Μήδεια του Ευριπίδη σε σκηνοθέσια Αλίκης Δανέζη Κνούτσεν.

Παρακολουθώντας την πρόταση της Αλίκης Δανέζη Κνούτσεν πάνω στη Μήδεια του Ευριπίδη, στο νου μου ήρθε για μια φορά ακόμη η ανεκδιήγητη δήλωση του δημάρχου Πάφου περί «σκουπιδιών» και περί «χαμηλής ποιότητας παραστάσεων». Στη δική μου οπτική είναι εντελώς ακατανόητο, ακόμη κι όταν πρόκειται για κάποιον παράγοντα με απειροελάχιστη γνώση και ενδιαφέρον για τη σημασία της πολιτιστικής δραστηριότητας, να μην μπορεί να δει τα αυτονόητα. Να μην μπορεί δηλαδή να διακρίνει τη βαρύτητα της εμπλοκής της Κύπρου στον διεθνή διάλογο πάνω στο αρχαίο δράμα. Κι ότι εκεί ακριβώς έγκειται η ουσία της διοργάνωσης: στην κινητοποίηση και σφυρηλάτηση των εγχώριων δυνάμεων μέσω της διανοητικής εγρήγορσης που υπόσχεται η ενασχόληση με τ’ αρχετυπικά κείμενα. Ακόμη κι όταν οι εγχώριες δυνάμεις τρώνε πανηγυρικά τα μούτρα τους.

Όχι ότι εν προκειμένω μιλάμε για μια τέτοια περίπτωση, αντίθετα πρόκειται για μια ολοκληρωμένη, στοχοπροσηλωμένη, προσανατολισμένη και στιβαρή σύνθεση από ένα καθολικά γυναικείο ανσάμπλ που λειτουργεί ως ενιαίο σώμα. Είχε κόπο, είχε όραμα, είχε καθαρή πρόταση, είχε συγκεκριμένες απαιτήσεις από τις ερμηνεύτριες και μια υποσχόμενη, πικάντικη συνταγή, εκτελεσμένη με σαφήνεια. Μια συνταγή που με όχημα την έξοχη, διαχρονική μετάφραση του Μίνου Βολανάκη, ξεφουρνίζει ένα ηχηρό μήνυμα ανατροπής της πατριαρχικής διαστρωμάτωσης της εξουσίας και των προνομίων. Το μεγάλο στοίχημα –που δεν είμαι σίγουρος ότι πέτυχε σε απόλυτο βαθμό- αφορά στον βαθμό πρόσβασης στο θυμικό του ευρέος κοινού. Κι αυτό γιατί το παραστασιακό αποτέλεσμα δεν κατέληξε ποτέ στην ταλάντευση ανάμεσα στο ανανεωτικό και το «ακαδημαϊκό». Πρόκειται για μια επιμελώς νεωτεριστική κατάθεση, που κατά διαστήματα ασφυκτιά μέσα στο αυστηρά εικονοκλαστικό της εκμαγείο.

Η βάρβαρη φαρμακίδα ερωτεύτηκε παράφορα τον Ιάσονα, πρόδωσε για χάρη του τον πατέρα της, σκότωσε τον αδερφό της, βοήθησε τον αγαπημένο της ν’ αποκτήσει το χρυσόμαλλο δέρας, τον ακολούθησε στην Ιωλκό και την Κόρινθο χωρίς καμία προοπτική πια για επιστροφή στην Κολχίδα, του έκανε και δύο αγόρια. Κι έρχεται μετά ο προκομμένος, σαν να μην τρέχει τίποτα, να της αναγγείλει ότι θα παντρευτεί τη νεαρή βασιλοπούλα Γλαύκη τονίζοντάς της μάλιστα θρασύτατα ότι αυτό είναι «και προς το δικό της καλό»; Ε, θα του πάρει ο διάολος τη φύτρα.

Η Μήδεια της Αλίκης Δανέζη δεν είναι μια απατημένη σύζυγος σε εκδικητική υστερία, που εκτονώνει την οδύνη από την προδοσία και τη μιαρή χαμέρπεια του άνδρα της στερώντας του τα παιδιά του. Δεν είναι μια χειραγωγημένη γυναικούλα, ούτε μια αδίστακτη φόνισσα, αλλά μια επαναστάτρια. Αντιδρά στην κοινωνική καταπίεση της γυναίκας και στην επίδειξη ισχύος της ανδροκρατούμενης κοινωνίας και σκοπός της είναι η αποκατάσταση.

Ο λοξίας Ευριπίδης δεν αρεσκόταν μόνο να ανατρέπει κοινόχρηστους μύθους, αλλά και να θέτει υπό αίρεση -ή και ν’ αποδομεί- κατεστημένα κοινωνικά στερεότυπα. Κι αν στην εποχή του οι άνδρες ερμήνευαν κατ’ αποκλειστικότητα ακόμη και τους ρόλους που αμφισβητούσαν την αδιαμφισβήτητη εξουσία τους, η συγκεκριμένη παράσταση ανατρέπει τη σύμβαση διαθέτοντας στη διανομή μόνο γυναίκες ηθοποιούς, που εκτός από τον Χορό των Κορινθίων γυναικών και τους γυναικείους ρόλους (Μήδεια, Τροφός) υποδύονται και τους ανδρικούς. Μάλιστα, ενώ σκηνικά, ενδυματολογικά και κινησιολογικά επιδεικνύεται με στόμφο η δυναμική θηλυκότητα και το σφρίγος των ηθοποιών και η αισθητική παραπέμπει ειρωνικά σε σεξιστικά ροκ βίντεο κλιπ της δεκαετίας του ’80, η πρόταση αναδεικνύει τον πολιτικό πυρήνα του έργου με όχημα τις ίδιες της τις αμφισημίες.

Πέρα, ωστόσο, από ένα δυσοικονόμητο φεμινιστικό μανιφέστο αποτελεί κι ένα αιχμηρό σχόλιο πάνω στην έμφυλη ταυτότητα και το κοινωνικό φύλο ως αμιγώς πολιτισμική και πολιτική κατασκευή. Κατά τη διδασκαλία του έργου, τα δραματικά υποκείμενα δεν ενδιαφέρονται να εστιάσουν στον διαχωρισμό των ρόλων μεταξύ θύτη και θύματος, ούτε να προβούν σε μια ανοίκεια βιολογική αντιμαχία. Η αντιστροφή των όρων είναι μια υπόσχεση ανατροπής της καθεστηκυίας τάξης.

Η Μήδεια της Στέλας Φυρογένη δεν είναι μια αλλοπαρμένη μάγισσα, μια περιθωριοποιημένη ξένη. Είναι ένας πραγματικά τραγικός χαρακτήρας, που δεν επιζητεί τη συμπόνια αλλά την κατανόησή μας. Είναι ένα καταπιεσμένο θύμα που δεν συμβιβάζεται σε παθητική στάση, αλλά εξεγείρεται επειδή ασφυκτιά μέσα στο τοξικό ανδροκρατούμενο πλαίσιο όπου συνθλίβονται και οι ίδιοι οι άνδρες, αφού για τη συντριπτική πλειοψηφία προβλέπεται ισχύς μόνο ενάντια στις γυναίκες ενώ η πραγματική κοινωνική ισχύς είναι προσβάσιμη μόνο στους λίγους. Είναι μια έγκυρη υφολογικά ερμηνεία που ουδόλως αφαιρεί από το ψαχνό του τραγικού λόγου και υιοθετεί μια φόρμα ροκ μεν, θεατρικά δόκιμη δε.

Οι 7+1 ηθοποιοί (με την ανήλικη να παρεμβαίνει αναπάντεχα από την πλατεία) ωμίζονται τα στοιχεία της μεταμοντέρνας γυναίκας που ολοένα κερδίζει κοινωνικό έδαφος και ο ρόλος της δεν εξαντλείται στη μητρότητα. Κάθε τους κίνηση και έκφραση ενέχει υπόνοιες πλήρους αντιστροφής της φυλετικής ιεραρχίας. Απτόητη από τους όποιους περιορισμούς και τις σωματικές αλλαγές της κύησης, η ετοιμόγεννη Αντωνία Χαραλάμπους προτάσσει τελετουργικά τη φουσκωμένη κοιλιά της, καθιστώντας τη μητρική επιταγή μοχλό ισχύος και δημιουργίας κι όχι πρόσχημα ανημπόριας και κατωτερότητας. Το γυναικείο/ μητρικό σώμα ανάγεται έτσι σε σύμβολο μιας πληρότητας που το τελικά «υποδεέστερο» ανδρικό είναι καταδικασμένο να μην κατακτήσει ποτέ.

Φιλελεύθερα, 25.7.2021