Η εικαστικός Κατερίνα Ατταλίδου επισκέφτηκε την περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου και καταγράφει εικόνες και συναισθήματα.

Επισκέφτηκα το Βαρώσι, την περίκλειστη πόλη, λίγες μέρες αφότου άνοιξε, συγκεκριμένα στις 16 Οκτωβρίου του 2020. Η μέρα ήταν λαμπρή, ένας γαλανός σκούρος ουρανός και λίγα πανέμορφα καλοσχηματισμένα σύννεφα, όπως τα έβλεπα πάντα στις πολύχρωμες καρτ ποστάλ που αντέγραφα σε τεράστιες επιφάνειες προσπαθώντας να περπατήσω, έστω έτσι, ανάμεσα στους δρόμους της πόλης που δεν γνώριζα και την οποία πεθυμούσα.

Η άσφαλτος μοιάζει να είναι εσκεμμένα καινούρια και καθαρή, δημιουργεί τεράστια αντίθεση με τα ετοιμόρροπα σπίτια. Μου κάνει εντύπωση πόσο φαρδιοί είναι οι δρόμοι, πόσοι γερανοί. Κάθε σπίτι έχει γύρω του σαν τάμα μια ταινία ασπροκόκκινη, το είδος της ταινίας που βάζει η αστυνομία σε ατυχήματα για να ανακόψει το πέρασμα, και μπροστά του είναι καρφωμένη μια ταμπέλα μεταλλική κόκκινη που γράφει με άσπρα γράμματα στην τουρκική και την αγγλική γλώσσα: Προσοχή ! Το κτήριο πιθανόν να καταρρεύσει. Είναι επικίνδυνο να εισέλθετε ή να πλησιάσετε. 

  ​

 Μεγάλη αντίθεση, αυτό το κλειστό σπίτι που με προσκαλεί να διαβώ το κατώφλι του, που θέλω να το αγκαλιάσω, σπίτι πανέμορφο σε ώχρα, με τα παράθυρα και τις πόρτες ξεχαρβαλωμένα, και τις αγρελιές, τους θάμνους, τις αγαύες και τα δέντρα να το κρατάνε σφιχτά. Το σπίτι έχει γίνει σχεδόν γη και πάλι, όπως οι νεκροί μου έγιναν γη, έτσι και η πλιθιά, η πέτρα, οι σκουριασμένες σιδεριές, το ξύλο, λιώνουν στον καιρό χωρίς κανείς να τα κοιτάζει ή να τα ζει. Στέκουν τα σπίτια τόσο πανέμορφα και μοναχικά σε τεράστια αντίθεση με τις ολοκαίνουριες κόκκινες πινακίδες που λάμπουν τόσο πολύ, κάποια στιγμή απλώς ανασηκώνω το γραμμωτό πλαστικό απαγορευτικό και περνώ, προς τη θάλασσα.

 

 

 

Επικρατεί ακινησία και ησυχία, ακούω μονάχα τιτιβίσματα πουλιών. Μπαίνω στο ξενοδοχείο Aspelia με δέος, σαν να εισέρχομαι σε ένα μύθο. Τα κουφώματα χωρίς τζάμια πλαισιώνουν μια λαμπρή μπλε θάλασσα, κρύβομαι λίγο να μη με δει ο φύλακας, συντρίμμια παντού, μόνο στο βάθος του χώρου που κάποτε θα ήταν ένα λαμπρό σαλόνι λάμπουν τα γαλάζια, ένα επιτοίχιο έργο, ανέπαφο με ανάγλυφα από το βάθος των χρόνων και μπλετιά, είναι του Βαλεντίνου. Ήθελα να περπατήσω το Βαρώσι με τον Βαλεντίνο αλλά δεν τόλμησα ακόμη να τον προσκαλέσω να κάνουμε τη διαδρομή μαζί, σκέφτομαι τι δύσκολο θα είναι γι’ αυτόν, πόσο δύσκολο είναι για μένα που οι μνήμες μου είναι από φωτογραφίες και αφηγήσεις, πώς θα μπορούσε άραγε το πλάσμα να περπατήσει έτσι ανάμεσα στα ερείπια; Όσο προχωρά η μέρα τόσο έχω την αίσθηση πως πρόκειται για κηδεία.

Στην κουζίνα της γιαγιάς μου της Καίτης, στην καθημερινή τραπεζαρία του σπιτιού της οδού Χαραλάμπου Μούσκου 4, ήταν κρεμασμένη μια έγχρωμη φωτογραφία της παραλίας του Βαρωσιού που έγραφε από κάτω Βαρώσι, μας περιμένει. 

​Κρύβομαι μη με δει ο φύλακας από την παραλία. Στον γυμνό τσιμεντένιο τοίχο μιας μοντέρνας εκκλησίας ξεχωρίζω τα σβησμένα μπλε γράμματα, ΕΝΩΣΙΣ, ΔΙΓΕΝΗΣ και από κάτω, ΕΟΚΑ. 

​Cafe Escurial, Golden Marianna, η πίσω πλευρά του King George. Το σπίτι του Πωλ Γεωργίου το λούζει το φως. Κατεβαίνω στην παραλία και μου έρχεται να γονατίσω, τόσο το δέος μου που στέκομαι εκεί. Το King George έτοιμο να καταρρεύσει, η θάλασσα έχει ανέβει και το αγγίζει σχεδόν, ο μηχανισμός από τις γυριστές κούνιες βρίσκεται μέσα στο νερό. Δεξιά του διακρίνω το μπλε, ένα μπλε θερμό, θελκτικό, το Μπλε Μπάνγκαλοου. Μηχανεύομαι τρόπους να μπω μέσα όμως ένστολοι με προειδοποιούν να μην πολυπλησιάζω. Από το παράθυρο διακρίνω ζωγραφιστό στον τοίχο έναν Δον Κιχώτη πάνω στο άλογό του, όμορφα εντοιχισμένα πιάτα, όπως στις εκκλησιές. Ζωγραφισμένη, ακόμη, η πρόσοψη ενός διώροφου σπιτιού, και το φεγγάρι. Στέκομαι μπροστά στο σπίτι του ζωγράφου, σε οποιαδήποτε άλλη χώρα του κόσμου θα ήταν σήμερα ένα σπουδαίο μουσείο. Αλλά στέκομαι μπροστά σε ερείπια.

Περνώ το Cafe Edelweiss, μισοσβησμένο διακρίνω στα σκαλιά να γράφει με μαύρη μπογιά ΜΑΚΑΡΙΟΣ, εκεί που θα καθόταν κάποτε ο κόσμος στα τραπεζάκια, γράφει με τεράστια γράμματα, UN. 

Περπατώ σιωπηλά τη Λεωφόρο Κέννεντυ φορώντας τη μάσκα μου και χωρίς να βγάλω φωτογραφίες, με την υποχρεωτική συνοδεία ενός αστυνομικού με πολιτικά. Αναγνωρίζω το ξενοδοχείο Asterias και μας αφήνει λίγο μετά την Serenissima. Ένα περιφραγμένο κομμάτι άμμου οδηγεί προς τη θάλασσα. Η καρφωμένη πινακίδα λέει Προσοχή ! Εκτός δρόμου υπάρχει κίνδυνος για την ασφάλειά σας. Φτάνω στο επιτρεπόμενο κομμάτι παραλίας. Κρίνα της θάλασσας μοσχομυρίζουν, ακούγεται μόνο η θάλασσα που λάμπει διαμαντένια. Μια ανάσα η θάλασσα. Κολυμπώ και βρίσκω τον εαυτό μου.

Στην επιστροφή σκέφτομαι τη γιαγιά μου να ζωγραφίζει στη βεράντα πάνω στο κύμα και τον παππού μου με τα κιάλια να προσπαθεί να διακρίνει τις κόρες του που δε συμμαζεύονται με τίποτα. Ο δρόμος προς το σπίτι είναι κλειστός αλλά σηκώνω πάλι την κορδέλα και προχωρώ. Για πότε εμφανίστηκε αστυνομία από όλες τις πλευρές, ψέλλισα μια κάποια δικαιολογία και συνέχισα στην ευθεία. 

 

Στον κυκλικό κόμβο στρίβω για την οδό Δημοκρατίας. Περνώ το Curiosity Shop και βρίσκομαι σε λίγο μπροστά στο Λύκειο Ελληνίδων Αμμοχώστου. Μου φαίνεται πως περπατώ μέσα σε μια ζωγραφιά, αναγνωρίζω τα μέρη επειδή τα έχω ζωγραφίσει, έτσι μπόρεσα να τα γνωρίσω, τη μυθική τους τουλάχιστον υπόσταση. Πάνω στον τοίχο με ξεθωριασμένα γράμματα διακρίνω ΟΔΟΣ ΕΝΩΣΕΩΣ. Η ίδια γραφή σε όλη την οδό. Bocaccio, Kyriakou Book Stores, Perroquet Night Club, τα φανάρια που κάποτε ζωγράφισα σε μια στιγμή ζωής, το σινεμά Χατζηχαμπή που καταρρέει. Στεκόμαστε στο τέρμα του δρόμου, διαβάζω ΜΙΜΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ. Μου κάνει εντύπωση η τρομερή ομορφιά της πόλης, έτσι ερημωμένη και κατεστραμμένη μου φαίνεται παρ’ όλ’ αυτά πανέμορφη και αεράτη, μου κάνει εντύπωση που στις διασταυρώσεις μου έρχεται η δροσερή πνοή της θάλασσας. 

Σκέφτομαι τη Νίκη, ψάχνω και βρίσκω το βιβλιαράκι της Η θάλασσα, εκδόσεις Rimal 2013, και διαβάζω: “Στην Αμμόχωστο στην παράγκα του παππού ο άμμος εισχωρούσε παντού και το σκουριασμένο ντουζ έσταζε ανάμεσα στις αροδάφνες. Το βράδυ περπατούσα στην άμμο προσπαθώντας να ξεφύγω από τη γραμμή του φεγγαριού μέσα στη θάλασσα που τέλειωνε πάντα στα πόδια μου”.

Σκέφτομαι πόσο την αγαπώ αυτή την πόλη και με πόση χαρά θα επέστρεφα, να ζήσω εδώ. Η τοποθεσία της είναι μυθική όπως και της Σμύρνης, πεθυμώ να τη ζωγραφίσω. Τες μέρες που ακολουθούν φτιάχνω δυο ζωγραφιές του Βαρωσιού, τες κοιτάζω και ανασαίνω τον αέρα του. 

Η Κατερίνα Ατταλίδου είναι εικαστικός και διδάσκει στο πρόγραμμα Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Λευκωσίας. Το 2011 πραγματοποίησε δύο εκθέσεις για την Αμμόχωστο κάτω από τον γενικό τίτλο Σύλληψη Πόλης σε συνεργασία με τον ζωγράφο Στέφανο Καράμπαμπα και τον ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη. 

*Ο τίτλος του κειμένου είναι παρμένος από την ποιητική συλλογή του Κυριάκου Χαραλαμπίδη Αμμόχωστος Βασιλεύουσα, εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1982.

Κεντρική φωτο: Η θάλασσα του Βαρωσιού

Φιλελεύθερα, 27.12.2020.