ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΟΝ «ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ»

 

[ΚΑΤΑΓΩΓΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΣΕΙΣ]

Απ’ όλες τις ρίζες μου, αυτή που με συγκλονίζει περισσότερο, χρόνο με τον χρόνο, είναι εκείνη από τη

Μικρά Ασία, από τη Σμύρνη.

Κι αυτή η εμμονή μου με τρώει από παιδί, από τότεπου ζούσα πλάι στον παππού Ηλία και στη γιαγιά Μαργαρίτα από τη Σμύρνη.

Έτσι, χρόνια τώρα, επιστρέφω στα πάτρια εδάφη, συχνά με τους γιους μου.

Μ’ ενθουσιασμό, πάθος, πίστη και σεβασμό.

Βέβαια, γεννήθηκα στο Παρίσι και είναι κι αυτό η πατρίδα που μου ’δωσε τη σκέψη και τη mentalité.

Ελληνίδα-Γαλλίδα!

Αν και τελικά μονάχα Ελληνίδα, εντούτοις νιώθω τις χαρές και τη διάνοια των Γάλλων, νιώθω σαν Γαλλίδα στομυαλό.

Όμως, παιδί, αλώνιζα ολημερίς τη Νέα Σμύρνη – ναι αυτή είναι η πατρίδα μου!

Βέβαια, και πάλι μικρή πολύ –θα ‘μουν πέντε χρονών–πρωτοπήγα στο Βραχάτι κι από τότε, πενήντα έξι χρόνια, ζούμε πάνω στο κύμα. Στα εξήντα ένα μου ζω, πλέον,μόνιμα εδώ.

Εδώ, αγαπάω τον κήπο μου, τα δέντρα, τα φυτά, ταλουλούδια, τις αμέτρητες γάτες και τους αμέτρητους σκύλους που μαζεύουμε με τους γιους μου από τους δρόμουςσε όλη την Ελλάδα• τα σκυλάκια και τα γατάκια που ταΐζωκαθημερινά στους δρόμους της περιοχής…

(Βοηθήστε με!)

Εδώ ζω• κατάγομαι, λοιπόν, κι από δω.

Είναι και η Ζάτουνα στην Αρκαδία, στα ψηλά βουνά,που ζήσαμε εξορία μονάχα έναν χρόνο, αλλά είναι μέσαμου σαν να ’ζησα μια ολόκληρη ζωή. Είναι κι αυτή πατρίδα μου, βαθιά ριζωμένη.

Κι έπειτα, είναι όλες οι πόλεις που έζησε ο μπαμπάς,Χίος, Ερμούπολη Σύρου, Μυτιλήνη, Ιωάννινα, Αργοστόλι,Πάτρα, Πύργος, Τρίπολη.

Και η μαμά μου, η Σμυρνιά (!), γεννήθηκε στο Αίγιο, εδώκοντά, λίγο πιο πέρα – είναι κι αυτή η πόλη μου. Αγαπημένη πόλη, έχω κάτι κι απ’ αυτή…

Όμως πρώτα η Σμύρνη, η Μικρά Ασία.

Είμαι από κει πέρα.

Είμαι παιδί προσφύγων.

Ήμουνα κι εγώ κάποτε πολιτικός πρόσφυγας, κοριτσάκι στο Παρίσι, δίπλα στους γονείς μας.

Ξένη στη χώρα που γεννήθηκα.

Εκεί πήγα στο γυμνάσιο κι ένιωσα Γαλλίδα…

Και γνωρίζω πολύ καλά…

Όμως η Σμύρνη με συνταράσσει.

Είναι η Πατρίδα μου.

Καταστροφή.

Εξαφάνιση.

Αδικία.

 

 

 

Οι ρίζες μου απλώνονται βαθιά μέσα σε μιαν απέραντηαδικία. Την ένιωσα πριν καν γεννηθώ. Τώρα, μεσήλικας,κοντά γριά, νιώθω ακόμα πιο πολύ Μικρασιάτισσα.

Καιρός να επιστρέψω. Πάνε πέντε χρόνια που επισκέφτηκα τελευταία φορά την Τουρκία. Την πολυαγαπημένημου Κωνσταντινούπολη. Μακάρι να ζούσα εκεί για πάντα…

Όμως τότε δεν πήγα στη Σμύρνη. Τελευταία φορά ήταντο 2010 με τον Μίκη, τη Βάλια, τον Άγγελο, τον Αλέξανδρο, τη Sophie και την καλή ξεναγό μας κυρία ΚατερίναΠρόκου.

Είμαι απόγονος Μικρασιατών, σχεδόν και από τις δύοπλευρές: οι γονείς της μητέρας μου, η γιαγιά Μαργαρίτααπό τη Σμύρνη κι ο παππούς Ηλίας Αλτίνογλου από τηΜαγνησία και πιο συγκεκριμένα από το Χορόσκιοϊ (δηλαδή από το Πετεινοχώρι!). Το επισκέφτηκα με τα παιδιάμου, τη Sophie και με ξεναγό την αγαπημένη μας Πολίτισσα Κατερίνα Πρόκου τον Οκτώβρη του 2010.

Τη Σμύρνη, όμως, την πρωτοείδα το 1970!

Ήμουνα έντεκα χρονών και φυγάς με τη μαμά μουκαι τον αδελφό μου Γιώργο. Μας φυγάδευσαν ο JacquesLhardit και η jolieMarlene – δεν είμαι σίγουρη για τοόνομά της.

(Να ρωτήσω τους γονείς μου.)

Ήταν η φιλενάδα του Jean-JacquesServan-Schreiber, οοποίος είχε απελευθερώσει έναν μήνα νωρίτερα, τον Απρίλη του 1970, τον πατέρα μου και τον είχε ήδη υπό τηνπροστασία του στο Παρίσι.Φιλενάδα του ΜrJacques καιπέτρα σκανδάλου επίσης, απ’ ό,τι είχα ακούσει πολύ αργότερα από τους γονείς μου.

Εμείς, όμηροι της χούντας, το σκάσαμε Πρωτομαγιά του1970.

Μ’ ένα πλοίο αναψυχής του Ποταμιάνου. Από τη Ραφήνα στη Χίο και από κει, με το καράβι της γραμμής, απέναντι στον Τσεσμέ. Περάσαμε «επεισοδιακά» το τελωνείοκαι περισσότερο τον έλεγχο των διαβατηρίων, σαν τουρίστες Γάλλοι πολίτες, μαζί με τους Γάλλους φίλους μας.

Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία…

Πάντως, ποτέ δεν θα ξεχάσω την πρώτη μου εντύπωσητη μέρα που αντίκρισα την παραμυθένια πόλη, την πατρίδα της γιαγιάς μου Άσπας.

«Άσπα» τη φώναζε πάντα ο παππούς μου ο Κρητικός!

«Άσπα!» «Άσπα!» Την Ασπασία.

Ήμουνα, τονίζω, μόνο έντεκα χρονών παιδάκι, βουτηγμένο στα παραμύθια που μας έλεγε η Κερκυραία κοπέλα,η Αλεξάνδρα. Παραμύθια της Ανατολής! Εξωτικά παραμύθια! Και με τεράστιους παραδεισένιους κήπους.

(Κάτι που κατάφερα, επιτέλους, να φτιάξω στο Βραχάτι! Δύο θεσπέσιους κήπους! Όπως στα παραμύθια της Αλεξάνδρας• τα παραμύθια της αισθησιακής Ανατολής…)

 

 

 

Τώρα αντίκριζα μια τέτοια πόλη.

Και δεν θα ξεχάσω ποτέ τη διαδρομή που κάναμε μεαμάξι αμέσως μόλις κατεβήκαμε από το πλοίο. Πρέπει ναήταν ήδη αργά, γιατί όταν φτάναμε στη Σμύρνη άρχιζε νανυχτώνει.

«Εβδομήντα χιλιόμετρα από τον Τσεσμέ».

Εκείνη τη μέρα αυτό μάθαμε: η Σμύρνη απέχει εβδομήντα χιλιόμετρα από τον Τσεσμέ.

Εβδομήντα χιλιόμετρα. Εβδομήντα χιλιόμετρα.

Το ’μαθα για πάντα, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.

Εβδομήντα χιλιόμετρα.

Ποτέ δεν ξέχασα και δεν ξεχνώ: εβδομήντα χιλιόμετρα ηΣμύρνη από τον Τσεσμέ.

Από τη Σμύρνη της μίας μου γιαγιάς, της Μαργαρίτας…

…Και από τον Τσεσμέ της άλλης γιαγιάς μου, της Ασπασίας!

Σε όλη αυτή τη διαδρομή, από τη μια μεριά ήταν ηαπέραντη γαλάζια θάλασσα. Από την άλλη, ατέλειωτακτήματα με αμπέλια σουλτανίνα κι έλαμπαν τα μεγάλαπράσινα φύλλα στον ήλιο!

Το πιστεύεις αυτό που σου γράφω;

Έλαμπαν τ’ αμπέλια κάτω από τον χαρούμενο και φωτεινό ουρανό της Μικράς Ασίας!

Δεν θα το ξεχάσω αυτό ποτέ!

Φτάσαμε νύχτα στη Σμύρνη. Θυμάμαι τα δυνατά λευκά φώτα ενός ζαχαροπλαστείου σαν από φωτογραφίατου 1900. Ποτέ δεν θα ξεχάσω το ξάφνιασμά μου, τα έκπληκτα μάτια μου μπροστά στο απίστευτο αυτό ζαχαροπλαστείο με τα αμέτρητα λιβανέζικα γλυκά.

Έγιναν πολλά και διάφορα, έως που φύγαμε την άλλημέρα από την Τουρκία, πάλι κρυφά από το τουρκικό κράτος για να μη συμβεί διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ της ελληνικής χούντας και της τουρκικής κυβέρνησης, μια καιπροφύλασσε φυγάδες από την Ελλάδα – εμάς!

Φύγαμε με ένα μικρό ιδιωτικό αεροπλάνο που παραχώρησε προσωπικά ο Γάλλος MarcelDassault, ο ιδρυτήςτης εταιρίας «DassaultAviation». Συμμετείχε κι αυτός στην επιχείρηση, μας είπε η μαμά και μας εξήγησε πόσοσπουδαίος ήταν! Ένας Εβραίος, παλιός κομμουνιστής.

Εμείς καμαρώναμε! Η περιπέτεια συνεχιζόταν, γεμάτη εκπλήξεις για δύο επαρχιωτόπουλα.

Κι η ιστορία μου συχνά αναφέρεται σε διάσημα άτομα.

Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία…

Όσο για τους γονείς του πατέρα μου, η μητέρα του ήταναπό τον Τσεσμέ.

Τον Τσεσμέ τον πρωταντίκρισα παιδί, το 1970, ερχόμενη από τη Χίο με τη μητέρα μου και τον αδελφό μου.Αυτό, λοιπόν, που φανερώθηκε μπροστά στα μάτια μουτότε, ήταν μια πολιτεία βγαλμένη από τα παραμύθια πουμας έλεγαν οι μεγαλύτεροι. Πολιτεία από τις «Χίλιες καιμία νύχτες», με ξύλινα σπίτια με κιοσέδες, μπαλκόνιακλειστά με καφασωτά και παραθυρόφυλλα με ανοιγόμενες περσίδες, σαν να ήταν έτσι για να προφυλάσσουν κρυφές χανούμισσες και καθωσπρέπει κορασίδες ελληνικών οικογενειών, τα παλιά χρόνια, πριν από την Καταστροφή.

Εγώ ήμουνα ένα μικρό κορίτσι ονειροπόλο, πνιγμένοστα παραμύθια που άκουγα, αλλά πιο πολύ κουβαλώνταςτις ιστορίες των δικών μου• για το σπίτι τους στη Σμύρνη• για τις εκδρομές τους στο Κορδελιό και πιο μακριά, σταΒουρλά.

Στα Βουρλά ήρθε ο παππούς μου ο Κρητικός το 1919,με τα ελληνικά στρατεύματα, υπηρετώντας στο επιτελείοτου Αριστείδη Στεργιάδη, του διορισμένου Ύπατου Αρμοστή της Σμύρνης. Η έδρα τους ήταν στα Βουρλά. Σύντομα απέκτησε συνάδελφο και φίλο, τον Αντώνη Πουλάκηαπό τον Τσεσμέ. Κι ο παππούς ο Κρητικός πήγαινε στονΤσεσμέ, στο σπίτι του φίλου του Αντώνη, κι εκεί γνώρισετη γιαγιά Ασπασία, μία από τις τρεις αδελφές του φίλουτου: η Φρόσω, η Πόλυ και η Ασπασία.

Ερωτεύτηκαν και παντρεύτηκαν.

Μετά την Καταστροφή βρέθηκαν στη Χίο. Ο παππούς,διευθυντής της εκεί Νομαρχίας. Εκεί γεννήθηκε και ο πατέρας μου, το 1925.

Όλα τα προηγούμενα χρόνια γάμου προσπάθησαν νακάνουν παιδιά αλλά η γιαγιά απέβαλλε κάθε φορά.

Τυχερός, βγήκε ο πατέρας μου και πολύ αργότερα οθείος Γιάννης.

* * *

 

 

 

 

Ξαναπήγαμε στον Τσεσμέ το 2005.

Μέσα στο πλοίο της γραμμής ο πατέρας μου, η μητέρα μου, όλη η ορχήστρα, οι τραγουδιστές, τα παιδιά μου,δημοσιογράφοι και κινηματογραφιστές που τραβούσαναυτή την ιστορική στιγμή για τον πατέρα μου!

Επέστρεφε ειρηνικά, ξεκινώντας από το νησί που γεννήθηκε ογδόντα χρόνια πριν, τη Χίο, στην πόλη της μητέρας του. Στην Αγιά Παρασκευή, όπως το έλεγαν τότε οιΈλληνες το ακριανό χωριουδάκι Ελλήνων ψαράδων δίπλαστον Τσεσμέ, όπου έζησε η γιαγιά μου.

Είναι χαρακτηριστικές οι φωτογραφίες του πατέρα μουκαθώς πλησιάζουμε την απέναντι ακτή – οι τρεις κινηματογραφιστές που τον τραβούσαν ασταμάτητα, έδειξανκυρίως το βλέμμα του και τη ματιά του, πάντα και ταχέρια του!

Και μετά, έκαναν «τράβελινγκ», όπως λένε στη γλώσσα του κινηματογράφου, και δείχνουν την ακτή της Ιωνίαςόταν πλησιάζει το καραβάκι και μετά στρέφονται πάλιπρος το καραβάκι όπου είμαστε πολύς κόσμος, όλοι σανκουβάρι τυλιγμένο. Είναι και επίσημοι και δήμαρχοι απ’όλα τα νησιά που αντικρίζουν τη Μικρασία!

Και δείχνουν τη θάλασσα που αφρίζει χτυπώντας τοκαραβάκι μας και πάλι τον μπαμπά που ατενίζει όλο γλύκα, ησυχασμένος…

Τι ωραίο ταξίδι!

Τόσο διαφορετικό από το πρώτο!

Όταν φτάσαμε αντίκρισα μιαν άλλη πολιτεία! Μια τσιμεντένια πόλη με χιλιάδες βιλίτσες να απλώνονται κατάμήκος της ατέλειωτης παραλίας με τις πολυάριθμες ιαματικές πηγές από τις δυο μεριές της πόλης.

«Τσεσμέ», άλλωστε, σημαίνει «πηγή».

Αλλά πιο επιβλητικά ήταν τα πολυτελέστατα ξενοδοχεία που ανακαινίστηκαν και αναπήδησαν τα τελευταίαδέκα χρόνια! Έχουν κι αυτά, σχεδόν όλα, ιαματικά λουτρά, καυτά νερά σε πισίνες να χρυσίζουν από το θειάφι ήόποιο άλλο μέταλλο.

Έχουν και χαμάμ. Πολλά χαμάμ στα υπόγειά τους.

Πλήρης μεταμόρφωση.

* * *

Επιστρέφω στην Τουρκία, από τότε, κάθε χρόνο και τριγυρίζω παντού! Ξανά και ξανά. Με κυνηγάει η πατρίδα– πώς να το εξηγήσω; Όταν βρίσκομαι εκεί γεμίζω μεσυγκινήσεις, πόνο και παράπονο. Αλλά κι ενθουσιασμό,γιατί χρόνο με τον χρόνο τα βρίσκω όλα πολύ καλύτερα.

Τώρα είμαστε ευπρόσδεκτοι εμείς οι Έλληνες – καμίασχέση με το πρόσφατο παρελθόν.

Όπου κι αν βρεθώ, από τη μακρινή Αντιόχεια έως τοΚαρς στον Νότο και στην Αδριανούπολη κοντά στα σύνορά μας και στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη(την πατρίδα πατρίδα, τη δικιά μου πόλη – από το 2005έχω πάει αμέτρητες φορές)˙ κι αλλού, βεβαίως, όπου κιαν πήγα ένιωσα την αγάπη τους και τη χαρά τους˙ καιστη Λυκία και στην Πισιδία και στην Καρία και στην Κιλικία και στη Φρυγία και στην Ιωνία, και ξανά έως τηνΑντιόχεια… και… και…

Μόλις τέλειωσα το βιβλίο του Ηλία Βενέζη –συνονόματος του παππού μου– Το νούμερο 31328 – Το βιβλίο της σκλαβιάς και έπιασα να διαβάζω του ίδιου συγγραφέατο Μικρασία, χαίρε.

Είμαι πάλι πλημμυρισμένη από συγκίνηση και πόνο.Κλαίω, μουρμουρίζω.

Μπήκα στο Ιντερνέτ για να ψάξω για τη ΜικρασιατικήΚαταστροφή. Όλο εκεί καταλήγω. Έτσι διάβασα τη μαρτυρία σου, απόγονε Μικρασιάτη. Ήθελα να μάθω κι άλλες λεπτομέρειες…

Μετά σκέφτηκα να γράψω κι εγώ κάτι για τους δικούς μου.

Μα η ερώτηση κάποιας αναγνώστριάς σου –«Η συνέχεια;»– μ’ εκνεύρισε. Ποια συνέχεια; Εμείς είμαστε ηβιολογική συνέχεια, ποτισμένοι από τις θύμησες και τηλατρεία των παππούδων μας.

Δεν ξέρεις τι είναι αυτό αν δεν είσαι παιδί πρόσφυγα.

Είναι η βαθύτερή μας μνήμη, αυτή που φυτεύτηκε μέσα από τα λόγια και τα τραγούδια της γιαγιάς μας.

Μεγαλώνοντας έγινε μαγνήτης που μας τραβάει, φραπ,όλο προς τα κει και για πάντα. 

Αλλά με τη γλυκύτητα της γιαγιάς – κατάλαβες;

Και την τελική συμφιλίωση με τους γείτονές μας.

Πώς αλλιώς θα το ’βλεπες;

Μαργαρίτα

Αρχές Ιουνίου του 2013 (νομίζω)

 

Info:Το βιβλίο της Μαργαρίτας Θεοδωράκη «Αναμνήσεις ενός κοριτσιού», θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες σε όλα τα βιβλιοπωλεία από τις Εκδόσεις Ιανός. Αγορά του βιβλίου μπορεί να γίνει επίσης και από το ianos.gr, από το eshop των Εκδόσεων Ιανός: https://www.ianos.gr/anamniseis-enos-koritsioy. Ευχαριστούμε θερμά για τη συνεργασία και την παραχώρηση του υλικού, τους κυρίους Νίκο Καρατζά και Σταμάτη Νικηταρά.

 

Φιλελεύθερα, 20.12.2020.