Δύο κατεδαφίσεις εκτελέστηκαν πρόσφατα στην Λευκωσία, προκαλώντας την αντίδραση του κοινωνικού συνόλου. Η πρώτη αφορούσε σε διατηρητέες οικοδομές στην περιοχή της αρχιεπισκοπής και η άλλη, σ’ένα εμβληματικό κτήριο της περιόδου του κυπριακού μοντερνισμού. Και οι δύο περιπτώσεις εμπίπτουν στη θεματική της διατήρησης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.

Η αρχιτεκτονική, ως τέχνη και επιστήμη που δίνει μορφή στο δομημένο περιβάλλον, εμπεριέχει αξίες της εποχής της, λειτουργικές και πνευματικές ανθρώπινες ανάγκες, κοινωνικοπολιτικές και γεωγραφικές συνθήκες και άλλες ιδιαιτερότητές, ως προς τον χρόνο και τόπο στον οποίο παράγεται. Έτσι, είναι άρρητα συνδεδεμένη με τον πολιτισμό και ότι καθιστά την ταυτότητα και χαρακτήρα του. Για αυτόν τον λόγο, από τον 17ο αιώνα, που θεμελιώνεται η ιστορική συνείδηση, εμφανίζεται και η έννοια της διατήρησης και αποκατάστασης. Τα διατηρητέα κτήρια, αποτελούν αρχιτεκτονικά ντοκουμέντα της ιστορίας, ενώ το περιβάλλον τους, αναπόσπαστο μέρος της συνθήκης τους. Μέσα από πολλούς χάρτες και διεθνείς συμβάσεις, διακηρύττεται η διατήρηση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και προστασίας ιστορικών κέντρων.

Παρότι η Κύπρος έχει υπογράψει τις συμβάσεις αυτές, δεν φαίνεται ότι, πάντοτε, τις υιοθετεί. Η έγκριση ανέγερσης του καθεδρικού ναού, στην περιοχή της αρχιεπισκοπής, από την πλειοψηφία του δημοτικού συμβουλίου, παρόλη την αντίθετη άποψη του ΕΤΕΚ, της Επιτροπής Διατήρησης και Αισθητικού Ελέγχου του Δήμου, διαφόρων επιστημονικών φορέων και πλήθους πολιτών αποτελούσε, καταστρατήγηση της αρχής προστασίας της ιστορικής πόλης, αφού αλλοίωνε την κλίμακα, χαρακτήρα και δομή του πολεοδομικού ιστού.

Το δε μέγεθος της πρόσφατης κατεδάφισης τεσσάρων διατηρητέων οικοδομών, δεν πρόκειται να απαλειφθεί έστω κι αν υπάρχει ενδελεχής αποτύπωση τους ή χρησιμοποιηθεί η παραδοσιακή τεχνική, καθώς, η αποκατάσταση τους δεν θα φέρει καμία αυθεντικότητα. Όπως ανέφερε και ο καθηγητής Γ. Καραδέδος, σε πρόσφατη ημερίδα που διοργάνωσε το ΕΤΕΚ, η ανακατασκευή είναι ένα υποκατάστατο του αρχικού, ενώ ο χαρακτήρας του περιβάλλοντος χώρου, που σώζεται στην αυθεντική του μορφή, πλήττεται, επιπλέον, όταν κάποιο μέρος του αντικαθίσταται με αντίγραφα.

Τα προνόμια της εκκλησίας δεν έχουν διαφοροποιηθεί ιδιαίτερα από το τέλος της τουρκοκρατίας. Εάν κατά καιρούς, χρησιμοποιήθηκαν για να προστατεύσουν τον πληθυσμό, σήμερα, η συνειδητή κατεδάφιση του πολιτιστικού τοπίου και της συλλογικής μνήμης, που συνιστούν τον χαρακτήρα του τόπου και την ταυτότητα ενός λαού, αποτελεί έγκλημα κατά του ιδίου και της ύπαρξης του.

Είναι να διερωτάται κανείς κατά πόσον ο προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου έχει αντιληφθεί ότι, η παγκύπρια κατακραυγή ενάντια στις αυθαίρετες κατεδαφίσεις του και απαξίωση της πολεοδομικής νομοθεσίας απαιτεί, βασικά, τον σεβασμό εκ μέρους του, των θεσμών μιας σύγχρονης κοινωνίας. Το ίδιο ερώτημα ισχύει και για την πλειονότητα των αιρετών της τοπικής αυτοδιοίκησης, οι οποίοι, φαίνεται να έχουν ξεχάσει εντελώς ότι, πριν ένα χρόνο, ο αρχιεπίσκοπος έπραξε ακριβώς τα ίδια, σε διώροφη διατηρητέα οικοδομή, στην οδό Ασκληπιού και μάλιστα με την ίδια αιτιολογία.  

Με απλά λόγια, έχουν καταλάβει ότι το μήνυμα των αντιδράσεων είναι πως, ο τόπος δεν είναι πια τσιφλίκι κανενός;

Αρκετές διεθνείς συμβάσεις περιλαμβάνουν, επίσης, την προστασία νεοτέρων κτηρίων, αφού παρατηρήθηκε ότι η μοντέρνα αρχιτεκτονική βρίσκεται σε κίνδυνο, κυρίως, διότι δεν αναγνωρίστηκε ως κληρονομιά, οι αρχικές λειτουργίες της αλλοιώθηκαν και η τεχνολογία της δεν ήταν ανθεκτική στον χρόνο. Η αναγνώριση της σημασίας της διατήρησης της, συνοδεύεται με  διεθνή επιστημονικά συνέδρια που επικεντρώνονται στην έρευνα και ανάπτυξη πρωτοκόλλων διατήρησης. Αξίζει δε να σημειωθεί, ότι το Getty Foundation παρείχε, από το 2014-2020, ένα πρόγραμμα χορηγιών, το ‘Keeping it Modern’, για τη συντήρηση και διατήρηση κτηρίων του μοντερνισμού, σε διάφορες χώρες.

Στην Κύπρο, δυστυχώς, η προστασία της μοντέρνας αρχιτεκτονικής δεν έχει ακόμα θεσμοθετηθεί. Μόνο ένας μικρός αριθμός κτηρίων έχουν κηρυχθεί διατηρητέα, από την πολιτεία και η αξία της δεν έχει ευρέως αναγνωριστεί. Κι όμως, η αρχιτεκτονική του κυπριακού μοντέρνου έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς, όπως και σε άλλες πρώην αποικίες, ταυτίζεται με τις διαδικασίες εκμοντερνισμού που έλαβαν χώρα τόσο σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο όσο και σε έργων υποδομής. Επίσης, αποτέλεσε σύμβολο πολιτικής ανεξαρτησίας, καθώς η διαφοροποίηση της από την αποικιοκρατική αρχιτεκτονική, συμβάδιζε με την επιθυμία για αποαποικιοποίηση. Επομένως, ενώ είναι συνυφασμένη με την τοπική ιστορία, η καθημερινή καταστροφή της, θα καταλήξει σε μια αρχιτεκτονική ιστορική περίοδο, χωρίς αξιόλογα κτιστά δείγματα.

Η κατοικία που κατεδαφίστηκε πρόσφατα στην οδό Βούλγαρη, εκτός από την εμβληματική της όψη, ανήκε στον αρχιτέκτονα Αντρέα Φωτιάδη, υιό του πρώτου Κύπριου σπουδασμένου αρχιτέκτονα, Θεόδωρου Φωτιάδη.  

Ο Αντρέας Φωτιάδης, ανήκε στην γενιά αρχιτεκτόνων που δημιούργησαν μόλις πριν και μετά την ανεξαρτησία, αποτολμώντας μορφολογικούς και κατασκευαστικούς πειραματισμούς. Η κατοικία που κτίστηκε το 1958-59, βρισκόταν σε μια περιοχή με κτίσματα της ίδιας εποχής και τεχνοτροπίας και η διατήρηση της, ως ένα αξιόλογο δείγμα, θα μπορούσε να αναβαθμίσει την περιοχή και συμβάλει στη διατήρηση των γειτονικών κτηρίων.

Επείγει επομένως, η ενδυνάμωση της συζήτησης για θέματα διατήρησης, που να περιλαμβάνουν και την κληρονομιά του μοντέρνου, προς θεσμοθέτηση νομικού πλαισίου προστασίας, το οποίο θα ορίζει διαδικασίες ελέγχου και αδειών για κάθε είδους εργασίες και επεμβάσεις. Μια παραγωγική διεπιστημονική προσέγγιση θα μπορούσε να ξεκινήσει με την εμπλοκή των επαγγελματιών και των θεσμικών φορέων του χώρου, ερευνητών και των αρμοδίων κυβερνητικών υπηρεσιών και τμημάτων.

* Η Στέλλα Ευαγγελίδου είναι αρχιτέκτονας. 

Φιλελεύθερα, 14.02.20