Σταύρος Χριστοδούλου
Τρεις σκάλες Ιστορία
Εκδόσεις Καστανιώτη, 2020

 

Η μυθιστορηματική γραφή του Σταύρου Χριστοδούλου δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Η απονομή στο δεύτερο βιβλίο του «Τη μέρα που πάγωσε ο ποταμός»(2018) τόσο του Κρατικού Βραβείου Μυθιστορήματος όσο και του Βραβείου Λογοτεχνίας της Ε.Ε. ήταν το ευοίωνο επακόλουθο του «HotelNational»(2016), του πρώτου συγγραφικού του εγχειρήματος. Και ιδού που το πρόσφατο τρίτο μυθιστόρημα καταδεικνύει, εντός μιας συναπτής τετραετούς εκδοτικής δραστηριότητας, τη συστηματική ενασχόλησή του με το απαιτητικό αυτό είδος μακρόπνοης συνθετικής δομής και υψηλών λογοτεχνικών αξιώσεων. Η συγκομιδή αποφέρει ακόμη ωριμότερους καρπούς, φτάνοντας σε κορυφώσεις ευρηματικής πλοκής, πολυπρισματικής αφηγηματικής τεχνικής και επικοινωνιακής αμεσότητας μέσα από εναλλασσόμενα σκηνικά δρώμενα κινηματογραφικής ροής και τους υποβλητικούς ρυθμούς της ρέουσας γλωσσικής καλλιέπειας με όρους αισθητικής ποιητικής.  Μεταφορικός επομένως ο τίτλος της ανάβασής του στις άλλες «τρεις σκάλες ιστορία», που καταγράφει η δημιουργική ανοδική του πορεία.

Αν η πολυθεματική μυθοπλασία των  προηγούμενων έργων εξελίσσεται εκτός Κύπρου, στο Βουκουρέστι, τη Βουδαπέστη και την Αθήνα, παραπέμποντας σε παλαιότερες καμπές και νεότερες μεταιχμιακές περιόδους κρίσιμων πολιτικοκοινωνικών γεγονότων ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους, τα δραματικά επεισόδια του παρόντος μυθιστορήματος συναρθρώνουν συνεκδοχικά τη σπαρακτική οιμωγή της κυπριακής τραγωδίας του 1974. Με την κεντρική ηρωίδα, που εξακολουθεί επωδύνως να βιώνει το ανεπούλωτο τραύμα του αλλεπάλληλου βιασμού της από Τούρκο στρατιώτη, ενσαρκώνοντας επίσης κατά συνεκδοχή τα διαιωνιζόμενα δεινά της τουρκικής εισβολής στον τόπο της προδοσίας, του μαρτυρίου και του θανάτου. 

Είναι για τούτο που ο Χριστοδούλου επανέρχεται μετά μισό σχεδόν αιώνα στις αποφράδες εκείνες μέρες του μαύρου καλοκαιριού. Μια επίπονη επάνοδος σε επάλληλους κύκλους πειστικής εξιστόρησης αληθοφανών βιωματικών εμπειριών, χωρίς την πλατυάζουσα επιβράδυνση παρεκβατικών ιστορισμών και δίχως φαντασιακούς ακροβατισμούς εντυπωσιοθηρίας. Τα σύνεργα αντιθέτως της ευφάνταστης ασκημένης γραφίδας εστιάζονται σε οιονεί αδιάψευστα συμβάντα και ανέκκλητες ζωντανές μαρτυρίες, κατορθώνοντας να φωτίσουν κάτω από την οπτική της ιστορικής αλήθειας και τη διαφάνεια της αντικειμενικής απομυθοποίησης το σκοτάδι της ένοχης σιωπής σε καιρούς αμνησίας και το υποσυνείδητο σιωπητήριο της λήθης σε δρόμους διαφυγής αλλά και λυτρωτικής αναζήτησης. Είναι εκεί, σύμφωνα με την αποφθεγματική αποτύπωση του συγγραφέως στο οπισθόφυλλο, «όπου η μνήμη αλέθεται ανάμεσα στις μυλόπετρες του χρέους και του χρόνου». Και ως ακροτελεύτια συγκεφαλαίωση της κύριας εδώ ιστορίας και της συνύφανσής της με τις επί μέρους ιστορίες των ανθρώπων, των ατελέσφορων έργων, των πληγωμένων αισθημάτων και των αδιέξοδων ημερών τους, όπως εμφαίνουν οι αιμάσσουσες σελίδες της Νεώτερης Κυπριακής Ιστορίας, «η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί», καθ’ υπόμνηση εξομολογητική του Σεφέρη και συνειρμική αναγωγή στον Αισχύλειο «μνησιπήμονα πόνο». Είναι και το τελευταίο παράθεμα  στα «ποιητικά δάνεια», που επιτάσσεται του βιβλίου και που συντμήσεις είτε εμβληματικές τους φράσεις διανθίζουν τα έντιτλα κεφάλαιά του.

Η ανακύκληση της μνήμης λοιπόν με τους τρεις χωροχρονικούς άξονες στην περιδίνηση της πολυπρόσωπης αφηγηματικής δράσης από τα χρόνια των παραθερισμών και των ερωτικών ονείρων στη Λάπηθο πριν το ’74 έως τις ημέρες του εγκληματικού πραξικοπήματος και της εισβολής του Αττίλα, τον ξεριζωμό, τον εγκλωβισμό και τον βιασμό των ψυχών και των σωμάτων, μέχρι τις μετέπειτα εποχές στη Λευκωσία των φιλικών συναντήσεων, των επαγγελματικών δραστηριοποιήσεων και των ταξιδιωτικών περιηγήσεων. Προπάντων μιας οδυνηρής οδοιπορίας από την κατεχόμενη πατρογονική γη των άγριων βιασμών, των βαρβαρικών σφαγιασμών και των ιεροσυλημένων κοιμητηρίων μέχρι την Κωνσταντινούπολη της διαμονής του βιαστή για τη διαχείριση επί τον τύπον των ήλων ενός ανεπανόρθωτα θρυμματισμένου εσωτερικού κόσμου με ανεξιλέωτες κακοφορμισμένες πληγές.

Αν ο Βενέζης περιγράφει σε μιαν από τις τελευταίες σελίδες της «Γαλήνης» τον βιασμό στην προσφυγιά της νεαρής Μικρασιάτισσας με θανάσιμα εκδικητικό τρόπο και την τιμωρία του δράστη, δεν παύει να αποτελεί, έστω ως σημείο αιχμής, ένα μεμονωμένο ειδεχθές στιγμιότυπο. Ενώ στον Χριστοδούλου το θέμα του βιασμού στον εγκλωβισμό θυγατέρων κάτω από τα διαφορετικά μάτια των μητέρων τους από το προλογικό έως το επιλογικό κεφάλαιο, με τη συχνή επαναφορά τής ωμά ρεαλιστικής περιγραφής του και των ανακλαστικών επιπτώσεων στις αντιδράσεις των θυμάτων καταλαμβάνει την έκταση του μυθιστορηματικού χώρου και την ένταση τού απείρως πολλαπλασιασμένου ψυχολογικού χρόνου. Ο βιασμός και οι ανυπέρβατες εφιαλτικές του συνέπειες. Προσφυείς παραλληλισμοί αλλά και ανάστροφοι αντικατοπτρισμοί εντοπίζονται εξάλλου σε δύο διηγήματα του Πάνου Ιωαννίδη.  Καθώς ο Χριστόφορος αναιρεί τους όρκους αγάπης στη Χλόη μετά τον βιασμό της, στην «Αθέατη όψη» οι πρόσφυγες παρότι μετατρέπουν τις ξερολιθιές σε γόνιμη γη, αδυνατούν να εκριζώσουν από τις ψυχές τους την προκατάληψη απέναντι στις γυναίκες, τις μανάδες και τις κόρες τους που βιάστηκαν από τους εισβολείς. Ενώ στις «Στολές» είναι Τουρκοκύπρια που βιάζεται από Τούρκο στρατιώτη, αλλά σε αντίθεση με την εγκλωβισμένη Χλόη καταφέρνει μέσα από παρενδυσία μεταμφίεσης να διαφύγει με τον αγαπημένο της Ελληνοκύπριο εθνοφρουρό.

Ωστόσο, το πολυεδρικό μυθιστόρημα του Σταύρου Χριστοδούλου αποκωδικοποιεί πλειάδα  αλληγορικών συνειρμών και ονοματολογικών συμβολισμών. Κατ’ αρχήν, τη μετωνυμία του βιασμού, παραπέμποντας στον «βιασμό της Αφροδίτης» του Πάντζη, απηχεί η τουρκική εισβολή σε «τρεις σκάλες γης», που την οργώνει η ιστορία της οργής για τη χαμένη αθωότητα και την τουρκοπατημένη μικρή μας πατρίδα. Με την άλλη μητέρα Θεοδοσία-Μήδεια να θυσιάζει στον βωμό της συζυγικής εκδίκησης την κόρη της, η οποία την αντεκδικείται στη σκληρότερη εκδοχή της τραγωδίας. Και άλλα πολλά σε πολλαπλά επίπεδα ανατομικής διείσδυσης και αναγνωστικής μέθεξης.