Μαρία Κούβαρου, «Ταξίδια στασιμότητας», εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές 2018.

Η συλλογή «Ταξίδια στασιμότητας» είναι το δεύτερο ποιητικό βιβλίο της Μαρίας Κούβαρου, ένα χρόνο νωρίτερα προηγήθηκε το «Η γέννηση της σκύλας». Η νέα δημιουργός έχει αποκρυσταλλωμένο ποιητικό ύφος και διασαφηνισμένη θεματική διαπασών. Ως προς το ύφος κινείται στα πλαίσια της μινιμαλίστικης αισθητικής. Ως προς τη θεματική, κατά κύριο λόγο, γράφει ποίηση εσωτερικού χώρου, ποίηση δωματίου και ενδοσκόπησης.

Η ποιήτρια συνδιαλέγεται με τον εσωτερικό της κόσμο, με τα συναισθήματα της, αρνητικά και θετικά. Και κυρίως με ό,τι της προκαλεί πόνο, θλίψη, αναστάτωση, ανησυχία και συντριβή: «Αϋπνία / Νιώθω τα χάδια σου να μου θωπεύουν το μυαλό / Σε ξελόγιασε και πάλι, καθώς φαίνεται / Αυτή η πλανεύτρα η απελπισία μου / Με την αδαμιαία βραδινή περιβολή της». (σελ. 62) 

 Η Μ.Κ. καυτηριάζει την υποκρισία των διαπροσωπικών σχέσεων, τον καθωσπρεπισμό που εγκλωβίζει τους ανθρώπους σε κίβδηλες σχέσεις. Ψέγει αυτό που κάνει τους ανθρώπους όμηρους της εικόνας τους, αιχμάλωτους σε συνήθειες και οφειλές, βαριές και ανούσιες: «Δε μιλάνε αισχρά στο σπίτι αυτό / Περνάνε πρώτα από τον κλίβανο την κάθε λέξη τους / Καπνό από τσιγάρο δεν θα μυρίσεις / Σε κανένα δωμάτιο. / Η μουσική είναι μονίμως χαμηλωμένη. / Για να ακούγονται τα βήματα / Σαν τρίζουν τα παπούτσια / Στο καλογυαλισμένο πάτωμα / της αποστειρωμένης φυλακής τους». (σελ. 23)

Τα ανθρώπινα αδιέξοδα, οι συναισθηματικές-ψυχολογικές ομηρίες των ανθρώπων σαγηνεύουν την ποιήτρια. Μοιάζει να εμπνέεται συνεχώς από τις μικρές μα συχνές ανθρώπινες τραγωδίες που συναντάμε ολόγυρά μας. Αντικρύζει με πόνο τον κάθε άνθρωπο, που βαδίζει μόνος και αβίαστα προς τον όλεθρο του: «Το φως του ήλιου έχεις κάνει θανάσιμο εχθρό σου / Κάθε ηλιακτίδα και ένα έγκαυμα / τρύπες ανοίγει πάνω στο δέρμα σου / για να φωλιάσουν μέσα οι αλήθειες / για όλα τα απαράδεκτα τα λάθη τα παλιά σου…». (σελ. 29)

Η Μ.Κ. θεματοποιεί συνεχώς δυσάρεστες καταστάσεις, πικρά συναισθήματα, γκρίζες και μουντές προοπτικές. Ό,τι θλίβει και συνθλίβει τον άνθρωπο, ό,τι τον πικραίνει, τον αποθαρρύνει και τον απογοητεύει, ενεργοποιεί καίρια τους ποιητικούς αισθητήρες της: «… τέρας είναι αρχέγονο / η απανθρωπιά, / το κύριο / της ανθρωπότητας / χαρακτηριστικό». (σελ. 33)

Σε όλο το βιβλίο, στο επίκεντρο της προσοχής της ποιήτριας παραμένουν οι ανθρώπινες, οι διαπροσωπικές σχέσεις. Σχέσεις παραδομένες στη φθορά, αδιέξοδες, πεπερασμένες, άδοξες, συχνά άχαρες και εγκαταλειμμένες. Σχέσεις που δεν άντεξαν, που λύγισαν, που απέτυχαν, που παραδόθηκαν στη λήθη: «Μαχαίρι δίκοπο / η αναπόφευκτη / τραγωδία μας… / Πόσο οξύμωρο το να σε ευγνωμονώ…». (σελ.51)

Η Μ.Κ. επανέρχεται συνεχώς στις τραυματικές, τις επώδυνες, τις ατελέσφορες και αδιέξοδες διαπροσωπικές σχέσεις. Τις σχέσεις που προκαλούν πόνο, συντριβή, που αφήνουν πίσω τους τη στυφή, τη ξινή γεύση της ήττας: «Η κάλυψη της ιδιοτέλειας / δεν το κατάφερε ποτέ / να είναι τέλεια / και έτσι, / σαν απάντηση / προς την αφοσίωσή σου / στον αριβισμό / βρέθηκα αυτοεξόριστη / και δεν το έμαθα ακόμα / ποιανού από τους δυο μας / είναι πιο κτηνώδης / ο ατομικισμός». (σελ. 74)

Η ποιήτρια επιζητεί την ανθρώπινη επικοινωνία, αναγνωρίζοντας πόσο δύσβατη έγινε η πορεία προς αυτήν στη σύγχρονη εποχή. Οι άνθρωποι δύσκολα πια συγχρωτίζονται, συναγελάζονται, συναναστρέφονται. Εδώ, μαζί με μια άμεση ερωτική χρεία, σημειώνει: «Με σκυφτό το κεφάλι / ακολουθώ τη φωνή σου / ταχαίνω το βήμα να σε φτάσω, να σε βρω / Αλλά πως; / Μέχρι να έρθω εγώ έχεις φύγει / Εσύ, / άλλο ένα σώμα εν κινήσει / Εμείς, / δυο αποκλίνουσες πορείες». (σελ. 43)

Γενικά, η ποιήτρια αξιοποιεί την αλληγορία και τους συμβολισμούς, την υπαινικτικότητα και την ελλειπτικότητα του ποιητικού λόγου. Πολύ συχνά πραγματεύεται τις μεγάλες ιδέες, έστω κι αν το πράττει με πεσιμιστική, γκριζωπή προδιάθεση: «Ελευθερία… / Γλυκιά ανάμνηση… / Μόνο ο άνεμος θα μένει πια να τη θυμίζει / Σαν μαστιγώνει τα κλαδιά / Των ξεραμένων δέντρων / Που φύλλο πια επάνω τους / Δεν έχει μείνει / Για να θροΐσει». (σελ. 36)

Στις παρυφές της θεματογραφίας της απαντώνται και φιλοσοφικές, κατά βάση υπαρξιακές αναζητήσεις. Π.χ. το ετεροβαρές αντιστάθμισα της ζωής, το αντίτιμο, το κόστος για να είναι κανείς αυτοτελής στο διάβα του από τον κόσμο, σκιαγραφείται με πίκρα, σκωπτική διάθεση και μια δόση κυνισμού: «Νοικάρισσα είμαι / της ίδιας μου της ζωής / χωμένη / σε ένα κελί / για του οποίου / το φωτισμό τον ανεπαρκή / έχω πληρώσει / περισσότερα / από όσα / θα μπορούσα ποτέ / να διαθέσω». (σελ. 78)

Θα ήθελα να ολοκληρώσω αυτή την παρουσίαση με μια από τις σπάνιες στιγμές κατά τις οποίες η ποιήτρια επιχειρεί να προσδώσει και ιδεολογικό στίγμα στους στίχους της. Και πρόκειται σαφώς περί ριζοσπαστικού στίγματος, με διαυγή ψήγματα κριτικής θεώρησης των κοινονικο-πολιτικών πεπραγμένων: «Οι Σατανικοί Μύλοι / της Βιομηχανικής επανάστασης / έπαψαν να γυρίζουν / και επανάσταση τώρα θεωρείται / μια αποχαύνωση ψηφιακής μορφής. / Όμως ακόμα οδηγούμαστε από ακατάλληλους ποιμένες, / ακόμα κολυμπάμε / σε αίμα που λιμνάζει από αέναους πολέμους / τους οποίους / ακόμα / βαφτίζουμε Ιερούς». (σελ. 71)

Πιστεύω ακράδαντα ότι η Μ.Κ. έχει τα φόντα να εδραιώσει ακόμα παραπάνω το προσωπικό της στίγμα στα ποιητικά πράγματα του τόπου. Φτάνει να διευρύνει τις αισθητικές της αναζητήσεις σε ακόμη πιο σύνθετους και ποικιλόμορφους δρόμους. Φτάνει να καταστήσει και τις θεματικές της ακόμη πιο συμπαντικές και καθολικευμένες.

g.frangos@cytanet.com.cy