Η δουλειά του Γάλλου μεταϊμπρεσιονιστή αποτέλεσε έμπνευση για την ομάδα των Στέλιου Λακκοτρύπη, Αλέξανδρου Χριστοφίνη και Μαρίας Λιανού στον σχεδιασμό του πάρκου στο Ζακάκι παρά την οδό που φέρει το όνομα του Πολ Γκογκέν.
Το πάρκο, η δημιουργία του οποίου ανακοινώθηκε πριν λίγες μέρες από τον Δήμο Λεμεσού, θα γίνει σε μια έκταση 10,000 τ.μ. σε οικιστική περιοχή της κοινότητας Ζακακίου. Όπως εντοπίζουν οι δημιουργοί του, (οι αρχιτέκτονες Στέλιος Λακκοτρύπης, Αλέξανδρος Χριστοφίνης και η εικαστικός Μαρία Λιανού) ο πολεοδομικός ιστός της Λεμεσού χαρακτηρίζεται από μια ιδιότυπη δομή. Ένας συγκερασμός ομόκεντρων ζωνών και οργάνωσης, που φέρει πολλαπλούς πυρήνες, όχι σαν αποτέλεσμα σχεδιασμού, αλλά λόγω ανεξέλεγκτης ανάπτυξης. Ως εκ τούτου παρουσιάζεται αδύναμος, ασύνδετος και κατακερματισμένος, με πολλά διάσπαρτα μικρά σημεία πρασίνου να υπολειτουργούν. Η ραγδαία εξάπλωση και η όξυνση του κυκλοφοριακού, οδηγούν στην υποβάθμιση της ποιότητας ζωής για αυτό και η δημιουργία χώρων πρασίνου και αστικής εκτόνωσης, είναι αναγκαία για την αναστροφή της φθίνουσας πορείας. Το πάρκο της οδού Γκογκέν λοιπόν, θα μπορούσε να προσδώσει μία δυναμική στην ευρύτερη περιοχή.
Με έμπνευση τους πίνακες του Γκογκέν, το όνομα του οποίου έχει δοθεί σε ένα από τους παρακείμενους δρόμους, ο σχεδιασμός βασίστηκε στην απλότητα και τη γαλήνη που πρέπει να εκπέμπει το τοπίο καθώς και στα έντονα χρώματα που θα προκύψουν μέσα από την κατάλληλη φύτευση.
Καθώς πρόκειται για ένα πάρκο σε οικιστική περιοχή, τα ερωτήματα και οι ανησυχίες που τέθηκαν από τους τους κατοίκους, την δημοτική αρχή αλλά και από τη σχεδιαστική ομάδα, όπως για παράδειγμα το ζήτημα της οχληρίας, της προσέλευσης στο πάρκο με οχήματα, των λεηλασιών και καταστροφών, της αστικής εξάπλωσης και το κυκλοφοριακό, απαντώνται -όπως εξηγούν οι δημιουργοί του- μέσα από τις προτεινόμενες λύσεις αλλά και τις προοπτικές που δύναται να δημιουργηθούν. Το πάρκο μπορεί, για παράδειγμα, να συνδεθεί με άλλα υφιστάμενα ή εν δυνάμει πάρκα της περιοχής, μέσα από την διάχυση του πρασίνου στους συνεκτικούς δρόμους και ποδηλατόδρομους. Η χρήση του, στα πλαίσια ατομικών ή ομαδικών δραστηριότητων, μπορεί να ενισχύσει την κοινωνική συνοχή και την αίσθηση του ανήκειν. Και φυσικά, η ύπαρξη του θα βελτιώσει το μικρόκλιμα της περιοχής.
Ως κυρίαρχο μορφολογικό στοιχείο της σύνθεσης επιλέγηκε ο κύκλος, σχήμα που συμβάλλει στην κοινωνικοποίηση. Με διάμετρο 40 μέτρων τοποθετήθηκε σε κεντρικό σημείο, ενώ στις τρεις πλευρές του τριγωνικού τεμαχίου υψώνονται πρανή με ελαφριά κλίση, τα οποία συγκλίνουν στον κύκλο, δημιουργώντας ένα χαμηλό λοφίσκο, κάνοντας έτσι την πρόσληψη του πάρκου από τους περίοικους και τους διερχόμενους πιο αναγνώσιμη και την εμπειρία πιο ενδιαφέρουσα. Ο λοφίσκος λειτουργεί επίσης σαν φράγμα ηχοπροστασίας των παρακείμενων ιδιοκτησιών.
Ο κύκλος αυτός είναι ουσιαστικά η μόνη κατασκευή και, εκτός των άλλων, λειτουργεί σημειολογικά σαν αναφορά στον Δημόσιο Κήπο της Λεμεσού. Η είσοδος στο πάρκο γίνεται με διχαλωτά περάσματα από χωμάτινο σταθεροποιημένο δάπεδο στις τρεις γωνίες του τριγώνου, τα οποία συγκλίνουν και οδηγούν στην κυκλική πλατεία. Οι τρεις αυτές γωνίες είναι τα εν δυνάμει σημεία σύνδεσης με το ευρύτερο αστικό ιστό μέσω δικτύου πρασίνου και ποδηλατόδρομου.
Ως προς την χρήση, χωρίς να αποκλείονται κι άλλες η σχεδιαστική ομάδα προτείνει χώρους για scating, BMX, ποδήλατα, πατίνια, θέαση από την κερκίδα και τα γύρω πρανή, αλλά και δυνατότητα για εκδηλώσεις, παραστάσεις κλπ. Οι υπόλοιπες λειτουργίες χωροθετούνται περιμετρικά, όπως παιγνίδια και άθληση ενηλίκων, παιδότοπος, ρεφλεξολογία, χώροι για ξεκούραση και διάβασμα, σημεία συνεύρεσης. Ξεχωριστή θέση κατέχει ένα υπαίθριο θεατράκι μέσα στα δέντρα, με αναβαθμούς διαμορφωμένους από ογκόλιθους βυθισμένους στο πρανές. Προτείνονται ακόμα μικρός λαχανόκηπος, κατασκευές ενατένισης, αναρρίχησης, καθώς και μικρό κινητό κυλικείο. Βοηθητικά περάσματα από τις κύριες εισόδους οδηγούν στα πρανή, ούτως ώστε το πάρκο να είναι προσβάσιμο παντού και από όλους, με ιδιαίτερη πρόνοια στα ΑμΕΑ, με τις κατάλληλες ελαφριές κλίσεις των περασμάτων.
Όσον αφορά τα υλικά, εκτός τα υποστυλώματα και την στέγη του κύκλου, που είναι από λευκό μπετόν και μέταλλο, για όλα τα υπόλοιπα προτείνονται φυσικά υλικά. Τα μονοπάτια και περάσματα θα γίνουν από κόκκινο χωμάτινο σταθεροποιημένο δάπεδο. Οι τοίχοι αντιστήριξης των πρανών, από χυτό μείγμα κατάλληλου χώματος με μικρή περιεκτικότητα τσιμέντου (Rammed Earth), ούτως ώστε να δίνουν την αίσθηση φυσικού χωμάτινου τοίχου. Το ίδιο θα επιδιωχτεί και με τα διάφορα όργανα και επιμέρους κατασκευές.
Για την φύτευση επιλέγησαν φυτά με έντονη ανθοφορία, έτσι ώστε να γίνεται αισθητή η αλλαγή των εποχών αλλά και να παραπέμπουν στην γαλήνη που αποπνέουν οι πίνακες του Γκογκέν. Τα λίγα υφιστάμενα δένδρα αποτυπώθηκαν με σκοπό να διατηρηθούν και να ενταχθούν στη νέα φύτευση.
Εν κατακλείδι και σύμφωνα με τους δημιουργούς του, το πάρκο “Paul Gauguin’’ όπως εν πρώτοις έχει ονομαστεί, «δεν σχεδιάστηκε απλά σαν ένας μεγάλος πνεύμονας πρασίνου, αλλά και σαν ένας οικείος δημόσιος χώρος, δομημένος για τον άνθρωπο, αφιερωμένος στην αναζήτηση απλών χαρών της καθημερινότητας, όπως η θέαση του πρασίνου, το ανέμελο παιγνίδι και η άθληση, η κοινωνική συνεύρεση».
Φιλελεύθερα, 27.12.2020.