Η Τέχνη, δεν είναι ένα κέικ με μέλι. Είναι ο Άνθρωπος. Είναι ο Τόπος, ο Χρόνος, και το Έργο. Και το Θέατρο, όπου συντελείται κάθε έργο Τέχνης, είναι Μυστήριο.
Σώμα, και Αίμα. Ιερό. Κι αν αγαπά ένας δημιουργός αληθινά τον Άνθρωπο και τον Τόπο του, τότε οφείλει να δημιουργεί μια Τέχνη, που θα ενεργοποιεί τον Άνθρωπο του Τόπου του για να γίνει ευφυέστερος. Να βρίσκεται, δηλαδή, συντονισμένος με την ιδιοφυία του Τόπου του και του Εαυτού του. Να μη θέλει να θέτει πια όρια στην αντίληψή του. Οφείλει να μπορεί να σταθεί γυμνός, απέναντι σε κάθε μυστήριο. Για να μπορέσει, αν του δοθεί αυτή η χάρη, να προχωρήσει, ελεύθερος πια, προς τα δεσμά του.
Τι γνωρίζουμε: φράσεις όπως «μ’αρέσει», «δεν μ’αρέσει». Το πρόβλημα όμως, δεν είναι να μη γνωρίζουμε, να μην αγαπάμε. Το πρόβλημα είναι να νομίζουμε ότι γνωρίζουμε, ότι αγαπάμε. Τότε γινόμαστε ανόητοι. Ο νοήμων Άνθρωπος (ο άνθρωπος που το σώμα του κουβαλεί όλες τις πληγές των νοημάτων του) αντιθέτως, δεν φοβάται μπροστά στην Άγνοιά του. Ζει μαζύ της, ολοκληρωτικά δοσμένος. Με ειλικρίνεια. Με Ταπεινότητα. Και Χάρη. Την κουβαλεί κατάσαρκα.
Υπάρχει αφθονία ταλαντούχων ανθρώπων στον Τόπο μας αλλά και στον Κόσμο. Το Κοινό επίσης έχει ταλέντο. Το ζήτημα θαρρώ πως αρχινά τη στιγμή που κανείς πιστεύει πως το Κοινό είναι ανόητο · ότι δεν καταλαβαίνει · ότι γελιέται · ή, ακόμη χειρότερα, ότι αγαπά τα σκουπίδια. Ποιος από μας αγαπά τα σκουπίδια ; Ποιος λαχταρά τη στέρηση της Αγάπης; Οι Παραγωγοί, οι Επιμελητές, τα Κράτη, διεθνώς, φέρουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης. Γιατί οφείλουν να δημιουργούν ευφυείς κι ελεύθερους ανθρώπους. Οφείλουν ν’ αναδεικνύουν ό,τι δημιουργεί σημαντικά, ενδιαφέροντα αισθητικά ερεθίσματα στον Άνθρωπο. Ό,τι ανακινεί την Ψυχή κάθε Ανθρώπου και κάθε Τόπου. Ό,τι τους κάνει ευφυέστερους. Οφείλουν ν’ αναλαμβάνουν το ρίσκο. Ν’ αποτύχουν, ακόμη. Κι ο δημιουργός οφείλει ν’ αποτύχει. Αν γυρεύουμε μονάχα επιτυχίες, αυτό σημαίνει ότι δεν δοκιμάσαμε. Τότε νομίζουμε ότι δοκιμάσαμε, ότι πιστέψαμε, ότι φτιάξαμε, ότι αγαπήσαμε . Η αφθονία προφανώς δεν αρκεί. Ζητούμενο, δεν είναι η ποσότητα. Ζητούμενο ήταν πάντα η Ευγένεια, και η Ποιότητα. Χρειάζεται, λοιπόν, να οδηγηθούμε προς μιαν αποστέρηση. Η Τέχνη, όπως και κάθε τι άλλο στη ζωή, όπως έν’ άγγιγμα, ένα φιλί, τα μαθηματικά, ή ένα δέντρο, οφείλουν να μεταμορφωθούν και πάλι, να γίνουν αυτό που ήταν πάντα: ένα ζήτημα ζωής και θανάτου. Η Τέχνη δεν μπορεί να είναι παντού η ίδια. Κάθε αποτέλεσμα γύρω μας, είναι συλλογικό. Τ’ αντίθετο είναι μια πλάνη, μι’ αστοχασιά. Κοινότυπη εμπειρία δεν υπάρχει. Κάθε Άνθρωπος, και κάθε Τόπος, είναι μοναδικός. Κι η Ψυχή τους, παραμένει ακόμη (πάντα) ανείδωτη κι ανεύρετη. Και το θέλημα κάθε Ανθρώπου, και κάθε Τόπου, κουβαλεί κάτι απ’ την ιερότητά της.
Οι στρεβλώσεις, γύρω μας, ανακυκλώνονται διαρκώς. Χωρίς καμιά αλλαγή. Άλλη μια καταπάτηση των φυσικών νόμων. Ο σύγχρονος κόσμος (ο κόσμος που δημιουργήσαμε απ’ τον Όμηρο κι έπειτα) δηλώνει πως δεν έχει ανάγκη τον ελεύθερο Άνθρωπο. Χρειάζεται νομίζω να μας απασχολήσει πια με ειλικρίνεια αυτή η πικρή αλήθεια. Κι όλες οι σπουδαίες αναλαμπές μας, μοιάζουν στον Άνθρωπο που προσπαθεί να λυτρωθεί απ’ τα δεσμά του. Υπάρχουν δεσμά απ’ τα οποία δεν μπορούμε να λυτρωθούμε. Κι αυτό, μας το διδάσκει ο Σίσυφος. Υπάρχουν, ωστόσο, δεσμά απ’ τα οποία μπορούμε να λυτρωθούμε. Κι αυτό, μας το διδάσκει ο Προμηθέας. Ας ανοίξουμε τ’ αυτιά μας στον Μύθο. Γιατί ο κόσμος που δημιουργούμε αυτοκαταστρέφεται. Την ίδια στιγμή, έννοιες όπως η αληθινή Ζωή, η Αγάπη, η Ευημερία, η Εμπειρία, ο Θάνατος, παραμένουν για όλους μας έν’ άπιαστο όνειρο. Τα Όνειρα, όμως, βλέπουν το φως (αποκτούν νόημα δηλαδή, και σχήμα και ίσκιο ) μονάχα όταν ο Άνθρωπος που τα κουβαλεί εργάζεται γι’ αυτά. Όταν μας ταρακουνούν. Όταν μας ωθούν να κινηθούμε προς μιαν ορισμένη κατεύθυνση. Άγνωστη, το πιθανότερο. Αλλιώς δεν θα ήταν όνειρα. Αν, ωστόσο, μας επιτρέπουν να παραμένουμε αδρανείς · αν δεν μας κρατούν ξάγρυπνους το βράδυ · τότε δεν είναι όνειρα. Τότε μοιάζουν με ονειρώξεις. Ποιος από μας, στ’ αλήθεια, επιθυμεί να ζει ανάμεσα σε φαντάσματα ;
Ο δρόμος της αληθινής πρωτοπορίας, περνά πάντα μες απ’ την ανθρώπινη Ψυχή.
«Και ψυχή, ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν, εις ψυχήν αυτή βλεπτέον». Trattando l’ ombre come cosa salda. Η Ευλάβεια κι η Πίστη μπορεί να μη χρειάζονται Θεό. Απαιτούν όμως ολόκληρο τον Άνθρωπο.
Η Μυρτώ Παπαχριστοφόρου έγραψε και σκηνοθετεί το θεατρικό «Λάμπρος» που ανεβαίνει στο θέατρο Ριάλτο στις 13 Φεβρουαρίου στις 7μ.μ. Πληροφορίες / Εισιτήρια: www.rialto.com.cy boxoffice@rialto.com.cy