Αν η πρώτη συλλογή ποιημάτων του Χριστόφορου Καδή «Μνήμες Αείροες» (2000) απέχει μιαν εικοσαετία από τη νέα του ποιητική συγκομιδή «Ύμνος Ζωής» (2020), οι πηγές όμως των εμπνεύσεων και των οραματισμών, των συγκινησιακών αισθημάτων και των πνευματικών του ανατάσεων δεν αφίστανται από τις βαθιές ρίζες της άρδευσής τους.
Διηνεκώς ίδια και εσαεί ακατάλυτα τα ιερά νάματα της Ελληνοπρέπειας, της πατριδογνωσίας και της ηρωολατρίας, τα καθαγιασμένα μύρα της γενέθλιας γης και οι ζωογόνες αύρες προς αφύπνιση της μνήμης, την ενδυνάμωση της πίστης και την αναγέννηση της ελπίδας.
Εμβληματική η φιλοτέχνηση του εξωφύλλου, όπως και στην παλαιότερη συλλογή, με ανοικτή τη φτερούγα στο πτηνόμορφο σχέδιο και τον ιχθύ με αναπεπταμένα τα γραμμωτά πτερύγια από αγγείο ελεύθερου ζωγραφικού ρυθμού της αρχαϊκής περιόδου στο Κυπριακό Μουσείο. Ευκρινές εξάλλου το σήμα κατατεθέν της αρχαιογνωστικής και κυπρολογικής παιδείας του ποιητή. Και αν δεν είναι αναγωγή στους ποιητές-πουλιά, κατά τον Ουγκώ, σαφής ο συνειρμός στο ποίημα «Το στερνό μήνυμα», που κόμισαν τα «παιδιά-πουλιά» της Κυπριακής Ελευθερίας. Αλλά και η αφιέρωσή του «Στον τόπο που γεννήθηκα και στα εφτά μου εγγόνια» επιτείνει και αποκωδικοποιεί τόσο τον εικαστικό συμβολισμό όσο και τον ενδεικτικό των σημαινομένων επικολυρικό τίτλο.
Της παρούσας έκδοσης προτάσσεται οιονεί προμετωπίδα «Η Ποίηση» του ομώνυμου νεώτερου ποιήματος σε σχέση με τις χρονολογικές ενδείξεις των άλλων ποιημάτων, που επιμερίζονται σε τρεις θεματικούς κύκλους. Η πρόσληψη της ποιητικής λειτουργίας στην ουσιώδη επενέργειά της αποτυπώνεται με εναργή αλληγορία επιγραμματικής λιτότητας: «Μαζί σου πάντα/ ξαγρυπνά/ και σου μιλά/ και τραγουδά/ και ζωγραφίζει./ Κι όταν και πάλι/ στην αγκάλη/ θέλει να σε βάλει,/ σαν το μικρό παιδί/ σε νανουρίζει./ Όποτε θέλει/ σε ξυπνά/ κι όποτε θέλει/ σε κοιμίζει.». Εμφανώς οι πρώτοι στίχοι παραπέμπουν στον αποφθεγματικό παραλληλισμό του επιγραμματοποιού Σιμωνίδη του Κείου: «Την μεν ζωγραφίαν ποίησιν σιωπώσαν, την δε ποίησιν ζωγραφίαν λαλούσαν».
«Τα Κείμενα» επιγράφεται η πρώτη ενότητα, εμπνευσμένη από το επικό μεγαλείο των αθάνατων παλληκαριών της ΕΟΚΑ σε προέκταση των διθυραμβικών αίνων στην πρώτη επίσης εκτενέστερη ενότητα του προηγούμενου βιβλίου υπό τον βιβλικό υπότιτλο «Τω καιρώ εκείνω», ανακαλώντας την απαράμιλλη εκείνη εποχή του ένδοξου απελευθερωτικού μας Αγώνα. Ωστόσο, αμφίσημη η έννοια των εδώ «Κειμένων» ως ανεξίτηλων σημείων γραφής διά χειρός ηρώων και ως φωτεινά ορόσημα των καλώς κειμένων, κατά υπαινικτική αντίθεση με τα κακώς κείμενα των όσων ακολούθησαν, συσκοτίζοντας την αείζωη μνήμη τους και υπομιμνήσκοντας στους αυτουργούς το ομότιτλο «Παράπονο» της πικρής απορίας: «Γιατί μας κρύψανε τον ήλιο;/ Γιατί μας κλέψανε το φως;/ Κλαίει ακόμα ο αδελφός,/ τ’ Απρίλη ο γιος, γιατί;».
Προανάκρουσμα των ποιημάτων, που συνηχούν με αντίστοιχους στίχους στις «Αείροες Μνήμες», το ποίημα «Χωρίς Απολυτήριο», όπου μέσα από τα μαθητικά του βιώματα ο ποιητής με δέος θαυμασμού αναπέμπει τους χαμηλότονους φθόγγους της δικής του Πινδάρειας και Κάλβειας ωδής στους νεότερους Ιερολοχίτες του γένους, στην άλκιμη μαθητιώσα νεολαία της Κυπριακής Εποποιίας: «Άγουροι μαθητές/ ευαγόρες ποιητές/ χωρίς απολύτηριο,/ αλλά με τίτλο και διπλώματα/ απ’ του Αγώνα τη Σχολή,/ του Γένους οι Μεγάλοι.».
Και δεν παύει επαινέτης και υμνητής, προσατενίζοντας τις κορυφογραμμές της οφειλόμενης τιμής και του ύψιστου χρέους, να ραψωδεί εγκώμια, μελωδίες και ψαλμούς σε «ύμνο ζωής/ ύμνο αθανασίας» για γιους της λεβεντιάς και πατέρες της περηφάνιας, για «άγιες ψυχές των φυλακών», «μες στο κελί των μελλοθανάτων», «θυσιαστηρίων μάρτυρες», «ιερείς και μύστες ελευθερίας». Εμφατικό το αρχέγονο μήνυμα του Κυριάκου Μάτση, που υπογράφει με την πύρινη φλόγα της καρδιάς του «Τα Κείμενα», στις μαρτυρικές υπό διττή έννοια δέλτους της Κυπριακής Ιστορίας: «Ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούμεθα αλλά περί αρετής» ή προσφυώς εν άλλοις λόγοις υπόμνησης στους δόλιους καιρούς μας: «Ου περί αργυρίου/ του μαρτυρίου η οδός/ και των ακανθών ο στέφανος.».
Εντούτοις, το εθνεγερτήριο σάλπισμα και ο θούριος της άνοιξης του ’55 έγινε σιωπητήριο θανάτου ή «Του Θέρους» σε ελεγειακή αντίστιξη με τις «Μνήμες Αείροες», για να επαναληφθεί και εδώ το ατελεύτητο δράμα του 1974, η τραγωδία της ματαίωσης και το θρηνητικό συναξάρι της διάψευσης, όπως η επώδυνη ποιητική γραφίδα συναρθρώνει συνεκδοχικώς τις οικτρές όψεις και τις αιμάσσουσες πληγές των τραγικών δρώμενων. Βουβά τα πρόσωπα από «ανέστιους Πράξανδρους και Κηφείς, Σαλαμίνιους πατέρες και Χριστοφόρους μάρτυρες» σε «Ελλήνων Έξοδο», με άφωνους κομμούς και άηχες εξόδιες ακολουθίες να ενωτίζονται «ξένα ρήματα» σε «Συλημένες Εκκλησιές» και να οσμίζονται «Μοιρασμένα Γιασεμιά» στα αδιέξοδα της μοιρασμένης Λευκωσίας και στο εφιαλτικό θέαμα «Προσφυγικών Εικόνων» μέσα από τα καταγγελτήρια ποιήματα.
Με το εξανθρωπιστικό παράγγελμα του Μενάνδρου «Ως Χαρίεν Άνθρωπος» υψώνει η συνέχεια του «Ύμνου Ζωής» το πανανθρώπινο προσκλητήριο της αγάπης προς τον συνάνθρωπο με το χέρι του καλού Σαμαρείτη, τις αγωνιστικές πράξεις και τα έργα αρετής, όπως εγγράφονται στο ποίημα «Μνήμη Παπασταύρου» και στο δοξαστικό επίγραμμα «Υψιπέτης».
Εν τέλει, οι νοσταλγικές αναμνήσεις ξυπνούν ζωντανές και αλώβητες τις μνήμες «Της Γενέθλιας Γης», που στοιχειοθετεί την τρίτη ενότητα της συλλογής. Οι αναπαλλοτρίωτες αρχές, οι πατροπαράδοτες αξίες και τα άπεφθα ήθη της αρχοντιάς και της καλοσύνης στις εκδηλώσεις των απλών ανθρώπων και στα πρότυπα των φωτισμένων μορφών συνιστούν την αυθεντική τους εντοπιότητα. Αντί άλλου επιλόγου προεξάρχει η ακροτελεύτια παραίνεση του παιδαγωγού-ποιητή: «Είναι βαθιές,/ πολύ βαθιές/ του δέντρου μας/ οι ρίζες.».