Ο διακεκριμένος ποιητής και πεζογράφος, Γιώργος Μολέσκης γράφει για ένα κουνέλι που μπήκε ξαφνικά στη ζωή του και έγινε μέρος της καθημερινότητάς του
Στο σπίτι μας ζούσαμε πάντα με μόνιμους σκύλους και περαστικούς γάτους, μέχρι που ο γιος μας απεφάσισε να επιστρέψει από την Αθήνα όπου ζούσε και έφερε μαζί του και τον Τρούφη, ένα κουνέλι. Αρσενικό. Τα έξοδα για ιατρικές εξετάσεις, μικροτσίπ, ειδικό κλουβί αεροπορικού ταξιδιού και εισιτήριο κουνελιού στοίχισαν δυόμιση φορές όσο το δικό του εισιτήριο. Εδώ του αγοράσαμε άλλο κλουβί, πιο μεγάλο και τον εγκαταστήσαμε στον διάδρομο έξω από τα υπνοδωμάτια, πλάι στην είσοδο του μπάνιου. Και τον φροντίζαμε: εδική τροφή, σανός, μπουκάλες για νερό. Φαινόταν ευτυχισμένος. Αν ήταν κάποιας ράτσας ξεχωριστής δεν ξέρω. Πάντως δεν διέφερε και πολύ από τα κουνέλια που είχαμε στην αυλή του σπιτιού μας στο χωριό και όταν μεγάλωναν τα κάναμε στιφάδο. Αυτός όμως ήταν κύριος, ήταν Pet. Τον φωνάζαμε πάντα με το όνομά του, Τρούφης, αλλά ποτέ δεν ήμασταν σίγουροι ότι ανταποκρινόταν ακούγοντάς μας να τον φωνάζουμε με αυτό το όνομα. Γενικά δεν ήμασταν σίγουροι αν καταλάβαινε οτιδήποτε ή αν έτρεφε κάποια συναισθήματα για μας που τον φροντίζαμε να μην του λείψει τίποτε.
Σε λίγο καιρό ο γιος μας απεφάσισε πως ήταν νωρίς γι’ αυτόν να εγκατασταθεί οριστικά στην Κύπρο κι έφυγε για ένα ακόμη γύρο του κόσμου, έφτασε μέχρι την Καμποτία, όπου δούλευε εθελοντής σε ορφανοτροφείο. Έτσι το Pet έμεινε στη δική μας φροντίδα. Ομολογώ πως είχα γι’ αυτόν παράξενα συναισθήματα. Μια ζωή σε τόσο μικρή συσκευασία, τόσο τρωτή, τόσο κοντά στον θάνατο. Για τον σκύλο δεν είχα καμιά αμφιβολία, αν εγώ έχω ψυχή κι αν αυτή μπορεί να έχει κάποιας μορφής αθανασία, έχει και ο σκύλος. Και οι δυο ή κανένας. Αλλά ο Τρούφης; Και επειδή άρχισα να τον λυπάμαι που ήταν κλεισμένος στο κλουβί, άνοιγα την πόρτα κάθε βράδυ, έβγαινε και κυκλοφορούσε μέσα στα υπνοδωμάτια και στο μπάνιο. Ήταν η περίοδος που όλα τα παιδία μας είχαν φύγει από το σπίτι. Υπήρχε ελεύθερο πεδίο διακίνησης, υπήρχε και συναισθηματικό κενό. Έκανε πρώτα τη βόλτα του, ύστερα ερχόταν και κοιμόταν πλάι στο κρεβάτι μας. Δεν αργήσαμε, βέβαια, να ανακαλύψουμε ότι μας ξεγελούσε κι έκανε διάφορες αταξίες. Πρώτα άρχισε να τρώει, με τη σειρά, ξεκινώντας από δεξιά προς τα αριστερά, μια σειρά από παιδικά βιβλία, τα οποία ήταν τοποθετημένα στο κάτω ράφι της βιβλιοθήκης στο άδειο πια δωμάτιο των κοριτσιών. Όταν το προσέξαμε, είχε ήδη φάει τα μισά. Έτσι αποφασίσαμε να τον αφήσουμε να τα φάει όλα. Έτσι κι αλλιώς, ήταν για ανακύκλωση. Ύστερα ανακαλύψαμε πως έτρωγε και τα σύρματα, ειδικά τα φρέσκα, όπως εκείνο μιας σιδερόπρεσας, που το έφαγε πριν καν την θέσουμε σε λειτουργία. Φταίγαμε, βέβαια, κι εμείς, γιατί το αφήσαμε εκτεθειμένο κάτω στο πάτωμα. Έφαγε και κάποια άλλα σύρματα, αλλά η κατάστασή τους ήταν διαχειρίσιμη. Τα τύλιξα με ηλεκτρολογική ταινία και ήταν εντάξει.
Μαζί του είχαμε ακόμη μια εμπειρία. Μια μέρα τον ανεβάσαμε στον πάνω όροφο του σπιτιού μας για να γνωριστούν με την Κούκι, ένα θηλυκό κουνέλι που είχε υιοθετήσει ο γαμβρός μας. Αλλά αντί τη γνωριμία που περιμέναμε να δούμε, τους πήρε μόλις τρία λεπτά για να ζευγαρώσουν μπροστά στα μάτια μας. Στον μήνα η Κούκι γέννησε τέσσερα μικρά, τα οποία φροντίσαμε να δώσουμε για υιοθεσία σε καλές οικογένειες.
Εκφράζαμε τα συναισθήματά μας προς τον Τρούφη και έμμεσα προς τον γιο μας, που τον έφερε στο σπίτι και ο ίδιος δεν έμενε πια μαζί μας. Πάντα όμως αμφιβάλλαμε για τα δικά του συναισθήματα απέναντί μας. Τι μπορούσαμε να περιμένουμε από ένα κουνέλι! Προσέξαμε, ωστόσο, πως όταν λείπαμε σε κάποιο ταξίδι κι επιστρέφαμε ύστερα από κάποιες μέρες, ζωντάνευε ξαφνικά κι έκανε βόλτες μέσα στο κλουβί του, ενώ το βράδυ μας πλησίαζε περισσότερο. Δεν δίναμε όμως και τόση σημασία.
Πέρασαν μερικά χρόνια. Ένα πρωί τον βρήκα στο μπάνιο σε κακή κατάσταση. Τα πισινά του πόδια είχαν παραλύσει και σερνόταν αργά με τα μπροστινά. Θα έπαιρνα γρήγορα τη γυναίκα μου στη δουλειά της με το αυτοκίνητο και να επιστρέψω να τον πάρω στον γιατρό. Μέχρι όμως να επιστρέψω ο Τρούφης είχε συρθεί από το μπάνιο στο υπνοδωμάτιό, ξάπλωσε πάνω στις παντούφλες μου, που βρίσκονταν δίπλα στο κρεβάτι, και ξεψύχησε.
Άδικα αμφιβάλλαμε γι’ αυτόν. Είχε συναισθήματα!
Φιλελεύθερα, 27.12.2020.