Κυριάκος Αναγιωτός: «Ιπποστάσιο», ιδιωτική έκδοση, 2020.

Ο Κυριάκος Αναγιωτός, με μόλις τρεις ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό του, α) Ως άνεμος επακμάζων» (2012) β) «Ανέστιος και λιθοξόος» (2015) και γ) «Ιπποστάσιο» (2020) μπορεί να θεωρηθεί ένας ολοκληρωμένος, ένας πλήρης ποιητής του τόπου μας.  Κι αυτό με την έννοια της συνολικής επάρκειας και τα όσα αυτή εμπερικλείει σε αισθητικό, υφολογικό αλλά και θεματικό επίπεδο. Το ποιητικό credo του Κ.Α. είναι πλέον διακριτό, ευκρινές, αναγνωρίσιμο και αναγνωστικά ολοένα και πιο ευρέως αποδεκτό∙ πάντα με σχόλια κολακευτικά για τον ίδιο.

Θέλω να σταθώ ιδιαίτερα στο πρώτο ποίημα της συλλογής απ’ όπου αντλήθηκε και ο τίτλος του βιβλίου που παρουσιάζεται με αυτό το σημείωμα, το «Ιπποστάσιο». Πρόκειται για ένα ποίημα υπαρξιακό, επιβλητικό, υποβλητικό, προγραμματικό και πλήρες. Τρία άτια, τρία άλογα σημαδεύουν τη ζωή του ποιητή. Το «ευσταλές» που αφορά τα βιώματά του, το «φτερωτό» που αφορά τη φαντασία και το πνεύμα του, και το «ξύλινο» που αφορά την υπαρξιακή του αγωνία. Ο στίχος του Κ.Α. παραμένει στέρεα δομημένος σε ουσιαστικά θεμέλια όπως η ωριμότητα, η σοβαρότητα, το συγκινησιακό ρίγος και η ενοραματική προσέγγιση του μέλλοντος. Την ίδια ώρα, η κρυπτικότητα των στίχων του, συλλογή με συλλογή, εδραιώνεται. Το γεγονός καθιστά την ποίησή του ακόμα πιο ενδιαφέρουσα και πιο γεμάτη με προκλήσεις και προσκλήσεις για τον αναγνώστη. 

 Τα ποιήματα του Κ.Α. διακρίνονται και για την άρτια σκηνοθετική δόμησή τους, που επιτυγχάνεται με την αρωγή της αλληγορίας, της μεταφοράς, της παρομοίωσης. Πρόκειται για ποιήματα γεμάτα πλούσιες, εμφαντικά ευφάνταστες εικόνες, έμπλεες χρωμάτων, αρωμάτων, γεύσεων και συναισθημάτων. Εικόνες που ενεργοποιούν όλες τις αισθήσεις του αναγνώστη.

Οι ποιητολογικές αναφορές του Κ.Α. είναι διαυγείς και διάχυτες σχεδόν παντού. Ο ποιητής ξηγιέται στα ίσα με τον αναγνώστη του για το πως βλέπει ο ίδιος τους στίχους του: «Μόλις νυχτώσει / οι στίχοι μου / τινάζουν κάπνα και μπαρούτι. / Νίβονται με ανθόνερο / σιάζουν τα μαλλιά τους / και βγαίνουν απ’ το όρυγμα». (σελ. 12)

Μιλώντας πάντα για την ποιητική του Κ.Α., θα ήθελα ν’ αναφερθώ ειδικά στο ποίημα «Γραφική απόπειρα». Εδώ ο ποιητής, αξιοποιώντας αισθητικά την ορολογία της σεισμολογίας, καταθέτει ένα ποίημα ποιητικής έμπλεο μεστών μηνυμάτων, παραστατικών εικόνων και διάφανων ιδεωδών: «Επικίνδυνα ολισθαίνουν / οι τεκτονικές μου πλάκες / επιχειρώ εκτόνωση / της σεισμικής δραστηριότητας / σε λευκό χαρτί». (σελ. 26) Ο Κ.Α. παρομοιάζει την ποιητική πραγμάτωση με τη σεισμική δραστηριότητα. Και η παρομοίωσή του θεωρώ πως είναι εύστοχη, εκφραστική, αισθητικά πλήρης και λειτουργική: «Όμως θα επιμένω. / Με λέξεις αντισεισμικές σε γρανιτένια πλάκα / με γραφίδα από ατσάλι». (σελ. 27)

Αυτό που συνηθίσαμε συμβατικά να αποκαλούμε κυπριακή τραγωδία απασχολεί τον Κ.Α. σε όλα τα βιβλία του. Και τον απασχολεί μέσα σε μια γόνιμη ζύμωση με τις οδύνες του σήμερα και όχι ως μια πικρή ανάμνηση μέσα στη συλλογική μνήμη. Π.χ. τα ελαιόδεντρα και τα αμπέλια, στο ομώνυμο ποίημα, προσκυνούν τους νεκρούς κάθε επέτειο της εισβολής, καθώς είναι η εποχή που καρπίζουν και γέρνουν τα κλαδιά τους προς τη γη: «Λάδι σταλάζουν / στα καντήλια / των αδικοσκοτωμένων / κρασί γεμίζουν / τα δισκοπότηρα / να μεταλάβουν / οι αδικοχαμένοι». (σελ. 14) Ο Κ.Α. βάζει τη φύση να μετέχει στα ανθρώπινα, όπως ανέκαθεν έπρατταν οι ποιητές από την αρχαιότητα. Όπως έπρατταν οι ανώνυμοι δημιουργοί των δημοτικών τραγουδιών, όπως μεγαλούργησαν ο Δ. Σολωμός και ο Β. Μιχαηλίδης.

Επίσης, το δράμα των αγνοουμένων που επιστρέφουν ως λείψανα σε μικρά ξύλινα κασελάκια, συγκινεί και εμπνέει τον ποιητή. Αυτό καταγράφεται τόσο στην προηγούμενη όσο και στην παρούσα ποιητική συλλογή του. Ο Κ.Α. πραγματεύεται τη συγκεκριμένη υποθεματική με φαντασία και υπερβατικότητα, με δέος μπροστά στη θυσία αυτών των ανθρώπων, αλλά και με σεβασμό σε όσους άφησαν πίσω τους. Στο ποίημα «Η κασέλα» περιγράφει συγκλονιστικά την εξόδιο ακολουθία μέχρι πρότινος αγνοούμενου. Στη φαντασία του ποιητή, ο κηδευόμενος εξέρχεται ως λείψανο από το κασελάκι και επιστρέφει στο σημείο που είχε μείνει πριν επισυμβεί το μεγάλο κακό: « …έτρεξε περιχαρής στο διοικητήριο / για τη δεκαήμερη του άδεια. / Την επαύριον θα λογιαζόταν / με την καλή του». (σελ. 24)

Η νέα συλλογή του Κ.Α. ολοκληρώνεται με τέσσερα δημιουργήματα στην κυπριακή διάλεκτο, τρία πεζοτράγουδα και ένα ποίημα. Το πρώτο, «Το παραθύριν» (σελ. 30) θα το χαρακτήριζα ενδοσκοπικό ποίημα εσωτερικού χώρου. Τα επόμενα δύο μιλούν για την κυπριακή τραγωδία, ένα για τους αγνοούμενους και ένα για τους πρόσφυγες. Στο πρώτο, η σύζυγος μέχρι πρότινος αγνοούμενου, απευθυνόμενη στον πεσόντα άντρα της, μονολογεί: «Εφέρασιν τζ΄εβάλαν δίπλα μου πεντ’ έξι κόκκαλα τζ’ είπαν μου ήσουν εσού. Εγιώνη, πάντως, έννα σηκωστώ ‘που το πουρνόν, να πυρώσω τον φούρνον, να σου σιερώσω το πουκάμισόν σου το καλόν τζαι να σου βράσω νερόν να λουθείς. Έννα σου βάλω πα’ στο τραπέζιν, σσεπασμένα, ψουμίν βραστόν, χαλλούμιν ’που το δικό μας τζαι τομάτες ‘που την βραχτή μας, να μπουκώσεις». (σελ. 31)

Στο ύστερο ποίημα της συλλογής ο Κ.Α. βάζει έναν αετό να λέει σε αυτούς που αναζητούν τον τάφο του Βασίλη Μιχαηλίδη: « …‘που τα’ ψη άμαν πετώ / τ’ αγνάρκα του θωρώ τζαι τες πατημασιές του / τζ’ άμα φυσίσουσιν ανέμοι κρυφοί γροικώ / τους αναστεναγμούς του». (σελ. 33) Το δημιούργημα αυτό, ασφαλώς, είναι εμπνευσμένο από ένα πραγματικό γεγονός, την αμφισβητούμενη από πολλούς ανεύρεση του χαμένου τάφου του εθνικού μας ποιητή. Ο Κ.Α. δεν αρκείται βέβαια στο γεγονός αυτό καθαυτό. Μεταπλάθει αισθητικά το όλο συμβάν μεταθέτοντας το στο χώρο και το επίπεδο της ποιητικής, στην ουσία καταθέτοντας ένα ποιητολογικό ποίημα.

g.frangos@cytanet.com.cy