Τις λίγες προηγούμενες μέρες ζήσαμε στιγμές απείρου κάλλους με την κατεδάφιση των διατηρητέων σπιτιών στην Ισοκράτους. Ο νυν αρχιεπίσκοπος ωστόσο δεν είναι ο πρώτος που αυθαιρετεί στην περιοχή. Ας θυμηθούμε πως κτίστηκε το αρχιεπισκοπικό μέγαρο τη δεκαετία του 1950.

Μια από τις πρώτες πράξεις του Μακαρίου Γ’ με το που ανέλαβε τον αρχιεπισκοπικό θρόνο το 1950 ήταν να κτίσει καινούργιο αρχιεπισκοπικό μέγαρο κρίνοντας πως το υφιστάμενο δεν κάλυπτε πλέον τις ανάγκες της νέας εποχής. Σε μια αναλαμπή προοδευτισμού, κήρυξε αρχιτεκτονικό διαγωνισμό. Ο πρώτος στην ιστορία της Κύπρου και με μέλη της κριτικής επιτροπής κάποιους από τους πιο επιφανείς αρχιτέκτονες και ακαδημαϊκούς της Ελλάδας: Δημήτρης Πικιώνης, Παναγιώτης Μιχελής, Αναστάσιος Ορλάνδος, Αντρέας Κριεζής, Αντώνης Σώχος, Κωνσταντίνος Κιτσίκης, Γεώργιος Σωτηρίου. Την πρωτοβουλία ωστόσο του αρχιεπισκόπου δεν την είδαν όλοι με καλό μάτι. Στις 8 Μαρτίου η εφημερίδα «Φωνή της Κύπρου» κυκλοφόρησε με πρωτοσέλιδο άρθρο, κάτω από την επιμετωπίδα, στο οποίο εξέφραζε την άποψη πως ένα αρχιεπισκοπικό μέγαρο είναι περιττό «την στιγμή που ο πολύς λαός στερείται άρτου και στέγης και τα εγκλήματα εις τας πόλεις και τα χωριά πολλαπλασιάζονται και ο βιοτικός τιμάριθμος αυξάνεται». 

 

  

Ο διαγωνισμός ωστόσο προχώρησε με εννιά συμμετοχές, όλες από κυπριακά γραφεία. Η επιτροπή όμως δεν κατάφερε να καταλήξει σε ομόφωνη απόφαση. Η πλειοψηφία, αποτελούμενη από τους Ορλάνδο, Σωτηρίου, Κιτσίκη και Σώχο, βράβευσαν τρεις μελέτες εξίσου με 2ο βραβείο. Αυτές ήταν οι μελέτες του Δημήτρη Θυμόπουλου με κωδικό «Κεφαλή Χριστού», του Νεοπτόλεμου Μιχαηλίδη με κωδικό «Ιχθύς» και των Ρούσου & Περικλέους με κωδικό «Έμβλημα Παλιολόγων». Η σύσταση ήταν όπως οι τρεις βραβευθέντες συνεργαστούν μεταξύ τους για να καταλήξουν σε μια κοινή μελέτη. Οι υπόλοιποι της επιτροπής, Πικιώνης, Μιχελής και Κριεζής, κατένειμαν τα βραβεία ως εξής: 1ο βραβείο στη μελέτη του Δ. Θυμόπουλου, 2ο βραβείο σ’ αυτήν του Νεοπτόλεμου Μιχαηλίδη και 3ο στη μελέτη των Ρούσου & Περικλέους. 

Ακολούθησαν εκθέσεις των προτάσεων τόσο στο Τεχνικό Επιμελητήριο της Αθήνας όσο και στο Παγκύπριο Γυμνάσιο στη Λευκωσία, ενώ ταυτόχρονα ξέσπασε μία πρωτόγνωρη δημόσια διαμάχη. Δημοσιογράφοι της εποχής, αρχιτέκτονες και άλλοι, δημιούργησαν μέτωπα υπέρ και εναντίον προτάσεων. Πιο έντονος από όλους ο Ζήνωνας Χρ. Σώζου με μια πολύ δυναμική ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα αρθρογραφία στο «Έθνος», σαφώς προκατειλημμένος. Ευθύς εξ’ αρχής υποστήριξε την αναγκαιότητα νέου μεγάρου απαλλάσσοντας μάλιστα τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ’ από την ευθύνη κι αποδίδοντας την απόφαση στον προκάτοχο του: «Η ίδρυσις του μεγάρου απεφασίσθη υπό του προηγούμενου αρχιεπισκόπου όστις απέθανε κληροδότων εις ημάς τας παντούφλας του, τα ολίγα του βιβλία και τα παράσημα του. Η πτώχεια θα υπάρχει αιωνίως, είτε ανεγείρομεν μέγαρα, είτε όχι. Δεν είναι έργον της Εκκλησίας η ανέγερσις εργατικών οίκων, αλλά της Κυβερνήσεως και των Δήμων». Στη συνέχεια ενδιάτριψε στις μελέτες εκφράζοντας, σε σειρά μακροσκελών άρθρων του, άποψη ως αυτόκλητος κριτής. Λαμβάνοντας στοιχεία από την έκθεση της επιτροπής χαρακτήρισε την μελέτη «Κεφαλή Χριστού» ως ψευδομοναστηριακή, την μελέτη «Ιχθύς» ως υπερ-μοντέρνο μοναστήρι και την «Έμβλημα Παλαιολόγων» ως βαρύ μέγαρο που υποτάσσεται εις την εξωτερικήν εμφάνιση. Και κατέληγε με το ερώτημα «πως θα μπορέσουν να συνεργαστούν οι μελετητές με εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις», δίνοντας πάσα στον αρχιεπίσκοπο πως δεν δεσμεύεται ούτε ηθικά ούτε νομικά από την άστοχη, όπως την χαρακτήριζε, εισήγηση της Επιτροπής. «Ας ευχηθώμεν, έγραφε όπως η Α.Μ. συντόμως και ριζοσπαστικώς αποκόψη τον αναχρονιστικόν αυτόν γόρδιον δεσμόν, τον οποίο οι εξ Αθηνών σοφοί Καθηγηταί ταχυδρομικώς μας απέστειλαν». 

Κι ο αρχιεπίσκοπος άδραξε την ευκαιρία. Ανέθεσε τον σχεδιασμό του μεγάρου στον εξ Ελλάδος αρχιτέκτονα Γεώργιο Νομικό, σε συνεργασία με τους Ρούσο & Περικλέους οι οποίοι κατά μία εκδοχή είχαν πάρει το τρίτο βραβείο στο διαγωνισμό. 

​​Σε επιστολή τους οι Θυμόπουλος και Μιχαηλίδης, αντιδρώντας στα τεκταινόμενα, άφησαν να νοηθεί πως κάποια διαπλοκή υπήρχε στην εν λόγω ανάθεση. Σε επιστολή τους που επίσης δημοσιεύτηκε στο «Έθνος» αναφέρουν πως ο επιλεγείς από τον αρχιεπίσκοπο Ελλαδίτης αρχιτέκτονας τυγχάνει γαμπρός επί θυγατρί του Γ. Ιωαννίδη καθηγητή και μέλους της εθναρχίας Αθήνων. Διερωτούντο ακόμα γιατί ο κ. Νομικός δεν έλαβε μέρος στο διαγωνισμό όπως και αυτοί θέτοντας τη δουλειά του ισότιμα στην κρίση της επιτροπής, αφού μάλιστα στην αρχή είχε δείξει ενδιαφέρον παραλαμβάνοντας τα έγγραφα του διαγωνισμού; Καταλήγοντας, σε μια κατά μέτωπο επίθεση, κατά του Ζήνωνα Χρ. Σώζου, ο οποίος υποστήριζε τον Νομικό χωρίς να δει καν την πρόταση του, γράφουν: «Θέλει ο κ.Σώζος να πιστεύση το κοινόν και ημείς ότι τα τόσα άρθρα και αγώνες του διά το αρχιεπισκοπικόν μέγαρον προέρχονται μόνον από την αδαή εμπέμβασιν του εις αρχιτεκτονικά θέματα ενός απλού μέλους της κοινής γνώμης;» (Έθνος 16 Ιουλίου 1953)

​Ο κ. Σώζος φυσικά επανήλθε. Με ένα κείμενο που είχε τον τίτλο «Οι βαβυλωνικοί πάπυροι της αρχιτεκτονικής» και το οποίο στις μέρες μας ίσως να αποτελούσε λίβελο. Στο εν λόγω κείμενο (Έθνος 22 Ιουλίου 1953) γράφει πως ο Θυμόπουλος είχε παραβιάσει τον όρο της ανωνυμίας της μελέτης στέλνοντας φωτογραφίες της μελέτης του στον Πικιώνη, που ήταν μέλος της κριτικής επιτροπής. Γράφει ακόμα πως στις 6 Μαΐου του 1952 ο Μακάριος κάλεσε τους αρχιτέκτονες των τριών μελετών για να τους ζητήσει να συνεργαστούν για μια κοινή μελέτη όπως είχε υποδείξει η επιτροπή, αλλά αυτοί δεν τα βρήκαν μεταξύ τους, διαφωνώντας ποιος θα ήταν επικεφαλής (ποιος θα είναι ο chef κατά την έκφραση του Σώζου). Μετά από αυτό ανατέθηκε η δουλειά στον Νομικό, του οποίου ο Σώζος έπλεκε το εγκώμιο ως ειδικού στη ναοδομία. Αναφέρει ακόμα πως οι Κύπριοι αρχιτέκτονες αμείφθηκαν με 200 λίρες έκαστος (αντί 66) που προνοούσαν τα βραβεία και στους δε Θυμόπουλο και Μιχαηλίδη ανατέθηκαν άλλες δουλειές από τον αρχιεπίσκοπο ως αντιστάθμισμα. Σε μια φανερή δε υποτίμηση του έργου τους γράφει: «… Ουδείς έχει όρεξιν να μιμηθεί το μοναστηρούδιν του κ. Θυμόπουλου με τες πορτούδες και τες αρσέρες, τα σήμαντρα και τα κελιά και ουδείς έχει διάθεσιν να υποκλέψη τα αρχιεπισκοπικά σχέδια του κ. Μιχαηλίδη που απεικονίζουν παραθαλάσσιον παβιγιόν και εις το οποίον θα ανέμενε τις να ειδή ωραίας κυρίας με μαγιώ να περιδιαβάζουν εις τας πέργκολας και βεράντας του».  

Οι Θυμόπουλος και Μιχαηλίδης στις 30 Μαΐου απέστειλαν επιστολή στον αρχιεπίσκοπο (διασώζεται στο αρχείο Νεοπτόλεμου Μιχαηλίδη) θέτοντας θέμα ηθικής τάξεως. «Η νέα τροπή, αναφέρουν στην επιστολή τους, δεν δύναται να ικανοποιήσει ούτε την αρχιτεκτονικήν μας αξιοπρέπειαν, ούτε την κοινήν γνώμη. Ούτε και δύναται να συμβεί εις άλλο πολιτισμένο μέρος του κόσμου διότι ο αθλοθέτης και ο διαγωνιζόμενος αναλαμβάνουν μιαν ηθικήν υποχρέωσιν έναντι αλλήλων».  

​Στο διάλογο, εκτός από τον Σώζο του οποίου το έντονο ενδιαφέρον όντως γεννά υποψίες για τα κίνητρα, έλαβαν κι άλλοι μέρος. Ο δρ. Μάριος Τριτοφτίδης, με άρθρα του στο «Έθνος» συμφώνησε με τον Σώζο για μη δέσμευση του αρχιεπισκόπου στην εισήγηση της κριτικής επιτροπής επικρίνοντας την μάλιστα πως δεν είχε γνώση του χώρου αλλά λειτουργούσε εξ αποστάσεως. Όσο για το ποια ήταν η σωστή απόφαση έκρινε πως η μελέτη που θα έπρεπε να είχε διακριθεί ήταν το «Έμβλημα Παλαιολόγων». «… δεν μένει καμμιά αμφιβολία ότι η μελέτη «Έμβλημα Παλαιολόγων» παρουσιάζει τα περισσότερα προσόντα διά να τύχει της εκλογής του Αρχιεπισκόπου ως η αρμόζουσα δια το αρχιεπικοπικόν μέγαρο. Και δεν αμφιβάλλω ότι ο αρχιεπίσκοπος την μελέτη ταύτην θα εκλέξη, διότι είναι αυτή που διά τα προσόντα της έχει ήδη εκλεγή υπό του κοινού ως η καλυτέρα». Στο ίδιο μήκος κύματος κι ο αρχιτέκτονας Οδυσσέας Τσαγγαρίδης ο οποίος σε πέντε μακροσκελή άρθρα επέκρινε τους χειρισμούς της επιτροπής πιστεύοντας πως θα έπρεπε να ακυρώσει το διαγωνισμό αφού καμμιά μελέτη δεν ήταν ικανοποιητική. Την επέκρινε επίσης πως υπερέβη των όρων εντολής της με εισηγήσεις για χρηματικά βραβεία οδηγώντας την αρχιεπισκοπή σε έξοδα 1300 λιρών χωρίς να έχει εξασφαλίσει έστω και κάποιο προσχέδιο.  

 

Θέση στο διάλογο πήρε και ο διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης της Ελλάδας Μαρίνος Καλλιγάς, ο οποίος έδωσε το πρώτο βραβείο στη μελέτη «Κεφαλή Χριστού» του Θυμόπουλου και διερωτάτο πως θα συνεργαστούν τόσων διαφορετικών αντιλήψεων αρχιτέκτονες. «Την απόφαση αυτή χαρακτηρίζει ο φόβος για την ανάληψη ευθυνών. Τούτο το τελευταίο είναι κάτι που μπορεί να φέρει μεγάλα κακά», προέβλεπε. «Η απόφαση λέει ότι πρέπει να συνεργασθούν οι τρεις που θεωρήθηκαν οι καλύτεροι, ανεξάρτητα από τη σειρά της επιτυχίας τους. Απορώ πως είναι δυνατόν να απαιτηθεί να συνεργασθούν άνθρωποι με τόσο διαφορετική καλλιτεχνική αντίληψη. Στην απόφαση αυτή περιέχεται ένα είδος εξαναγκασμού, ένα εμπόδιο της ελευθερίας των αρχιτεκτόνων που συμμετέχουν. Γιατί κάποιος θα πρέπει να ενεργήσει αντίθετα με τη συνείδηση του και να υποχωρήσει στην αντίληψη του άλλου;» 

Με το εν λόγω θέμα ασχολήθηκε στο πρόσφατο παρελθόν και ο αρχιτέκτονας Ζήνωνας Σιερεπεκλής, ο οποίος ανάμεσα σ’ άλλα έγραψε: «Τα πιο πάνω διαδραματισθέντα είχαν αρνητική επίδραση για τα μελλοντικά δρώμενα της Αρχιτεκτονικής. Γιατί είναι φανερό, ακόμα και από μια πρώτη ματιά στις βραβευθείσες προτάσεις, ότι η απόρριψή τους από την Εθναρχική εξουσία οφειλόταν στο γεγονός ότι αυτές εξέφραζαν μια νέα, σύγχρονη και ελεύθερη αντίληψη περί αρχιτεκτονικής και ζωής. Οι μελέτες Θυμόπουλου και Μιχαηλίδη, αρνούμενες να υποταχθούν στη λογική μιας ψευδεπίγραφης αρχιτεκτονικής, αποτελούν κρυστάλλινες στάσεις του μοντερνισμού ακόμα και για ένα κατεξοχήν παραδοσιακό και συντηρητικό θεσμό όπως η εκκλησία. Με τις θαρραλέες προτάσεις τους οι δυο ταλαντούχοι αρχιτέκτονες άφησαν όχι μόνο παρακαταθήκες μιας πνευματικής κληρονομιάς, αλλά κυρίως ένα στίγμα ήθους. Όχι τυχαία βεβαίως μετά την ανέγερση του νέου κτηρίου άρχισαν να εμφανίζονται στον κυπριακό ορίζοντα οι πρώτες «νεο-μετα-βυζαντινές» αρχιτεκτονικές».

Η μελέτη Νεοπτόλεμου Μιχαηλίδη

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η άποψη της Επιτροπής για τη μελέτη Νεοπτόλεμου. Μιχαηλίδη. Ανάμεσα σ’ άλλα αναφέρει πως «παραμέλησε την εκκλησιαστική παράδοση και η σύνθεσις φέρει την σφραγίδα ξενικής εμπνεύσεως» και πως «η επιρροή της σύγχρονης διεθνούς αρχιτεκτονικής επ΄αυτής είναι μεγαλύτερη εις τας μορφολογικάς αυτής επιτεύξεις παρά εις τα υγιείς αρχάς».  

Τη μελέτη του Νεοπτόλεμου Μιχαηλίδη ξεχώρισε και εγκωμίασε ο αρχιτέκτονας Σταύρος Οικονόμου, όντως γνήσιοι εκπρόσωπου του νέου κύματος και οι δύο. Σε κείμενο του που δημοσιεύτηκε σε εφημερίδες της εποχής αναφέρει πως η μελέτη Μιχαηλίδη επιτυγχάνει τη διατήρηση «ενός ταπεινού θερμού κι οικείου χαρακτήρα που είναι απαραίτητο γνώρισμα της χριστιανοσύνης, όπως πρέπει να είναι και της αρχιεπισκοπής». Κρίνοντας τη λύση του Μιχαηλίδη βρίσκει πως στάθηκε πιστός στις αρχές της μεσογειακής αρχιτεκτονικής, δίνοντας μια σύγχρονη λύση βασισμένη στην παράδοση. «Η μελέτη, γράφει, σαν σχέδιο παρουσιάστηκε με επαγγελματική επιδεξιότητα. Η τεχνοτροπία του σχεδιαστού πολύ ευχάριστη και λεπτή, οι δε κατόψεις, προσόψεις κι προοπτικά  σχέδια είναι καμωμένα με χάρη και γούστο». Και αντίθετα από την άποψη άλλων, ο Οικονόμου εγκωμίαζε τον τρόπο που ο Νεοπτόλεμος Μιχαηλίδης ενέταξε το κτίριο μέσα στον πολεοδομικό ιστό της πόλης χωρίς να παραγνωρίζει το περιβάλλον. 

Κεντρική φωτο: Η παλιά αρχιεπισκοπή.

* Ευχαριστούμε τον αρχιτέκτονα Χάρη Χατζηβασιλείου για την παραχώρηση στοιχείων από το αρχείο του Νεοπτόλεμου Μιχαηλίδη.

Φιλελεύθερα, 14.2.2021.