Οι μύθοι κι οι πραγματικότητες: 

Δυο βήματα πίσω, κανένα μπροστά. 

 

Τι ελκυστικό μπορεί να υπάρχει στις υποβαθμισμένες γειτονιές του κέντρου της Λευκωσίας; Τι είδους γοητεία μπορούν να εξασκούν τα δίπλα δίπλα μαγαζιά των μεταναστών που δημιούργησαν τα γκέτο, τις μικρές κοινότητες, τους ακόμη μικρότερους μικρόκοσμούς τους που έλκουν dna από Βαγδάτη, Δαμασκό, Ισλαμαμπάντ και Χαράτσι σε απευθείας σύνδεση με τα τελευταίας τεχνολογίας smartphones που αναβοσβήνουν μανιασμένα απ’ την Τεμπών, στην Άρεως, στην Πατριάρχου Γρηγορίου μέχρι τις πόλεις της Ασίας που έχουν διαγραφεί από κάθε τουριστικό χάρτη και παραμένουν μονάχα για κάτι «τρελούς» εκλεκτικούς και παράφρονες; Το σκέφτομαι κάθε φορά που πηγαίνω για να κουρευτώ στον Yasar, στη Θράκης -25 χρονών παιδί, με ψαλιδιές λαμπρές, αποστασιοποιημένη ευγένεια (δεν έμαθε τα κόλπα) και χειρονομίες που κρατάνε κάτι από τους παλιούς μπαρμπέρηδες της πόλης· της παλιάς -και πεθαμένης πια- Λευκωσίας, στην άκρη της Ρηγαίνης, απέναντι από το σινεμά της Ρήγαινας (που κατέληξε στους επιθανάτιους ρόγχους του από ταινίες πρώτης διαλογής, να παίζει στα 90s’ ταινίες πορνό), δίπλα από τον Φεραίο με τα σπάνια κρασιά και την καλύτερη κουμανταρία (που πλέον κι αυτός «πωλείται» στα funds). Η Λευκωσία -«κατακτημένη» και κατακτημένη ανέκαθεν- δεν είχε ποτέ ένα αστικό κέντρο αντίστοιχο άλλων ευρωπαϊκών πρωτευουσών -όπως ούτε και η Αθήνα που προσπάθησε τον 19ο αιώνα να μετατραπεί άναρχα από χωριουδάκι σε πόλη- ούτε το στοιχείο εκείνο αναφοράς που ενώ ήταν για άλλα κράτη πυρήνας, για τη Λευκωσία ήταν μια «κατασκευή», μια γέφυρα π.χ. που είχε ονομαστεί πλατεία και κάτι χωριά με καφενέδες και πλινθόκτιστα δίπλα από την εντός των τειχών πρωτεύουσα που λέγονταν Λατσιά, Γέρι και Τσέρι· κάτι χωραφιές μετά το γεφύρι του Πηθκιά, δίπλα απ’ το παλιό νοσοκομείο, που «σώθηκαν» τελικά από τύχη στα ίχνη της αριστοκρατικής αρχιτεκτονικής τους στον Άγιο Ανδρέα, με τα παλιά νεοκλασικά, γιατί εφάπτονταν στην πράσινη γραμμή και στις φυλακές ίσως να έγιναν η κατά λάθος αστική πόλη -ο Λέλλος το διέβλεψε και μπήκαν νωρίς τα όρια στους αδηφάγους πολιτικούς μηχανικούς των πολυκατοικιών (ή των σύγχρονων πύργων, αν γινόταν σήμερα αναφορά στους άπληστους λεφτάδες που κατέστρεψαν τη Λεμεσό όταν υποδύθηκε τη μεγαλούπολη). 

Γι’ αυτό και η Παλιά Λευκωσία, αν κάποιος «διαβάζει» σωστά τα σημάδια και γνωρίζει πέντε πράγματα από τους γνώστες της (όπως την Άννα Μαραγκού που πολύ ατύχησε η πόλη να μην την εκλέξει δήμαρχο μήπως και αποκτούσε και λάμπρυνε το ασυνεχές της εικόνας της), έχει κάτι από τα γοητευτικότερα στοιχεία των μικρών κοινοτήτων: Κινητικότητα, παλιό φιλότιμο, εσωτερική δύναμη, δημιουργώντας ιστούς από αντανακλάσεις μερικών μορφωμένων ανθρώπων, εκλεπτυσμένων, που έζησαν εντός της -μερικών μοναχικών καβαλάρηδων, κυρίως. Αυτή την εικόνα, την εικόνα μιας πόλης που άνθισε όμορφα από τη λαϊκή της ρίζα, στους δρόμους που σήμερα δεν ακούς πια ελληνικές λέξεις σα να ‘χει ξεπέσει ό,τι υπήρχε ως αίσθηση κέντρου εκεί μέχρι πρότινος, την περιγράφει στα καλύτερα μυθιστορήματά της, αποσπασματικά ίσως, η Ήβη Μελεάγρου (που πέθανε πριν από δύο χρόνια), μια παραγκωνισμένη όσο ζούσε συγγραφέας -τιμημένη, ωστόσο, εκτός νησιού- στην «Ανατολική Μεσόγειο» και στην «Προτελευταία Εποχή» της. Ίσως η κορυφαία -που η αξία της θα διαφανεί στο μέλλον της ιστορίας της Κυπριακής Λογοτεχνίας- που διέβλεψε τις λάσπες στο μεταμοντέρνο που μας καταπίνει. Στην ασυγκράτητη αλαζονεία μας πια. Στη φάση των λεφτών μας –των μαύρων λεφτών μας. 

Την ώρα που το συλλογικό ίχνος μιας κάποιας υψηλής αισθητικής έχει πεθάνει οριστικά σ’ αυτό το μικρό νησί που ονομάζεται κράτος, μικρότερο πια κι απ’ την Κρήτη στον έλεγχό του (όπως συνηθίζω να λέω σε φίλους για να προσδιοριστεί επακριβώς το πραγματικό μέγεθος της γεωγραφικής μας οντότητας και όχι το ουτοπικό που μας κατατρώει), αλλά με ύφος Παρισίων και αισθητική Καλκούτας -δηλαδή, χωρίς αστική μνήμη ενός πραγματικού μεγαλειώδους παρελθόντος πόλης, αφού ατύχησε να ‘ναι αεναώς υπόδουλη- έχοντας ως πραγματική εικόνα του κόσμου γύρω μας εκείνα τα άκρα που ξαφνικά συγκρούονται άτσαλα (των αρπακτικών, των φασιστών και κάτι κατακαημένων κακομαθημένων fau αντιεξουσιαστών που αποφάσισαν να κάνουν σαματά σε δυο τρεις εκδηλώσεις τους καίγοντας κάδους με ξένα κόλλυβα), θα έπρεπε κανονικά να μας είχε τρομάξει –μερικοί άνθρωποι που εμπιστεύομαι για το πνευματικό τους έργο, συμφωνώντας σιωπηλά, είναι απολύτως βέβαιοι πως ελπίδα δεν υπάρχει πια με τους αυτόχθονες που υψιπετούν ολημερίς, γιατί εκλείπει το βασικότερο, η βασική προϋπόθεση επαναπροσδιορισμού: Η παιδεία. Μια ανθρώπινη συναλλαγή με έναν μέσο νου, ένα κλείσιμο ματιού στη θλιβερή, χωριάτική μας επικαιρότητα στα ψιλά των sites, προκαλεί θλίψη και επιβεβαίωση του αγγίγματος του γκρεμού (μας)· πώς καταντήσαμε έτσι;

Στη Λάρνακα πήγα την Τετάρτη για λίγη ανάσα θάλασσας -στην άναρχη οδό Ιστανμπούλ με τα χαμηλά τουρκοκυπριακά σπίτια «διαβάζεται» όλη η ματωμένη ιστορία της Σκάλας που είναι μια ολοσώματη εμπειρία Πολιτισμού μόνο απ’ την ύπαρξη της οικογένειας Πιερίδη που δεν πτοείτο και άνοιγε ουρανούς μεγαλοφυώς. Απέναντι από ένα παγκάκι, στις Φοινικούδες, μερικά αγόρια έπαιζαν beach volley δίπλα από την ήρεμη αβαθή θάλασσα αδιαφορώντας για τη δίβουλη φύση της πόλης που προς το παρόν τη γλυτώνει ξυστά από τα απούλητα (ποιος ξέρει γιατί) for sale διαμερίσματα στην ακτή με τους κινέζικους αριθμούς τηλεφώνων. Σηκώθηκα και τράβηξα αυτή τη φωτογραφία που νομίζω πως είναι και ενδεικτική αυτής της πικρής εποχής της Κύπρου που μοιάζει πλέον με προβοκάτσια –ένας λαός που ηδονίζεται να τρέφεται πια απ’ τα αυτογκόλ· σα να ‘χει εμποτιστεί τελευταία με μία είδους διαστροφή αυτοκαταστροφής: Το συρματόπλεγμα, η θάλασσα, ο ήλιος κι η γύμνια (μας). 

Φιλελεύθερα, 20.12.2020.