Σ’ ένα από τα βιβλία του με τίτλο «Η μικρή μου πινακοθήκη», ο  Κύπριος λογοτέχνης Πανίκος Παιονίδης, ο οποίος πέθανε πρόσφατα, την ίδια ακριβώς μέρα  που έφυγε από τη ζωή ο ο Μίκης Θεοδωράκης, ξετυλίγει πολύτιμες μνήμες και εικόνες από την στενή φιλία του ιδίου και της συζύγου του Έλλης με τον σπουδαίο μουσικοσυνθέτη.  Στο κεφάλαιο «Ο ψηλός», θυμάται τις συναντήσεις τους στο Παρίσι την περίοδο της Χούντας, στην Αθήνα αλλά και στην Κύπρο όταν τον φιλοξενούσαν στο σπίτι τους.

 

Έχω ένα πρόβλημα με τις σημειώσεις μου. Δεν μπορώ πια να τις διαβάσω, ούτε ακόμα και στο ειδικό σύστημα ανάγνωσης με το οποίο, χάρις στον αξέχαστο Πλουτή Σέρβα, εξακολουθώ να επικοινωνώ με τον γραπτό λόγο. Το μηχάνημα μεγεθύνει τυπωμένα κείμενα. Οι σημειώσεις μου είναι γραμμένες με το χέρι και βρίσκονται στα σημειωματάριά μου, όπου σε μερικά, μάλιστα, το μελάνι άρχισε να ξεθωριάζει. Ο Μίκης όμως δεν ξεγράφεται εύκολα.

Έτσι, όταν ύστερα από κάθε καινούργια συνάντηση με τον Μίκη κατέγραφα τις κουβέντες μας, τις σκέψεις του, τις χειρονομίες του, πίστευα πως στοιχειοθετούσα ένα πολύτιμο αρχείο. Και να, τώρα που θέλω να γράψω κάτι ιδιαίτερο – φτάνοντας κι οι δυό μας αισίως τα ογδόντα – ανακαλύπτω πως θα πρέπει να στηριχτώ αποκλειστικά στη μνήμη.

Μπροστά μου ο Μίκης των οργισμένων διαδηλώσεων μετά τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, και ο Μίκης του Παρισιού στα χρόνια της χούντας κι’ ο Μίκης στην Κύπρο κι’ ο Μίκης όμως στο σπίτι της Οδού Επιφανούς. Τον έχω όμως μπροστά μου και στο Βραχάτι, στο σπίτι πλάι στη θάλασσα. Μπροστά μου βρίσκεται και στο άλλο σπίτι, του Σαρωνικού αυτή την φορά* στο σπίτι των Περγιάληδων. Πόσοι και πόσοι τόποι είναι για μένα δεμένοι με τον «Ψηλό», με την άπλα της σκέψης του, με την ακτινοβολία της παρουσίας του! Όπου βρισκόταν, γέμιζε τον χώρο, γινόταν αυτόματα το κέντρο, το σημείο αναφοράς.

Πρώτη – πρώτη όμως εικόνα που ξετυλίγεται αυτή την στιγμή μπροστά μου είναι ένα διαμερισματάκι σε εργατική συνοικία του Παρισιού, με τραπέζια στρωμένα παντού. Στην κρεβατοκάμαρα, τον διάδρομο, την κουζίνα. Κι’ απάνω ταραμοσαλάτες, μελιντζανοσαλάτες κι άλλες ανατολίτικες λιχουδιές. Κι’ επικεφαλής, ο Μίκης να διευθύνει με τις χερούκλες του μιαν απίθανη χορωδία. Ήταν όλοι Τούρκοι δημοκράτες, πολιτικοί πρόσφυγες. Την συγκέντρωση την φιλοξενούσε ο φίλος μου, ο Ενίς Τζοσκούν, ο γραμματέας της Τουρκικής Επιτροπής Ειρήνης που, παρεμπιπτόντως, όταν τα κατάφερε και τόσκασε από την στρατοκρατούμενη πια Τουρκία με πήρε στο τηλέφωνο, μου είπε πως δεν ξέρει πού να πάει κι’ εγώ του είπα: «Πήγαινε στο Παρίσι, θα σου προσφέρει στέγη ένας φίλος μου». Έτσι κι έγινε. Βρήκε στέγη για κάποιο διάστημα. Στην Τουρκία είχε το επάγγελμα του, ήταν μεγαλοδικηγόρος. Επιβίωσε κάπως. Κάποια στιγμή τα κατάφεραν κι’ η σύζυγος του κι’ ο γυιός του να το σκάσουν και τα έξοδα πολλαπλασιάστηκαν. Ετοίμαζαν τώρα όλοι μαζί ανατολίτικα σαλατικά στο σπίτι κι’ εκείνος τάκανε διανομή σ’ εστιατόρια.

 

 

Όταν βρεθήκαμε με τον Ενίς στο Παρίσι, έτυχε εκείνες τις μέρες να βρίσκεται εκεί και ο Μίκης, που ήταν ένας ‘θρύλος’ στην Τουρκία κι’ ο Ενίς προθυμοποιήθηκε να μας φιλέψει. Και για να δώσει και πολιτικό τόνο στο συμπόσιο μάζεψε και τους συναγωνιστές του που το θεώρησαν μεγάλη τιμή να συμφάγουν με τον Μίκη Θεοδωράκη.

Υπάρχει και μια λεπτομέρεια γύρω απ’ αυτή την συνάντηση, που αξίζει να την αναφέρω. Εμείς είχαμε πάει στου Ενίς πιο μπροστά, τα τραπεζάκια ήταν ήδη στρωμένα, κι’ η Έλλη πρόσεξε σαν κερασάκι στο κάθε πιάτο και μια ελιά.

-Αμάν, να τις βγάλουμε – είπε η “Ελλη. Ο Θεοδωράκης δεν μπορεί να δει ελιά μπροστά του. Είναι αλλεργικός.

  Προλάβανε κι’ απομάκρυναν τις ελιές, η όσφρηση όμως του Μίκη αποδείχτηκε πολύ ισχυρή.

-Εδώ μου μυρίζει ελιά, είπε μόλις κάθησε.

Η μέρα όμως κύλησε σε μια πρωτοφανή έξαρση. Ήταν τρομερά ευαίσθητος στο θέμα των σχέσεών μας με τον Τουρκικό λαό. Γι’ αυτό και δεν κουραζόταν να μιλά και να προπαγανδίζει την ιδέα της φιλίας. Μέχρις αργά το βράδυ το σπίτι του Ενίς αντηχούσε με τραγούδια.

Τραγουδήσαμε κι’ επαναστατικά τραγούδια, την Διεθνή, ρωσσικά, όλα μπήκαν στην σειρά σε μια ατμόσφαιρα λεβεντιάς.

Ζεστός, αυθόρμητος ο Μίκης φωτογραφήθηκε με όλους και με τον καθένα ξεχωριστά.

Όταν αργότερα έστησε την Ελληνοτουρκική Επιτροπή Φιλίας και την άνοιξη του 1988 πήγε στην Κωνσταντινούπολη ως Πρόεδρος της Επιτροπής, μίλησε και για το έγκλημα της εισβολής του Αττίλα στην Κύπρο, αλλά και για τα δικά μας λάθη. Αρκετοί τότε δεν τον κατάλαβαν. Ιδιαίτερα εδώ στο νησί.

Ο τότε Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Γιώργος Βασιλείου είχε ήδη ανακοινώσει την παρασημοφόρηση του Θεοδωράκη για την προσφορά του στον αγώνα για την Ελευθερία. Και όμως ακούστηκαν φωνές που απαιτούσαν να κλείσουν και τα λιμάνια και τα αεροδρόμια. «Δεν έχει πλοίο για σε δεν έχει οδό» που θα έλεγε και ο ποιητής. Η Κύπρος ήταν απαγορευμένη ζώνη για τον Μίκη Θεοδωράκη. Ήταν δύσκολες, πολύ δύσκολες εκείνες οι μέρες και για μένα προσωπικά. Γιατί ο Πρόεδρος Βασιλείου, μου είχε αναθέσει τον ρόλο της διευθέτησης του προβλήματος, με τη ματαίωση φυσικά της επίσκεψης.

Πήρα τον Μίκη στο τηλέφωνο κι’ άρχισα από μακριά, μίλησα για τις ευαισθησίες και τις πληγές που υπήρχαν ακόμα στο νησί, για να καταλήξω με την παράκληση «να κατανοήσει την λεπτή θέση του νεοεκλεγέντος Προέδρου». Κατανόησε, κατάπιε την πίκρα κι’ όταν αργότερα ο Βασιλείου του έστειλε επιστολή με ευχές για τα γενέθλια του ο Ψηλός, ευχαρίστησε με μια δική του ζεστή επιστολή.

Δεν ήταν όμως η πρώτη φορά που η Κύπρος έκλεινε τις πόρτες της στον Θεοδωράκη. Στα χρόνια της Χούντας, όταν βρισκόταν εξόριστος εκτός Ελλάδος, προσκλήθηκε στη Βηρυτό με την ορχήστρα του και με την ευκαιρία εξέφρασε και την επιθυμία να επισκεφτεί και την Κύπρο. Επενέβησαν αμέσως οι γνωστές καταστάσεις κι’ ο Μακάριος είπε “όχι”. Προσγειώθηκε όμως το αεροπλάνο του στο τότε αεροδρόμιο Λευκωσίας και πήγαμε οι φίλοι του να τον δούμε. Δεν εξέφρασε, ούτε και τότε πίκρα. Μας κατανόησε.

Αργότερα, φυσικά, η Κύπρος τίμησε όπως έπρεπε τον μεγάλο μουσικοσυνθέτη που όπου πήγαινε έθετε ως προτεραιότητα το πρόβλημα της κυπριακής ελευθερίας. Ένα όνειρο του Μίκη ήταν να οργανώσει μια μεγάλη συναυλία στην Πράσινη Γραμμή της Λευκωσίας, μια συναυλία που ν’ απευθυνόταν το ίδιο προς τους Εληνοκυπριους όσο και προς τους Τουρκοκύπριους. Η συναυλία αυτή μόλις τελευταία έγινε κατορθωτή. Και τραγούδησαν σ’ αυτή και η Μαρία Φαραντούρη κι’ ο Τούρκος Λιβανελλί. Κι’ ο Μίκης έστειλε όλος χαρά το μαγνητοσκοπημένο, του μήνυμα.

Τα χρόνια κουβάλησαν οπωσδήποτε μαζί τους και προβλήματα υγείας. Τον φοβήθηκα πολύ όταν πέθανε ο μικρότερος του αδερφός, ο Γιάννης. Ήμουν πολύ φίλος και με τον Γιάννη. Ήταν δημοσιογράφος. Εύθυμος, πολύ εύθυμος άνθρωπος ο Γιάννης ήταν όλος ανέκδοτα και-γελούσε, πώς γελούσε. Ο Μίκης τον είχε κατά κάποιο τρόπο ‘υπό την προστασία του’. Τον είχε πάρει στο Παρίσι για να σπουδάσει. Όταν ο Μητσοτάκης έγινε πρωθυπουργός κι’ ο Μίκης ανάλαβε για μια σύντομη περίοδο Υπουργός Επικράτειας, πήρε μαζί του στο υπουργείο και τον Γιάννη.

Ήταν ένα λάθος, μου έλεγε αργότερα, αυτή η θητεία σε κυβέρνηση της δεξιάς. Είχε την -ψευδαίσθηση πως θα μπορούσε να καταφέρει μεγάλα πράγματα για τον πολιτισμό.

Με τον θάνατο του Γιάννη, ο Μίκης έπεσε σε βαθειά κατάθλιψη. Είχε και προσωπική περιπέτεια υγείας. Κοιμόταν συνεχώς. Δεν ήθελε να δει κανένα. Είχε σταματήσει να γράφει και να συνθέτει. Πήγαμε στο Βραχάτι για να τον δούμε, καθήσαμε με την καλή μας την Μυρτώ, τον φύλακα άγγελο του και τα είπαμε. Περιμέναμε, περιμέναμε και δεν έλεγε να ξυπνήσει.

Και σ’ εκείνη την περίοδο όμως ο Μίκης δεν έχασε το χιούμορ του. Αυτοσαρκαζόταν.

Η σάτιρα ήταν πάντα ένα δυνατό στοιχείο στην προσωπικότητα του Μίκη. Είχε πάντα έτοιμες στις κουβέντες χαρακτηρισμούς για πολιτικές καταστάσεις και πρόσωπα. Ο ίδιος κρατούσε με πείσμα την μοναχική του πορεία στα πολιτικά πράγματα, μια πορεία που πολλές φορές πήγαινε ενάντια στο ρεύμα. Κι’ αυτό δεν τον πολυσκότιζε. Στον όρο ‘Αριστερός’ έδινε εύρος που πήγαινε πίσω στις καταβολές της μαρξιστικής σκέψης και δράσης.

 

 

Βάσα, το πέτρινο αυτό χωριουδάκι καταμεσής στ’ αμπέλια σαράντα χιλιόμετρα βόρεια της Λεμεσού, εκπέμπει μιαν τέτοια ενέργεια που σκλαβώνει τους ξένους. Τον Μίκη και τη Μυρτώ τους πήραμε στο χωριό σ’ ένα διάλειμμα των συναυλιών Θεοδωράκη – Χατζηδάκη στην Κύπρο στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα. Άνετος ο Μίκης, μόλις μπήκαμε στο ‘παλάτι με τις δυο καμάρες’ και είδε το ντιβάνι με την προβιά πλάι στο τζάκι είπε: “Εδώ θα ξαπλώσω και θα πάρω ένα υπνάκο!” Και πράγματι ξάπλωσε και λαγοκοιμήθηκε.

Η φωτογραφία από την «ανάπαυση του πολεμιστή» αυτή την λεζάντα βάλαμε στο αλπούμ όπου την τοποθετήσαμε βρίσκεται σε πολλές άλλες. Φυλλομετρώ τώρα το αλπούμ. Είναι ένας τρόπος να ξυπνήσω μνήμες. Σταματώ σε μια άλλη, πιο παλιά, του 1966. Στο Βαρώσι. Έδινε συναυλία εκεί. Είμασταν όλοι νέοι τότε. Μαζί, στην φωτογραφία κι ο φίλος μου Χρύσης Δημητριάδης κι’ η Φάνη, η γυναίκα του. Τα σύγνεφα στον ορίζοντα υπήρχαν δεν είχαν πλακώσει όμως ακόμα οι μεγάλες καταιγίδες ούτε εδώ στο νησί, ούτε όμως και στην Ελλάδα. Ο Μίκης βρισκόταν ήδη στην κορυφή. Είχε πραγματοποιήσει το μεγάλο άλμα κι’ έδεσε την μεγάλη ελληνική ποίηση με μια μουσική που είχε τις καταβολές της στο γνήσιο ελληνικό δημοτικό τραγούδι και στις μελωδίες που γεννούσαν οι απόκληροι της ζωής. Πλάι στην φωτογραφία αυτή, μια άλλη που τράβηξα κάπου τριάντα χρόνια πιο ύστερα στο Λουξεμβούργο. Ήταν τότε το Λουξεμβούργο η πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης και φιλοξενούσε την παγκόσμια πρεμιέρα της “Ηλέκτρας”, της πρώτης από μια σειρά μελοδραμάτων του Μίκη, με κεντρικούς χαρακτήρες μορφές του αρχαίου ελληνικού δράματος. Ο Μίκης είχε καλέσει μερικούς φίλους του, μαζί κι εμάς. Εκεί, γίναμε με την Έλλη μάρτυρες του ποια θέση κατέχει ο Μίκης Θεοδωράκης στον διεθνή καλλιτεχνικό στίβο. Ό,τι και να πούμε για την αποθέωση της οποίας έτυχε, είναι λίγο. Συναντήσαμε εκεί προέδρους τριών – τεσσάρων διεθνών ιδρυμάτων φίλων της μουσικής Θεοδωράκη. Συναντήσαμε μουσικολόγους που είχαν γράψει διατριβές και βιβλία για τον Θεοδωράκη. Εκεί συναντήσαμε φανατικούς θαυμαστές της μουσικής Θεοδωράκη, όχι μόνο των τραγουδιών του, αλλά και της συμφωνικής του μουσικής.

Πλάι εδώ και δυο άλλες φωτογραφίες. Η μια στο Βραχάτι κι’ η άλλη στην βεράντα του σπιτιού μας στη Λεμεσό. Στην πρώτη ο Μίκης σε μια μεγάλη, ψάθινη καρέκλα με το μαγιό, ένα μικρό εγγονό του ξαπλωμένο μπρούμυτα στα πόδια του και το χέρι υψωμένο λες και είναι έτοιμος να χαστουκίσει τον μικρό στα πισινά. “Οχι βέβαια! Κάτι μας έλεγε και είχε παθιαστεί. Άλλωστε, όλα όσα έκανε τα έκανε με ‘πόθο και πάθος’.

Στην δεύτερη φωτογραφία, είμαστε όλοι εκεί, όλη η οικογένεια με τον Μίκη στο κέντρο, να τον στεφανώνουν τα κλωνιά της ροδιάς. Θυμάμαι καλά εκείνο το βράδυ. Οι κουβέντες μας είχαν πάει πολύ μακριά. Ήταν η περίοδος που ο Μίκης επεξεργαζόταν το μεγαλεπήβολο πρόγραμμα του για τις ανθρωπομονάδες που οι εξοντωτικοί ρυθμοί της δουλειές τις εξαντλούν. Όνειρο του που το είχε μεταλαμπαδεύσει και σε τέτοιες προσωπικότητες όπως τον Μιττεράν, ήταν η δραστική μείωση του ωραρίου δουλειάς, έτσι που ο άνθρωπος να έχει μπροστά του επαρκή χρόνο για ν’ απορροφήσει τα πνευματικά – καλλιτεχνικά αγαθά. Στα χρόνια της θητείας του στο Υπουργείο Επικράτειας, είχε στήσει και επιτροπή με σκοπό την ενδελεχή μελέτη του όλου θέματος. Είχε οραματιστεί, επίσης, πρόγραμμα ευρωπαϊκού βεληνεκούς με τους Δελφούς στο κέντρο.

Μια μακροσκελής συνέντευξη γύρω από αυτό το θέμα, που μου είχε δώσει εκεί στο γραφείο του, την είχα δημοσιεύσει σε συνέχειες σε μεγάλη καθημερινή εφημερίδα.

Ίσως δεν είναι σύμπτωση πού το σπίτι του Μίκη βρίσκεται στην Οδό Επιφανούς 1 και είναι ακριβώς άντικρυ στον Ιερό Βράχο. Ετσι ο καθημερινός διάλογος με την Ακρόπολη είναι ιδιαίτερα οικείος.

Χρόνια Πολλά Ψηλέ…

Λεμεσός 2005 

 

Κεντρική φωτο: Πανίκος Παιονίδης, Μίκης Θεοδωράκης και Μαρία Φαραντούρη, πριν από συναυλία στην Ελλάδα, 1970.

 

*Ευχαριστούμε την κυρία Έλλη Παιονίδου που μας παραχώρησε φωτογραφίες από τις συναντήσεις του Πανίκου Παιονίδη με τον Μίκη Θεοδωράκη καθώς και για την άδεια να αναδημοσιεύσουμε απόσπασμα από το βιβλίο του συζύγου της.  

Φιλελεύθερα, 26.9.2021.