Ο Κώστας Βοσταντζόγλου, γιος του θρυλικού σκιτσογράφου Μποστ, γραφίστας ο ίδιος, θεατρικός συγγραφέας και πεζογράφος, έφυγε από τη ζωή στις 12 Φεβρουαρίου. Με αυτή την αφορμή, δημοσιεύουμε αποσπάσματα από ένα εξαιρετικό κείμενο που έγραψε για τον πατέρα του, Μέντη Μποσταντζόγλου, όταν του το ζήτησε ο συγγραφέας Δημήτρης Μαγριπλής.

Ο πατέρας γεννήθηκε στην Βασιλεύουσα το σωτήριον έτος 1918. Για τις ψαγμένες κυρίες επιβεβαιώνω πως ναι, ήταν Σκορπιός. Επίσης ήταν γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας εμπόρων – βιομηχάνων. Η καταγωγή του σογιού μας είναι από την Αμάσεια του Πόντου. Η Αμάσεια είναι μία υπέροχη πόλη στη μέση μιας πανέμορφης, πλούσιας και καταπράσινης κοιλάδας κάτω από την Τραπεζούντα. Την διασχίζει ο ποταμός Άλυς. Δεν ήτανε κορόιδο ο Μιθριδάτης που την είχε πρωτεύουσά του. Ο πατέρας επέμενε, μέχρι που μας άφησε, πως όλοι ανεξαιρέτως στο σόι μας είμαστε για δέσιμο, γιατί «παρατήσαμε την Αμάσεια, για να έρθουμε στην χώρα της… αμασείας».

Εκείνος έφτασε στην χώρα της αμασείας στα πέντε του χρόνια, το 1923, αφού πρώτα πέρασε δύο χρόνια στη Ρουμανία. Όταν έφτασε στην Ελλάδα μίλαγε τούρκικα (αναγκαστικά, μιας και όλοι σπίτι του τα μίλαγαν), αλλικά (γιατί η μάνα του είχε σπουδάσει στις Ουρσουλίνες της Πόλης και τη μάνα του την λάτρευε), αγγλικά, ιταλικά και γερμανικά από τη Γερμανίδα νταντά, (γιατί θα ήταν ο συνεχιστής της εμπορικής – βιομηχανικής δυναστείας μας), αρμένικα (γιατί αγαπούσε σαν καλοφαγάς τη μαγείρισσα που ήταν Αρμένισα και τον μπούκωνε λιχουδιές), ρουμάνικα μιας και πήγε σχολείο στο Ιάσιο και ολίγα από ελληνικά. Εδώ, με το που φτάσανε, διδάχτηκε και έμαθε αστραπιαία τα βασικά του πρόσφυγα: Πως η μάνα του ήτανε παστρικιά γιατί πλενότανε, και πως επειδή ο ίδιος δεν μίλαγε καλά τα ελληνικά στο σχολείο, ήταν ηλίθιος, τσογλάνι, μαλάκας και τουρκόσπορος. Πείσμωσε και αποφάσισε να μάθει σε βάθος και σωστά αυτή τη γλώσσα. Έμαθε λοιπόν τα ελληνικά καλύτερα από τους περισσότερους της γενιάς του.

 

  

 ΣΥΜΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ

Πήγε Γυμνάσιο στο όγδοο. Καλό σχολείο. Ήταν στην ίδια τάξη με τον Κορνήλιο Καστοριάδη, που ήθελε να γίνει μουσικός και διευθυντής ορχήστρας (από τότε τον θυμόταν χωρίς μαλλιά), τον Πρωτόπαππα, τον Γιάννη Λάμψα, τον Χατζηπατέρα και τον Αντώνη Στρατή. 

Αποφοιτώντας από το Γυμνάσιο, ήξερε ακριβώς τι ήθελε να κάνει. Ανακοίνωσε λοιπόν στον παππού μου πως ήθελε να γίνει ζωγράφος. Ο παππούς ενθουσιάστηκε και τον αποκλήρωσε. Τον στήριξε τότε οικονομικά η θεία του η Δόμνα Παπάζογλου. Το μαύρο πρόβατο της οικογένειάς μας, μιας και ήταν πλούσια, καλοσπουδαγμένη και κομμουνίστρια. Γυναίκα του Κολοζώφ, γραμματέα του ΚΚΕ που χάθηκε επί Στάλιν και μάνα του Ορέστη. Αυτή ήταν που του είπε: «Προχώρα κι εγώ είμαι εδώ. Κάνε το όνειρό σου πραγματικότητα». Το έκανε. Έδωσε εξετάσεις και μπήκε στη Σχολή Καλών Τεχνών στην τάξη του Μπισκίνη. Τη Σχολή των ονείρων του την παράτησε σε ένα εξάμηνο, γιατί όπως μας έλεγε: «Βαρέθηκα να ζωγραφίζω συνέχεια το ίδιο άγαλμα. Ήθελα να κάνω άλλα πράγματα».

Στην Κατοχή οργανώθηκε στο ΕΑΜ. Επειδή ήταν καλλιγράφος, τον βάλανε και έγραφε συνθήματα στους τοίχους. Στον Εμφύλιο, παρέα με τον φίλο του τον Γιώργο Σεβαστίκογλου, γράφανε σκετσάκια, παρλάτες, παρωδίες καλάντων και τα παίζανε στα νοσοκομεία  για να διασκεδάζουνε οι τραυματίες του ΕΛΑΣ. Ο ίδιος θεωρούσε αυτές τις εμπειρίες, τις πιο πολύτιμες που απόκτησε ποτέ, καθώς είδε με τα μάτια του την ανταπόκριση των ακροατών του. 

Δούλεψε σαν εργάτης, σαν οικοδόμος, σαν διαφημιστής, έκανε σκίτσα και άπειρες εικονογραφήσεις για χριστιανικά έντυπα, για τις προσκοπίνες, για το Ναυτικό, δούλευε σαν βοηθός του Βακιρτζή για κινηματογραφικά πανό, έγραφε εκπομπές για το ραδιόφωνο κι από παντού τον απολύανε λόγω φρονημάτων. Ακολουθούσε δηλαδή την προδιαγεγραμμένη πορεία όλων των Αριστερών της εποχής. Το 1947 είχε κάνει ήδη ένα ονοματάκι σαν καλός εικονογράφος και δούλευε στο εργοστάσιο του Δημητράκου, στον περιφερειακό του Φιλοπάππου, στην οδό Ριτσιότι Γαριβάλδι, εικονογραφώντας το «Ελληνόπουλο».

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΟΜΙΚΣ

Εκείνη την εποχή, οι εκδόσεις «Ατλαντίς» που έβγαζαν τα «Κλασσικά Εικονογραφημένα» του δώσανε την πρώτη του μεγάλη δουλειά. Του αναθέσανε, μιας και ήτανε μπατίρης άρα φθηνός, να εικονογραφήσει το τεύχος με τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Έπεσε με τα μούτρα για να «περάσει» αυτές τις εξετάσεις. Τις πέρασε, αφού ακόμα και σήμερα αυτή η εικονογράφηση θεωρείται κλασική. Στην εποχή της ήτανε εικαστική επανάσταση. Ο «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος» υπήρξε το πρώτο ελληνικό κόμικς. Μόνο να ’ξερες πόσα νυχτέρια έκανε για να το σχεδιάσει, ξανά και ξανά, ψάχνοντας εξαντλητικά τις πηγές για να είναι πιστός στις φορεσιές εποχής, στα χρώματά τους, στα πλοία της πολιορκίας, τις μηχανές των πολιορκητών, τα νομίσματα, τα μετάλλια, τα όπλα, τα τοπία, την αρχιτεκτονική των σπιτιών και των τειχών της Πόλης, και πόσα βιβλία διάβασε για την Άλωση, θα τον λυπόσουνα.

Από την «Καθημερινή» πήρε μεταγραφή, σαν σκιτσογράφος πια, στον «Ταχυδρόμο». Εκεί κάποια στιγμή ο φίλος του ο Κώστας Μητρόπουλος, που εικονογραφούσε τις ιστορίες του Τσιφόρου, αρρώστησε. Του αναθέσανε λοιπόν να συνεχίσει τις εικονογραφήσεις εκείνος. Άρχισε, και σε κάποιο από τα πρώτα σκίτσα έπρεπε να κάνει έναν βαρυποινίτη που έγραφε γράμμα στην αγαπημένη του. Για να δώσει αληθοφάνεια στο σκίτσο, μιας και ο ποινικός ήτανε στο κείμενο του Τσιφόρου σχεδόν αγράμματος, έγραψε το υποτιθέμενο γράμμα ανορθόγραφα. Το σκίτσο έτυχε καλής αποδοχής. Η ανορθογραφία συνεχίστηκε, γιατί του έδινε τη δυνατότητα, ανακατεμένη με λόγιες εκφράσεις, να βγάζει διφορούμενες ερμηνείες, να διαστρέφει, να γελοιοποιεί, να διακωμωδεί και να δείχνει τη γελοιότητα της άνωθεν επιβαλλόμενης καθαρεύουσας. Έγινε συν τω χρόνω το σήμα κατατεθέν του πατέρα. Σε διαβεβαιώνω πάντως πως ουδέποτε υπήρξε ανορθόγραφος. Στις ερωτικές του επιστολές προς τη μάνα μου έβαζε ως και τις υπογεγραμμένες.

Η ΜΑΜΑ ΕΛΛΑΣ, Ο ΠΕΙΝΑΛΕΩΝ ΚΑΙ Η ΑΝΕΡΓΙΤΣΑ

Αν η ζωγραφική ήταν το ένα σκέλος της δουλειάς του, το γράψιμο ήταν το δεύτερο. Κάτεχε καλά πως έπρεπε να έχει γερά θεωρητικά θεμέλια σαν εφόδια για να μπορεί να σχολιάζει μετά λόγου γνώσεως τα πράγματα και να μην γράφει αρλούμπες. Μεθοδικά, αφού διάβαζε κάθε μέρα όλες μα όλες τις εφημερίδες (πρωινές και απογευματινές με ιδιαίτερη έμφαση στις δεξιές, «για να ξέρω τα επιχειρήματα του εχθρού και να τον πολεμήσω» όπως έλεγε), άνοιγε το λεξικό και συγκέντρωνε πληροφορίες και από εκεί. Τότε γεννήθηκε η μαμά Ελλάς, ένα ερείπιο ρακένδυτο που αναπολούσε τα περασμένα, ξεχασμένα μεγαλεία, και τα παιδιά της, ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα. 

Όπως είναι φυσικό, παρά την επιτυχία και τον αντίκτυπό τους, τα σκίτσα του έγιναν κόκκινο πανί για τους συντηρητικούς εκδότες των εφημερίδων. Οι απολύσεις πέφτανε βροχή. Τότε ο πατέρας μου πληρωνότανε με το κομμάτι. Όταν δεν έμπαινε σκίτσο του, δεν πληρωνότανε, άρα, φαΐ γιοκ. Τόσο απλά. Στην «Ελευθερία» του Κόκκα που συνεργαζότανε τότε, ένα σκίτσο έμπαινε, είκοσι δεν μπαίνανε. Ήτανε ο καιρός που προετοιμαζότανε η αποστασία και η γραμμή της εφημερίδας άλλαξε μέσα σε μια νύχτα. Όταν τόλμησε να διαμαρτυρηθεί, ο Κόκκας του είπε: «Εσύ γράφεις σαν κομμουνιστής. Εμένα δεν μου κάνεις πια. Να πας να σε προσλάβουν εκείνοι», και τον πέταξε έξω από το γραφείο του.

Αυτό έκανε. Πήγε στην «Αυγή». Αυτοί δεν τον λογοκρίνανε ποτέ. Εκεί είχε πια δικό του χώρο να γράφει ό,τι θέλει. Έγραφε καθημερινά το πολιτικό χρονογράφημα, συν σκίτσο τις Κυριακές, επί τρία χρόνια συνεχώς. Χωρίς διάλειμμα. 

 

ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Χρησιμοποίησε στα έργα του κόλπα απλά. Π.χ. τραβούσε μια λογική πρόταση στο έσχατο όριό της και εμφανιζόταν αμέσως το ηλίθιο και το παράδοξο του πράγματος. Σαν ύπουλο άτομο που ήτανε, όπως όλοι οι κομμουνιστές, όταν ήθελε να εξευτελίσει κάτι, έπαιρνε το μέρος του. Έτσι, στην «Φαύστα» παίρνει το μέρος του πιο σκληρού νεοφιλελευθερισμού. Ισχυρίζεται πως για να έχουμε ευημερία σαν κράτος, πρέπει οι πλούσιοι να μην πληρώνουν φόρους. Ειδάλλως, αν πληρώνουν αναλογικά με τους υπόλοιπους θα σκέφτονται: «Γιατί να είμαι πλούσιος, να δίνω περισσότερα; Καλύτερα θεόφτωχος να δίνω και λιγότερα!». Άρα, για να έχουμε κράτος που προοδεύει, πρέπει να τρελάνουμε τους φτωχούς στους φόρους. Έτσι, αυτοί θα δουλεύουν σαν τα σκυλιά για να γίνουνε πλούσιοι, οπότε δεν θα πληρώνουν φόρους. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά: «Η μόνη σίγουρη οδός παραγωγής ευπόρων / είν’ να τρελλάνουν τους φτωχούς διά δυσβαστάκτων φόρων».

Κάποιος δημοσιογράφος που ανέλυε το έργο του, τον είπε «νέο Αριστοφάνη». Όταν πειράζοντάς τον του είπα: «Δες εδώ, σε λένε νέο Αριστοφάνη», η απάντησή του ήταν: «Ηλίθια σύγκριση. Εγώ είμαι ζωγράφος. Ο Αριστοφάνης δεν ζωγράφιζε». Στο ίδιο άρθρο τον αναφέρανε σαν σύγχρονο Θεόφιλο. «Ναι», του είπα, «αλλά σύγχρονος Θεόφιλος είσαι». «Ο Θεόφιλος δεν έγραφε», με αποστόμωσε. Κάποιοι τον είπανε «εθνικό διαπαιδαγωγητή». Ο πατέρας τα κορόϊδευε αυτά. Δεν τον αγγίζανε. «Μεγαλοστομίες», μου έλεγε απαξιωτικά.

Ολόκληρη τη συνέντευξη του Κώστα Βοσταντζόγλου στον συγγραφέα Δημήτρη Μαγριπλή μπορείτε να διαβάσετε στον πιο κάτω σύνδεσμο: https://nanodihghma.blogspot.com/2017/12/blog-post.html

Φιλελεύθερα, 7.3.2021.