτώ χρονών και με δασκάλα την Ελένη Αθανασιάδου Μαξούτη άρχισε πιάνο στο τότε νεοϊδρυθέν από τον Άγγλο Κυβερνήτη Ωδείον Κύπρου. Τον επόμενο χρόνο η Μαξούτη αποχώρησε και ίδρυσε το Ελληνικόν Ωδείον, στο οποίο την ακολούθησε η Λουλού Συμεωνίδου αφού απέκτησε το πτυχίο της το 1939 και το δίπλωμα πιάνου το 1946 (το δίπλωμα θεωρείται ανώτερο του πτυχίου). Στη συνέχεια πήγε στην Αθήνα και παρακολούθησε μαθήματα στον Τόνυ Γεωργίου.
Ξεκινώντας το 1947 το Ωδείον Κύπρου, η Συμεωνίδου επιδίωξε άμεσα τη σύνδεσή του με τον ελληνικό κορμό. Ύστερα από πολλές επαφές και με τη βοήθεια του Βύρωνα Κολάση, το Ωδείο αναγνωρίστηκε το 1948 από τον σπουδαίο μουσουργό και ακαδημαϊκό Μανώλη Καλομοίρη ως παράρτημα του Εθνικού Ωδείου της Αθήνας και πήρε το όνομα «Εθνικόν Ωδείον Κύπρου».
Ο Προκόπης Συμεωνίδης, γιος της Λουλούς και τελευταίος διευθυντής του Ωδείου, εξηγεί πως ο Μανώλης Καλομοίρης έγινε ο πνευματικός πατέρας της. Τον αποκαλούσε δάσκαλο και μαζί του παρακολουθούσε πολλές συναυλίες, σεμινάρια στην Αθήνα, στο Μόναχο και στη Γερμανία.
«Μαζί με τον Μανώλη Καλομοίρη, που παρέμεινε στο πλευρό του ώς τον θάνατό του το 1962, και τους σπουδαίους συνεργάτες της Γιάγκο Μιχαηλίδη και Vahan Bedelian, η Λουλού Συμεωνίδου έθεσε τα θεμέλια μιας ελληνικής μουσικής σχολής με συνεχή και αδιάλειπτο συμβολή στη μουσική παιδεία και στην καλλιτεχνική ζωή της Κύπρου για 60-τόσα χρόνια. Τη δεκαετία του ’50 ίδρυσε την πρώτη Σχολή Μπαλέτου εντός του Εθνικού Ωδείου Κύπρου, όπως και Σχολή Μονωδίας, οι οποίες θεωρήθηκαν απρεπείς για την εποχή εκείνη», εξηγεί ο Προκόπης Συμεωνίδης.
Από τα χέρια της Λουλούς Συμεωνίδου πέρασαν εκατοντάδες ταλαντούχοι μαθητές πολλών γενεών, και είναι ανεκτίμητη η συμβολή της στη μουσική παιδεία και καλλιέργειά τους, αλλά και στη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους με ήθος και αρχές. Πιστεύοντας στον ρόλο της μουσικής ανάπτυξης των παιδιών, δούλεψε σκληρά, πολλές φορές κάτω από αντίξοες συνθήκες, για να εφαρμόσει σύγχρονα, πρωτοπόρα και αποτελεσματικά συστήματα διδασκαλίας. Οι μαθητές της θυμούνται ότι ήταν αυστηρή δασκάλα και είχε πολλές απαιτήσεις από αυτούς. Όμως την αγαπούσαν και συζητούσαν μαζί της πολλά από τα προβλήματα που τους απασχολούσαν.
Οι ιδιαίτερες συνθήκες που δημιουργούσε, και που τις εμπλούτιζε και ανανέωνε συχνά, πρόσφεραν πολλά στην διάδοση της κλασικής μουσικής και την καλλιέργεια του ακροατηρίου. Αρχές της δεκαετίας του ’60 ίδρυσε και τη Χορωδία του Εθνικού Ωδείου Κύπρου, τη δεύτερη μετά τον Άρη Λεμεσού. Έπειτα δημιούργησε την Ορχήστρα Εγχόρδων του Ωδείου, για προχωρημένους μαθητές, απόφοιτους και φίλους μουσικούς του Ωδείου. Το 1965 ανέβασε στο Θέατρο Ντιάνα 4 την όπερα του Gluck «Ορφέας και Ευρυδίκη», με τη Χορωδία και Ορχήστρα Εγχόρδων του Ωδείου υπό τη διεύθυνση του Γιάγκου Μιχαηλίδη. Ακολούθησαν πολλά άλλα έργα κλασικής μουσικής, πολλά από τα οποία παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στην Κύπρο. Οι συναυλίες που οργανώνει τις δεκαετίας του ’70 και ’80 με τη Χορωδία και την Ορχήστρα υπό την διεύθυνση του Άνδρου Νάταρ, αποτελούν μοναδικά μουσικά γεγονότα για τον τόπο.
Επιστρέφοντας στην Κύπρο το 1984, ο γιος της Προκόπης Συμεωνίδης στάθηκε δίπλα της με στόχο να ανεβάσουν ακόμη πιο ψηλά το επίπεδο του Εθνικού Ωδείου Κύπρου. Ανέλαβε την οικονομική και οργανωτική διαχείρισή του, και έτσι η Λουλού Συμεωνίδου είχε την ευχέρεια να αφοσιωθεί στα καλλιτεχνικά και παιδαγωγικά δρώμενα του Ωδείου. «Δημιουργήσαμε την Παιδική Χορωδία και την Ορχήστρα Καρλ Ορφ –την οποία αργότερα υιοθέτησε η Τράπεζα Κύπρου-, την πρώτη μουσική προπαίδεια για παιδιά 2 μέχρι 5 χρόνων, μαθητική ορχήστρα εγχόρδων για αρχάριους μέχρι προχωρημένους μαθητές, την πρώτη ορχήστρα με κιθάρες. Καθιερώσαμε νέα βιβλία εκμάθησης για τα πρώτα βήματα των παιδιών, δημιουργήσαμε σχολές μοντέρνας μουσικής», σημειώνει ο Προκόπης Συμεωνίδης. Υπό τη διεύθυνση του Άνδρου Νάταρ, θυμάται, η Χορωδία και η Ορχήστρα του Ωδείου έδωσε πολλές συναυλίες στο εξωτερικό, στο Λονδίνο και σε πόλεις της Γερμανίας.
Η Λουλού Συμεωνίδου δίδασκε μέχρι το 2008, ώς τα 89 χρόνια της. Το 2009 ανέθεσε την καλλιτεχνική διεύθυνση του Εθνικού Ωδείου Κύπρου στη νύφη της Κρίστη Παύλου Συμεωνίδου, η οποία υπήρξε και πνευματικό παιδί της αφού ήταν μαθήτριά της από την ηλικία των πέντε χρόνων. Η ιδρύτρια του Ωδείου πέθανε το 2014 σε ηλικία 95 χρόνων, αφήνοντας πίσω της ένα ανεκτίμητο έργο.
Η νέα διευθύντρια και ο Προκόπης Συμεωνίδης συνέχισαν το πρωτοπόρο έργο του Εθνικού Ωδείου και κράτησαν ψηλά το επίπεδο για πολλά χρόνια με πλούσια δράση, παραστάσεις, συναυλίες και πολλά άλλα, χωρίς καμία οικονομική στήριξη από το κράτος ή κάποιο ίδρυμα.
Στα σημαντικά επιτεύγματα του Ωδείου ο κ. Συμεωνίδης σημειώνει το γεγονός ότι τη δεκαετία του 2000, και λόγω του μεγάλου αριθμού των μαθητών, έφερναν από την Ελλάδα εξεταστή που αντιστοιχούσε σε κάθε όργανο (πιάνο, κιθάρα, Ανωτέρα Θεωρητικά, βιολί, μοντέρνα και ηλεκτρική κιθάρα, ντραμς, αρμόνιο, μοντέρνα φωνητική).
Παρά το σπουδαίο έργο του στα μουσικά πράγματα του τόπου και μια ιστορία 73 χρόνων καλλιτεχνικής προσφοράς στο ενεργητικό του, το Εθνικό Ωδείο υποχρεώθηκε φέτος να τερματίσει τη λειτουργία του. Οι λόγοι πολλοί – η πανδημία και οι καραντίνες δυσκόλεψαν ιδιαίτερα το έργο του, ωστόσο υπήρχαν και άλλα προβλήματα. Όπως μας εξηγεί ο Προκόπης Συμεωνίδης, παρά τις προσπάθειες που έγιναν τη δεκαετία του ’80, τα κυπριακά ωδεία δεν μπόρεσαν να κατοχυρωθούν νομικά όπως τα ωδεία και τα κονσερβατόρια της Ελλάδας και της Ευρώπης, λόγω διαφόρων συμφερόντων της εποχής εκείνης. «Το 1986, με προτροπή και μεσολάβηση του τότε πρέσβη της Ελλάδος Ευθύμιου Στοφορόπουλου, όταν στο υπουργείο πολιτισμού ήταν η Μελίνα Μερκούρη, η Λουλού Συμεωνίδου πήγε στην Αθήνα και είχε μια πολύ εποικοδομητική συζήτηση με τον γενικό γραμματέα του υπουργείου Πολιτισμού για την αναγνώριση των πτυχίων και διπλωμάτων των κυπριακών ωδείων. Είχε προταθεί να παρίσταται στις εν λόγω εξετάσεις μέλος της πρεσβείας της Ελλάδος στην Κύπρο ως εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης, ώστε να αναγνωρίζονται τα πτυχία και διπλώματα των κυπριακών ωδείων. Δυστυχώς όμως, κύκλοι του υπουργείου Παιδείας της Κύπρου οι οποίοι ήταν υπέρμαχοι των αγγλικών εξετάσεων στην Κύπρο, αλλά και άλλοι Ελλαδίτες παράγοντες, απέρριψαν την πρόταση αυτή με διάφορες δικαιολογίες», εξηγεί ο κ. Συμεωνίδης. Οι προσπάθειες για τη νομική ρύθμιση των ωδείων συνεχίστηκαν τα επόμενα χρόνια χωρίς αποτέλεσμα και το πρόβλημα παραμένει μέχρι σήμερα.
Το κενό του νομικού πλαισίου συνέβαλε σταδιακά στην υποβάθμιση της ποιότητας της μουσικής παιδείας των κυπριακών ωδείων και έδωσε την ευκαιρία σε πολλούς νεαρούς μουσικούς να «ανοίξουν» τα δικά τους Ωδεία και Σχολές, εκτιμά ο κ. Συμεωνίδης. «Αργότερα δημιουργήθηκαν τα Μουσικά Γυμνάσια και Λύκεια, τα οποία είναι επιχορηγημένα από το κράτος ως «απογευματινά ωδεία», αλλά δεν έχουν καμιά σχέση με τα μουσικά σχολεία της Ελλάδας και της Ευρώπης. Ταυτόχρονα έγινε και το Εργαστήρι της Κρατικής Ορχήστρας Νέων, που και αυτό είναι ένα είδος επιχορηγημένου από το κράτος «απογευματινού ωδείου. Αυτές οι πραγματικότητες απορρόφησαν πολλούς νέους καθηγητές κυπριακών και ξένων πανεπιστημίων με σχετικά ψηλούς μισθούς και συγκέντρωσαν πολλούς μαθητές, προσφέροντας δωρεάν μαθήματα ή με πολύ χαμηλά δίδακτρα».
Κύρια φωτο: Στιγμιότυπο από τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του Εθνικού Ωδείου Κύπρου.
Φιλελεύθερα, 17.10.2021.