Είναι κάποιες εικόνες από την περίκλειστη Αμμόχωστο που θυμίζουν έντονα την ερείπωση που ξέρουμε πως υπάρχει πίσω από τις αμπαρωμένες πόρτες πολλών σπιτιών στις κάτω γειτονιές της Λευκωσίας.

Την εσωτερική φθορά πίσω από επιδερμικά εξωραϊσμένες προσόψεις ετοιμόρροπων υποστατικών, που κάποιος θα μπορούσε να υποθέσει πως έχουν λεηλατηθεί ασύστολα, ανάμεσά τους και πολλά τουρκοκυπριακά υπό την «κηδεμονία» των κρατικών υπηρεσιών, δίπλα μάλιστα από μεγαλεπήβολα και «εις βάθος» δημόσια έργα, απ’ αυτά που φιλοδοξούν να αναζωογονήσουν την εντός των τειχών πόλη, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν την κύρια αιτία για τον κοινωνικό μαρασμό και την πληθυσμιακή αποψίλωση.

Γιατί «βάθος» εδώ σημαίνει πρωτίστως βάθος χρόνου. Δυο συναπτές δεκαετίες με εργολαβικές κωλυσιεργίες και κερδοσκοπικούς τακτικισμούς αλλά και πραγματικές εις βάθος εκσκαφές, με μπουλτόζες, νταλίκες, γερανούς, κλείσιμο δρόμων, οχληρία και προπάντων τσιμέντο. Πολύ τσιμέντο, σ’ όλες τις αποχρώσεις και ποιότητες. Γκρίζο της κατάθλιψης έως λευκό εισαγωγής. Προς τι όμως το πολύ σκυρόδεμα και η διασπάθιση εκατομμυρίων για μια πλατεία που μόνο ως αξιοθέατο μπορούμε να την προσλάβουμε, πόσο μάλλον να την περπατήσουμε, και ποια η ταυτοτική σχέση που θα μπορούσαμε ν’ αναπτύξουμε μ’ εκείνο το άσπρο σεντούκι πάνω από τις αρχαιότητες, απέναντι ακριβώς από το υστερο-μεταβυζαντινό ρετρό του νέου καθεδρικού ναού, με το πιο κερδοφόρο παγκάρι στο υπόγειο. Προς τι λοιπόν η κατ’ ευφημισμό «απορρόφηση κοινοτικών κονδυλίων», όταν η αμυντική εγκατοίκηση της πόλης ακυρώνεται τόσο βασανιστικά, όταν οι αηδιασμένοι αυτόχθονες την εγκαταλείπουν;

Εδώ είναι που μπορούμε ν’ αναζητήσουμε και τις αντιστοιχίες με την τραυματική εμπειρία της Αμμοχώστου. Γιατί κι εκεί χύθηκε πολύ μπετόν πριν την πάρουν οι Τούρκοι. Τόσο πολύ που είμαι σίγουρος πως ο Ελύτης θα το πρόσεξε, τότε που έμεινε για λίγο στην Αμμόχωστο του Ευάγγελου Λουίζου, το 1970. «Θεέ μου, πόσο μπετόν ξοδεύουν για να μη σε βλέπουμε». Δεν το είπε βέβαια έτσι, την αυθεντική επίκλησή του, «Θεέ μου, πόσο μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε», την έγραψε αργότερα, το 1978, στη «Μαρία Νεφέλη». Δεν μπορεί όμως, πρέπει ο άνθρωπος να πρόσεξε και τις πολυκατοικίες που υψώναμε τότε εκεί, τη μια μετά την άλλη, με περισσή αφοσίωση και ζήλο, πάνω στην άμμο, μέσα σχεδόν στη θάλασσα. Προφανώς σ’ εκείνες τις χρυσές αμμουδιές βρίσκονται και οι απαρχές της έφεσής μας στη σκυρόδεση, που με τα χρόνια έγινε συστημική, χωρίς ιδιαίτερες ιδεολογικές ή κομματικές αποκλίσεις. Δεν είναι τυχαίο που η κακή συνήθεια του τσιμεντώματος εμφιλοχώρησε ακόμα και σ’ αυτή την πολιτική μας σκέψη, με το παροιμιώδες τσιμέντωμα του 2004, το σιβυλλικό «ΟΧΙ» στο σχέδιο Ανάν, που κάποτε θα τσιμέντωνε το «ΝΑΙ». 

Κρίμα όμως, βάι κι αλί σ’ εμάς, η πόλις ’πάρθεν. Κρίμα, γιατί κι εκεί, παρά τις κατασκευαστικές υπερβολές που σκίασαν ακόμα κι αυτή την ελάχιστη λωρίδα ανάμεσα στη θάλασσα και τις παρυφές τους, οι πολυκατοικίες της Αμμοχώστου είχαν κτιστεί με πολύ κόπο και μόχθο. Όπως και οι σημερινοί «πύργοι», ήταν επιχειρηματικά τολμήματα που έγιναν με κοσμοπολίτικη διάθεση, μέσα στο πνεύμα ενός φιλόξενου ανοίγματος που, φευ, απεδείχθη εφιάλτης.

Θυμούμαι κι εγώ την τουριστική Αμμόχωστο ως έφηβος επισκέπτης με Λευκωσιάτες φίλους. Οι πιο ξύπνιοι είχαν από τότε επίγνωση του επερχόμενου κινδύνου, άλλοι αμυδρές μόνο υποψίες για τις βλαβερές επενέργειες του εθνοκεντρισμού της εποχής, ενώ οι πιο επιρρεπείς στη διάχυτη αντιμακαριακή ρητορική, των γονιών τους κυρίως, βαυκαλιζόντουσαν με την προοπτική της ανατροπής του. Υπήρχαν βέβαια και οι ακραιφνώς ανατρεπτικοί που επέμεναν ακόμα και στο κατόπιν της καταστροφής πως η διαφορά είναι πάνω απ’ όλα ταξική: «Να τα πιάσουμεν πίσω τζιαι ναν’ πάλαι του Λόρδου;». Ναι, τέτοιες μπαρούφες ξεστόμιζαν τότε οι πατεράδες των σημερινών γκραφιτάδων.

Πώς όμως στ’ αλήθεια συντελέστηκε το κακό, πώς γίνεται να εξαερώθηκε ο πληθυσμός μιας ευημερούσας πόλης, να έχουν εξαφανιστεί οι κάτοικοι ενώ τα σκυροδεμένα χαλάσματα να είναι εκεί; Δύσκολα ερωτήματα, απ’ όποια σκοπιά κι αν τα κοιτάξει κανείς, ως αυτοβιογραφούμενος αφηγητής ή αποστασιοποιημένος επισκέπτης. Σίγουρα δεν έπεσε εκεί κάποια βόμβα νετρονίου, απ’ αυτές που επινόησαν οι Αμερικανοί για να εξοντώσουν τους έμβιους εχθρούς τους, χωρίς πολλές ζημιές στα γύρω υπάρχοντα. Είναι όμως βέβαιο πως κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί σε κάθε επισφαλή περιοχή της νησιωτικής επικράτειάς μας, ανά πάσα στιγμή. Ιδίως εκεί που η κοινωνική συνοχή χαλαρώνει επικινδύνως, όπως συμβαίνει σήμερα, τώρα, στην εντός των τειχών Λευκωσία.

Περίκλειστη και ατυχής η Αμμόχωστος, γκετοποιημένη η Παλιά Λευκωσία, με οριακά αποψιλωμένο τον ελληνικό πληθυσμό. Περίκλειστη με στρατιωτικούς όρους η πρώτη, κοινωνικά αποξενωμένη η δεύτερη.