Μια παλιά ιστορία αγάπης και νίκης επί του τετελεσμένου χαίρει η φύσις όλη.

Το 2001 ξεκίνησα να μένω σε μία γκαρσονιέρα στην Αθήνα 28 τετραγωνικών μέτρων· φθηνό ενοίκιο, σε όροφο, με θέα σε ένα οικόπεδο άδειο που αργότερα θα γινόταν δημόσιο νηπιαγωγείο, λειτουργικό -τι άλλο να ζητούσα στην υψηλών τότε εξάρσεων εφηβεία μου; Ο σπιτονοικοκύρης, ένας επαρχιώτης μεγαλέμπορος κρεάτων που ζούσε στην Αταλάντη, δεν με είχε πάρει ποτέ τηλέφωνο έπειτα απ’ τη συμφωνία μας· σχεδόν δεν νοιαζόταν αν είχα γκρεμίσει κάποιον τοίχο ή αν το βάζο με τις λουλουδένιες ζωγραφιές από τριαντάφυλλα που είχε ακουμπήσει επάνω στον πάγκο της κουζίνας υπογράφοντας το ενοικιαστήριο -«συναισθηματικής αξίας», όπως μου είχε εξηγήσει κάπως μηχανικά, σαν μεγάλη τύψη που παραχωρούσε μια θύμηση σε ξένα χέρια- υπήρχε ακόμη στη θέση του ή αν έσπασε έπειτα από κάποιο πάρτι ή παρεξήγηση. Σχεδόν βολευόμασταν και οι δύο με τη μικρή μας σύμβαση. Ηρεμία. 

Στο νοητό σύνορο του μπαλκονιού, στο διπλανό τριάρι, έμενε η κυρία Σπυριδούλα – στο μικροαστικό της σαλόνι με τις παλιές από ξύλο καρέκλες, το περσικό χαλί για να καλύπτει το καλογυαλισμένο παρκέ, ένα μεγάλο βαρύ τραπέζι φορμάικα, μωσαϊκό -απ’ τα παλιά- και τους λευκούς ξεφλουδισμένους πια τοίχους, είχε χωρέσει μικρές ανεπίδοτες πληγές που, αντί να την τσακίζουν, την έστρεφαν στο φως: Φωτογραφίες από τον γάμο της, τα παιδιά της, τα εγγόνια (που δεν είχα ακούσει ποτέ να την επισκέπτονται) -αυτές οι ανέμελες στιγμές ευτυχίας που ακυρώνουν το επόμενο σκόρπισμά μας από τα άνθη του κακού και της ρουτίνας. Η κυρία Σπυριδούλα κάθε μεσημέρι μαγείρευε κάτι νέο που μάλλον ήταν για χρόνια καταχωνιασμένο στα κιτάπια μερικών τετραδίων μαγειρικής, και μ’ ένα ξύλο σαν βέργα από σκουπόξυλο σκούνταγε ένα πλαστικό πιάτο επάνω στο τραπέζι του μπαλκονιού μου «για να ‘χει το παιδί κάτι σπιτικό που είναι μακριά η μανούλα του» –«μήπως να ‘βαζα λίγο ακόμη αλατάκι, πουλάκι μου;». Ήταν όμορφη η κυρία Σπυριδούλα· χτένιζε τα μαλλάκια της κάθε πρωί ισιώνοντάς τα και τραβώντας προς τα κάτω τις γερασμένες της τούφες και βάζοντας σομόν κραγιόν στα χείλη της που είχαν μια ελιά στο άνω άκρο τις Κυριακές στην εκκλησία του Αγίου Θωμά που ήταν το καθιερωμένο -το Δεύτερο Πρόγραμμα έπαιζε στη διαπασών Παπαϊωάννου και Μπαγιαντέρα τις καθημερινές και -θα καταλάβαινα μετά πως το ‘κανε για ξυπνητήρι- για το παιδί το ξένο που μετατράπηκε σε εγγονό. 

«Καλό ήταν, πουλάκι μου, το παστίτσιο;». «Μμμμμ». «Τα γιουβαρλάκια;». «Μμμμμ». «Και το κοτόπουλο στη γάστρα, ε;». «Μμμμμμ» και πάλι «μμμμμ» ήταν το κέρδος του γαστριμαργικού της θριάμβου επί της γης σ’ αυτή τη νέα ώθηση νοήματος. Το απολάμβανε, βεβαίως. Κόρδωνε. «Σαλονικιά!», έλεγε καμαρωτά. Μαζί της έμενε κι ο άντρας της, ο κύριος Νίκος -κομψός, λεπτός, με γραβάτα μονόχρωμη για τα βράδια των περιπάτων και αγάπη στα μάτια του· σιωπηλός και εξαφανισμένος μέσα της σαν σκιά και μόνιμη συνέχειά της. «Μόνο αυτόν έχω!», μου είπε μια Κυριακή έπειτα από μνημόσυνο και με τα κόλλυβα στο χέρι· «μόνο τον Νίκο να βλέπω καλά κι αυτό μου φτάνει. Τα παιδιά μου ζούνε μακριά», μ’ έναν κόμπο για τα μη περαιτέρω. Το καταλάβαινα πως ήμουν κομμάτι σοβαρών συναισθηματικών τρυπών, μια αναπλήρωση στην καθαρότητα της καρδιάς αυτής της ξένης, αλλά έπλαθα τον αφελή -να χαιρότανε στα «μμμμμ», στις παραγεμισμένες με φέτα μελιτζάνες, να ‘μουνα κι ο γιος κι ο δισέγγονός της και όλους όσοι θα ‘θελε εκείνη η γυναίκα να ‘χε δίπλα της για να καθησυχάζει εντός με το υποκατάστατο· εμένα. 

Όταν πέθανε η κυρία Σπυριδούλα, δεν άνοιξα την πόρτα της γκαρσονιέρας για τρεις μέρες. Είδα το κηδειόσημο κάτω από το θυροτηλέφωνο ένα απόγευμα ξαφνικά· σαν αγία ολόρθη ανάμεσα σε αμαρτωλούς έμοιαζε μια φωτογραφία που μάλλον είχε βρεθεί όπως όπως ανάμεσα σε παλιά συρτάρια –οι τεθλιμμένοι κ.λπ, τα ξέρετε. Χωρίς ονόματα. Ο ευθυτενής κύριος Νίκος ήταν ο ίδιος πια ένα τραπέζι με δυο καρέκλες και ένα τραπεζομάντιλο –αόρατος στις σκιές του και ενωμένος με τα πράγματα εκείνα που ίσως να είχαν μια μικρή τρίχα από τις τούφες που δεν σκούπιζε πια μη φύγουν όσες φράσεις είχε αφήσει ημιτελείς, όπως μερικά βέλη που πιάνουν στόχο· που νικάνε αλλά πονάνε. 

Την πρώτη φορά που τον άκουσα να κάνει σεξ δίπλα από τον τοίχο που ακουμπούσα το μαξιλάρι μου -βαριές ανάσες, γεροντικές, που σιγοσβήνουν καταλήγοντας σε μουγγητό και ξέσπασμα- πίστεψα πως το διπλανό τριάρι είχε ξενοικιαστεί όσο το Καλοκαίρι βρισκόμουν στην Κύπρο. Και το επόμενο βράδυ το ίδιο, και το μεθεπόμενο, και κάθε επόμενο μετά. Την κυρία Αγγελική την είδα στο ασανσέρ έπειτα από ένα μήνα. «Η καθαρίστρια είμαι». Ήξερα, ήξερε, κάπως συνεννοηθήκαμε –τα τούβλα του Μεσοπολέμου δεν ήταν από τα καλά για τις ηχορυπάνσεις· όλοι το γνώριζαν. Αν έστυβα την καρδιά μου δεν θα ‘βγαινε ίχνος χυμού καλοσύνης για την περιύβριση νεκρού που έκανε ο άλλοτε ερωτευμένος, χεράκι χεράκι στο πεζούλι κι αγκαλιές –τον αποστρεφόμουν για μέρες. Αλλά ύστερα τον συμπόνεσα. Και καταλάβαινα. Σε κάθε επόμενη ανάσα, σε κάθε νέο γεροντικό αγκομαχητό απ’ τον διπλανό τοίχο, κάθε επόμενο βράδυ κάτω από τα λευκά σεντόνια με τα κίτρινα λουλουδάκια που είχε φέρει η κυρία Σπυριδούλα απ’ την Καλαμαριά με το άλλο πια σώμα επάνω. Και κατανόησα. Κατανόησα τη ζωή που σαν καυτερή λεπίδα πρέπει να συνεχίζεται και να μην κρεμιέται σαν απόκληρη στην άκρη μιας εξώπορτας ξεχασμένη· να μικραίνει αλλά να μην παραιτείται –όπως θα ‘κανε κι η κυρία Σπυριδούλα με το σομόν κραγιόν στα χείλη τις Κυριακές που χωρίς οικογένεια ήταν πολυμελής.

Κι έτσι τώρα, τώρα που είναι oι μέρες γιορτινές κι οι γαλοπούλες θα μαλακώσουν κάπως τις μοναξιές δικαιολογούμενες από τα ξαφνικά lock down και τις μεταλλάξεις που καθησυχάζουν κάπως μερικούς μοναχικούς ανθρώπους με πικρές ζωές πως κοινωνείται κάπως φέτος το άδειο από ανθρώπου εορταστικό τραπέζι -«δεν θα είμαι φέτος ο μόνος μόνος»- συμφωνώ με τον κύριο Νίκο –τον κάθε κύριο Νίκο αυτού του κόσμου. Και λέω πως σωστά έπραττε. Σ’ αυτό το πιάσιμο απ’ το μπράτσο της ζωής που ποτέ δεν θα σταματήσει να μας εκπλήσσει, συμφωνώ και λέω «ναι». Τι άλλο θα μας μείνει, άλλωστε, μεγαλώνοντας; Μερικά κουσούρια, οι μυρωδιές των εποχών, λίγες αναμνήσεις, ορισμένοι άνθρωποι που μερικές φορές πληγώσαμε, κάποια ατοπήματα αισθήσεων κι ίσως λίγα ακόμη αγκομαχητά· ώσπου να σβήσει για πάντα το καντήλι της βέβαιής μας φθαρτότητας κάπως ευχαριστημένο. 

xatzigeorgiou@yahoo.com

Φιλελεύθερα, 27.12.2020.