Μερικά παιδιά δεν θα ζήσουν ποτέ την «κανονικότητά» σου.

Έβαλε το χέρι του μέσα στο παντελονάκι του. Του είπε πως «αυτό είναι ένα παιχνίδι»· ένα παιχνίδι που θα παίζουν παρέα. Εκείνο ακούμπησε την πλάτη του στο στήθος του θείου και κοίταζε τον τοίχο κι ένα κάδρο με την φωτογραφία της γιαγιάς που φορούσε τσεμπέρι και καθόταν σε μια καρέκλα κοιτώντας αυστηρά ευθεία στον φακό. Άσπρη η κορνίζα, άσπρος ο τοίχος, άσπρος ο λεκές στο παντελονάκι του που του είπε ο θείος πως θα τον βγάλει σκουπίζοντάς τον με μανία με λίγο υγρό πιάτων· άσπρα καράβια τα όνειρά μας, έλεγε το τραγούδι της εποχής που έπαιζε στις εκπομπές του στο ραδιόφωνο ο Λεωνίδας Μαλένης και τραγουδούσε η μαμά μαθαίνοντάς το κι εκείνο: «Άσπρα καράβια τα όνειρά μας, για κάποιο ρόδινο γιαλό». Κάθε φορά που γυρνούσε με την πλατούλα του στο στήθος του θείου είχε στ’ αφτιά του τη Χωματά και τον Βιολάρη -που δεν ήξερε ποιοι ήταν- και μερικές αργές κι έπειτα γρήγορες ανάσες που διέκοπταν τον ρυθμό πίσω του έτσι όπως πήγαινε νότα νότα στο μυαλό του όπως τον είχε μάθει στην κουζίνα, στο τραπέζι, μπροστά από την κούπα καφέ της μαμάς. «Αυτό είναι το δικό μας παιχνίδι! Δεν θα το πεις σε κανέναν! Γιατί, αν το πεις, θα χαλάσει το παιχνίδι και μετά δεν θα ξαναπαίξουμε μαζί, εγώ που τόσο σ’ αγαπώ». Κι έπειτα ξανάλεγε εκείνους τους στίχους που ήταν οι στίχοι για όλα του τα παιδικά χρόνια: «…Θα κόβουν δρόμο κι ένα δρόμο, μυριστικό κι ευωδιαστό, θα κόβουν δρόμο κι ένα δρόμο, άσπρα καράβια τα όνειρά μας, για κάποιο ρόδινο γιαλό, να, να, να, να, να…». Ποτέ, ποτέ δεν το ‘πε, ποτέ δεν είπε το μυστικό, το λόγο του τον κράτησε «γιατί είσαι αντράκι εσύ!» – γιατί τι μυστικό θα είναι το μυστικό αν δεν κρατιέται ως μυστικό; 

Υπήρχαν κι άλλες στιγμές που του ήρθαν ξανά στο μυαλό μετά τα είκοσί του· στη θάλασσα, σ’ ένα κήπο, στο δωμάτιο της ξαδέλφης του έπειτα από λίγους μήνες -της κόρης του θείου που σπούδαζε στην Αθήνα-, πίσω από την εκκλησία κάποιες Κυριακές, αλλά αυτά δεν μπόρεσε ποτέ να τα συγκρατήσει στο μυαλό του σταθερά ως εικόνες βέβαιες πως υπήρξαν όντως – μόνο τον τοίχο και το κάδρο της γιαγιάς που τον κοιτούσε αυστηρά απ’ τη φωτογραφία και τους ήχους -τους πραγματικούς και τους νοητούς- που κουβαλούσε μέσα του όποτε η αρρώστια ονομαζόταν παιχνίδι· παιχνίδι και μυστικό σταθερά και πλύσιμο στο παντελονάκι στο τέλος με το υγρό της κουζίνας εκεί που ήταν τα πωπουδάκια του – «βρε μωρό μου, πάλι βράχηκες;», «μαμά, μου έπεσε το ποτήρι», «πάλι σου έπεσε το ποτήρι;», «πάλι μου έπεσε το ποτήρι», «ο αδελφός μου πού πήγε; Έφυγε και σ’ άφησε μόνο σου;», «είπε πως είμαι άντρας πια, πως δεν πρέπει να φοβάμαι και πήγε στη δουλειά του, μου είπε να πάω το βράδυ απ’ εκεί να παίξουμε atari», «να πας. Και να μην βρέχεσαι πια!». Αλλά ξαναβρεχόταν. 

Ήταν δώδεκα ετών όταν έσκασαν τα παιχνίδια όλα και ξεχαρβαλώθηκαν κι έγιναν σούστες πεταμένες κι οι ανάσες έγιναν ουρλιαχτά και απειλές στα δωμάτια με τους άσπρους τοίχους και τις παλιές φωτογραφίες και τα τραγούδια περιγραφές σε πεζό λόγο· σύντομες και περιεκτικές: «Από πότε παίζατε;», «δεν θυμάμαι», «γιατί δεν το είπες στον παπά σου;», «δεν ξέρω», «αυτός λέει πως εσύ του ζητούσε να παίζετε», «δεν θυμάμαι, δεν θυμάμαι τίποτα», «και στην παραλία παίζατε;», «παντού παίζαμε. Αφού ήταν ο μόνος φίλος μου ο θείος! Γιατί δεν θα ξαναδώ το θείο;», «Γιατί έτσι πρέπει!». Σε ένα από εκείνα τα πήγαινέλα στο Μακάρειο Νοσοκομείο που η ψυχολόγος κλειδωνόταν μαζί του σ’ ένα δωμάτιο με άσπρους τοίχους χωρίς κάδρα για μία ώρα έλεγε πάντα πως «δεν θυμάμαι τίποτα» – ποιος να του εξηγούσε τι ήταν καλό και τι κακό στο δεκατετράχρονό του πια μυαλό που εκείνη ονόμαζε ως προεφηβικό «σύνδρομο της Στοκχόλμης»; Ύστερα ήταν και μία οπτικογράφηση «για το δικαστήριο» -αυτή τη θυμάται καλά στους εφιάλτες του-, μερικοί κύριοι με στολές αστυνομικών, μια ευγενική κυρία που του έλεγε ν’ αφήσει τα τραγούδια στην άκρη και να εξηγήσει πόση ώρα έτρεχε ο νεροχύτης της κουζίνας νερό μετά τα λευκά καράβια που ήταν τα όνειρά μας – «δέκα λεπτά», ήταν το μόνο που είπε· «μερικές φορές και δεκαπέντε· δεν θυμάμαι σας λέω, υπολογίστε πόσο κρατάει το ρεφρέν επί τριάντα». Πράγματι· στο μυαλό του, για πολλά χρόνια, υπήρχε ένα μεγάλο κενό – την αλήθεια τους έλεγε! 

Η ιστορία αυτή είναι πραγματική. Είναι η δική του, η δική μου, η δική σου. Είναι η τσαλαπατημένη τύχη του καθενός μα και ο θρίαμβός του· ο τρόπος που ένα χαλασμένο περιβάλλον μπορεί να ξεδιαλέξει ορισμένες συμπεριφορές και να οριστικοποιήσουν χαρακτήρες και στίγματα για μια ζωή· μιας ζωής που δεν θα είναι ποτέ καλή, ποτέ «κανονική», ποτέ ίση με τις ζωές των άλλων, ποτέ ήσυχη, ποτέ ήρεμη και ποτέ δίκαιη. Από όλες αυτές τις ιστορίες που ακούστηκαν τον τελευταίο καιρό για κακοποιήσεις, βία και κοινά εγκλήματα ποινικού δικαίου, σε αυτό που αφηγήθηκε την Τετάρτη ο ηθοποιός Δημήτρης Μοθωναίος υπάρχει εκείνη η αλήθεια που δεν είχε λεχθεί από κανέναν τόσο συγκροτημένα και τίμια και κανείς δεν έχει καταφέρει να διαπεράσει και να εξηγήσει «λογικά» -γιατί καταστρέφονται όλες οι σχέσεις του, γιατί δεν θα έχει ποτέ μια υγιή ζωή στη διάσταση που αυτή ορίζεται ως «υγιής», γιατί δεν θα μπορεί να έχει όσα οι άλλοι αισθάνονται στην «καθημερινότητά» τους, να δοθεί και να αγαπήσει βαθιά- αν προηγουμένως δεν έχει ξαναζήσει τη φρίκη εξηγώντας την ως «αρρώστια» και προσπαθώντας να αφήσει πίσω του το μεγάλο κακό που τον βίασε και θα τον βιάζει για πάντα: «Πρέπει να δουλεύω τετραπλά εγώ για να είμαι ήρεμος και ευτυχής. Εγώ καθημερινά ξυπνάω και κάνω μία ολόκληρη άσκηση, μία σειρά ασκήσεων και αναπνοών, μέσα στις οποίες επαναλαμβάνω στον εαυτό μου ότι αξίζω και έχω δικαίωμα στην ευτυχία και στην ομορφιά. Και ακόμα, όσο και να το επαναλαμβάνω, δεν το πιστεύω! Όποτε συμβαίνει κάτι, έχω την τάση να είμαι τελειομανής, να μην στενοχωρώ κανέναν – αν στη δουλειά συνέβαινε κάτι, θα μπορούσα να τρελαθώ. Κουβαλάω επάνω μου την ενοχή όλων των ανθρώπων που δεν μου αντιστοιχεί…».

Info: Για περισσότερες πληροφορίες, βοήθεια και καταγγελίες που αφορούν σε οποιασδήποτε μορφής κακοποίηση παιδιών: www.foni.org.cy (τηλ. γραμμής βοήθειας: 22103234). Το τηλέφωνο του Γραφείου χειρισμού θεμάτων βίας στην οικογένεια και κακοποίησης ανηλίκων είναι το 22808442. Ευρωπαϊκή γραμμή στήριξης παιδιών και εφήβων:116111. Σημ: Το παιδί της φωτογραφίας δεν έχει σχέση με την αφήγηση. 

xatzigeorgiou@yahoo.com

Φιλελεύθερα, 14.2.2021.