Η Κωνσταντία Σωτηρίου υποστηρίζει ότι όπως και στο εξωτερικό, έτσι και στην Ελλάδα, αλλά και στην Κύπρο, υπάρχει ένα νοσηρό μοτίβο: Το άτομο που κατέχει την εξουσία εκμεταλλεύεται τον πιο αδύναμο.

Είναι εύκολο να σοκάρεσαι. Να διαβάζεις με σχεδόν νοσηρό ενδιαφέρον τις λεπτομέρειες. Να σκέφτεσαι για αυτές τις κοπέλες, διότι γυναίκες είναι οι περισσότερες που μιλούν, πως είναι κρίμα που πέρασαν όσα πέρασαν. Να βάζεις καρδούλες και να κάνεις θετικά σχόλια στο πληκτρολόγιο. Το δύσκολο είναι να βρίσκεσαι στην αντίπερα όχθη. Να μιλήσεις. Να διηγηθείς για όσα πέρασες τότε. Να αντιμετωπίσεις τις συνέπειες. Τα «γιατί τώρα» και τα «γιατί δεν αντέδρασες τότε» και κυρίως  όλα τα υπόλοιπα που ακολουθούν όταν ο πάταγος σταματήσει και τα φώτα σβήσουν. 

Είναι φοβερές οι λεπτομέρειες που βγαίνουν στο φως και ακόμα φοβερότερα αυτά που δείχνουν να ακολουθούν. Είχα παρακολουθήσει το κίνημα metoo#  όταν είχε ξεκινήσει στις ΗΠΑ και μου είχε κάνει και τότε εντύπωση ο καταιγισμός των καταγγελιών. Το πόσες γυναίκες έβγαιναν η μία μετά την άλλη, για να καταγγείλουν γνωστούς ηθοποιούς και τραγουδιστές, ινδάλματα, άτομα που ανυψώσαμε για την τέχνη τους και που στην πραγματικότητα είχαν εκμεταλλευτεί την θέση εξουσίας και υπεροχής που κατείχαν, για να κακοποιήσουν άτομα που ήταν υπό την επιρροή τους. Όπως και στο εξωτερικό, έτσι και στην Ελλάδα, αλλά και στην Κύπρο, υπάρχει ένα νοσηρό μοτίβο: Το άτομο που κατέχει την εξουσία εκμεταλλεύεται τον πιο αδύναμο. Θεωρεί πως είναι δικαίωμα του να προβάλλει σε αυτόν τις επιδιώξεις του, τα σεξουαλικά του απωθημένα , να τον προσβάλλει και τον μειώσει. Ακριβώς επειδή βρίσκεται σε θέση υπεροχής. Επειδή πιστεύει πως είναι ανώτερος. Πως επειδή είναι σπουδαίος καλλιτέχνης βρίσκεται στο απυρόβλητο. Και το κυριότερο, επειδή μάλλον ξέρει πως το θύμα δεν θα τον καταγγείλει ή και πάλι επειδή πιστεύει πως αυτό που κάνει δεν είναι απαραίτητα κακό. Είναι «αρσενικά παλαιάς κοπής», όπως ανέφερε γνωστός ηθοποιός, ή το «παράκαναν με το φλερτ» ή «ήταν ερωτευμένοι και έπρεπε να επιμένουν», έστω κι αν το άτομο απέναντι τους βροντοφώναζε με ένα εκατομμύριο τρόπος «ΟΧΙ»!

Αυτό που μου κάνει μεγάλη εντύπωση για όλους όσους καταγγέλλονται, είναι η αδυναμία τους να πουν συγνώμη. Κανένα άτομο που έχει καταγγελθεί, κανένα άτομο που έχει κατηγορηθεί πως παρενοχλούσε σεξουαλικά ή κακοποιούσε λεκτικά ή μείωνε και καταδίωκε τους ανθρώπους που τον κατηγορούν, δεν βγήκε να πει μια ειλικρινή συγνώμη. Να παραδεχτεί το λάθος του. Να αντιληφθεί αυτά που έκανε και τι αντίκτυπο είχαν στην ζωή του θύματος. Να δείξει μεταμέλεια. Όλοι σχεδόν προβάλλουν δικαιολογίες ή αντιδρούν με θυμό  και αγανάκτηση και απαντούν μέσω του δικηγόρου του. Αυτό αντικατοπτρίζει ακριβώς την ανικανότητα τους να αντιληφθούν το μέγεθος της ζημιάς που προκάλεσαν ή πιο απλά ότι δεν είχαν το δικαίωμα να κάνουν ότι έκαναν. Το ότι είσαι ταλαντούχος ηθοποιός δεν σου δίνει το δικαίωμα να εκσπερματώσεις πάνω στο σώμα και τα όνειρα κανενός. Τόσο απλά. 

Η αδυναμία να ζητήσει ο θύτης από το θύμα συγνώμη, έχει ασφαλώς και μια άλλη διάσταση. Ποια είναι η θεσμική διάσταση αυτής της συγνώμης; Πως τιμωρείται ο δράστης; Ποια είναι η ποινή για τις καταγγελίες που έγιναν; Πόσος χρόνος χρειάζεται για να παραγραφούν τα αδικήματα; Και το ποιο σημαντικό, τι χρειάζεται να γίνει για να μην επαναληφθούν όσα έγιναν. Η νομοθεσία στις δικές μας χώρες, στην δική μας Ευρώπη δεν έχει εξ όσον γνωρίζω τιμωρητέο χαρακτήρα αλλά αποτρεπτικό. Πρέπει να θεσπιστούν νόμοι που να αποτρέπουν τους ανθρώπους αυτούς να διαπράττουν αυτά τα εγκλήματα. Νόμοι που θα κάνουν τα θύματα να μπορούν να μιλήσουν. Θεσμοί που θα δίνουν την ηθική ικανοποίηση στα θύματα πως η έκθεση τους και η καταγγελία που έκαναν θα έχει αποτέλεσμα. Οι συνέπειες του νόμου είναι αυτές που θα προστατέψουν το θύμα, όταν ο πάταγος σταματήσει, τα φώτα σβήσουν και το ανθρωποφάγο ενδιαφέρον των σόσιαλ μίντια κινηθεί σε άλλη κατεύθυνση. 

Ας μου επιτρέψετε να πω ότι αυτή τη συγνώμη θα πρέπει να την πουν  προς τα θύματα όλοι. Αυτοί που ήξεραν και δεν μίλησαν, αυτοί που είδαν και γύρισαν το βλέμμα από την άλλη μεριά. Αυτοί που άκουσαν και έκαναν πως δεν κατάλαβαν. Αυτοί που επέλεξαν να πιστεύουν πως ο χώρος της τέχνης είναι γεμάτος μόνο με φως. Επειδή σκοτάδια υπάρχουν παντού, αλλά τείνουμε να πιστεύουμε πως ο χώρος αυτός, που μας δίνει τόσες χαρές και αγάπη, δεν έχει τόσα σκοτάδια. Αν μας σοκάρουν όσα ακούμε, ας αναλογιστούμε πως ένιωσαν τα θύματα που τα βίωσαν. Πόσο ευάλωτα, εκτεθειμένα και πονεμένα υπήρξαν και είναι ακόμα. 

Οι άντρες και οι γυναίκες που βγαίνουν τώρα να μιλήσουν ας γίνουν παράδειγμα μιας κοινωνίας που αλλάζει, ενός κόσμου που έχει λιγότερες ανοχές, ενός συστήματος που τιμωρεί τον θύτη και αγκαλιάζει τα θύματα και επιτρέπει σε όσους υπέφεραν όχι απλώς να μιλήσουν αλλά και να δικαιωθούν. Απαιτείται και δικαιοσύνη αλλά και δικαίωση. Απαιτείται η ηθική αποκατάσταση του ατόμου που βρήκε το θάρρος και έδειξε τα πληγές του προς τα έξω. Που έδειξε τις πληγές του σε μας. 

Όσον αφορά τους θύτες, ας ακούσουμε τον θόρυβο που κάνει το είδωλο όταν πέφτει και καταρρέει. Όχι με χαιρεκακία αλλά με πόνο για αυτό που νομίσαμε πως υπήρξαν και αυτό που οι ίδιοι νόμιζαν πως ήτανε. Στο τέλος της ημέρας, αυτό που μένει είναι η υστεροφημία σου. Κι εκείνη η τελική απολογία, αν όχι στον κόσμο που σε πίστεψε και σε θαύμασε, αλλά στον ίδιο τον εαυτό σου. «[…] τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν, ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα, εἰρηνικὰ καὶ καλὴν ἀπολογίαν». 

Φιλελεύθερα, 14.2.2021.