O Χώρος στο Θέατρο είναι μια μαγική έννοια. Δημιουργεί γοητευτικές προκλήσεις, φέρνει μεγάλες στενοχώριες και χαρές, λειτουργεί με τρόπους που δεν μπορεί να φανταστεί κανείς, αν δεν τις έχει ζήσει.  Έμαθα, ζώντας τους ίδιους τους ανθρώπους του Θεάτρου, να λατρεύω την πολυπλοκότητα, τις δυνατότητες, την ευελιξία, τη δύναμή του αλλά και την καθοριστικό τρόπο με τον οποίο μπορεί να παρεμβαίνει και να διαμορφώνει την ίδια την ταυτότητα.  Είναι όλα αυτά μαζί με άλλα τόσα οι λόγοι που αγαπώ το Χώρο του Θεάτρου με την ευρύτερη έννοια. Έμαθα όμως παράλληλα, τώρα με την πανδημία, να τρέμω στην ιδέα του περιορισμού, όταν η ελευθερία κίνησης ή και σκέψης μέσα στο Χώρο, απειλούνται και απειλούν. Ο κοινός χώρος, πρακτικά και ως ιδέα, δεν είναι πια το ίδιο ευπρόσδεκτη σύμβαση χωρίς προϋποθέσεις, γιατί τώρα, στη νέα συνθήκη, περικλείει πια κινδύνους επιβίωσης.  

Δεν χωρά αμφιβολία πώς ο χώρος μας είναι από τους λίγους για τους οποίους δεν υπήρξε κρατική πρόνοια για έκτακτη στήριξη λόγω της πανδημίας, ενώ η πολιτεία με θαυμαστό τρόπο μπόρεσε να λειτουργήσει προληπτικά για τόσους άλλους.  Φαίνεται πως ο πολιτισμός συνήθως έπεφτε ανάμεσα στις χαραμάδες όταν οι αρμόδιοι έκαναν τις συσκέψεις τους για να αποφασίσουν τα μέτρα, χωρίς να υπάρχει ενδεχομένως κάποιος να τους θυμίσει πόσο μεγάλη ανάγκη είναι για τη χώρα να διασφαλιστεί και η πολιτιστική δημιουργία, σίγουρα τουλάχιστον όχι κάποιος που να έβλεπε τα πράγματα και από τη σκοπιά των καλλιτεχνών. Η διάθεση των κονδυλίων που ήταν ήδη αποφασισμένο να διατεθούν πριν την πανδημία, δεν υποκαθιστά την ανάγκη να δημιουργηθούν προγράμματα στήριξης που θα λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες του κλάδου και την αναστολή ή διαφοροποίηση των εργασιών του. 

Κρίμα που χρειάζεται να τα θυμίζουμε ξανά και ξανά. Η πολιτεία για κάποιο παράξενο λόγο, τα ξεχνά. Ή δεν τα ακούει..  

Το Δεκέμβριο του 2020 επηρεάστηκαν γύρω στους 20 επιχορηγούμενους Φορείς θεατρικής παραγωγής από το Σχέδιο ΘΥΜΕΛΗ.  Πέρα από τις προσπάθειες του ΘΟΚ για την όσο το δυνατό λιγότερο επώδυνη διαχείριση της απαγόρευσης παραστάσεων που επιβλήθηκε, η έλλειψη εισπράξεων εξακολουθεί να προκαλεί πρόβλημα επιβίωσης για τους θεατρικούς φορείς που ήδη είχαν μειωμένα έσοδα λόγω της επιβολής μειωμένης χωρητικότητας στις αίθουσες.  Αντίστοιχα, οι διαχειριστές θεατρικών αιθουσών είδαν να ακυρώνονται όλες οι ενοικιάσεις τους σε τρίτους, ενώ τα δικά τους ενοίκια και λειτουργικά έξοδα συνεχίζουν να τρέχουν οδηγώντας τους σε φοβερά οικονομικά αδιέξοδα. Τραγικά, οι άνθρωποι του θεάτρου και των τεχνών, αναγκάστηκαν να οδηγηθούν αφενός στην καταπίεση κάθε ζωντανής θεατρικής έκφρασης (τα live streaming δεν είναι το ίδιο), και αφετέρου στην απραξία, στην ανεργία, στην απόλυτη αβεβαιότητα αλλά κάποιοι και στα συσσίτια, στα κοινωνικά παντοπωλεία, στην ανέχεια, στην έλλειψη προοπτικής και κάποιοι να ψάχνουν τρόπους να εγκαταλείψουν το επάγγελμα, εφόσον δεν φαινόταν να υπάρχει ελπίδα.  

Κοινός παρονομαστής των αιτημάτων των Φορέων, των Συντελεστών θεάτρου και των εργαζόμενων σε αυτό, αλλά και των θεατρόφιλων που στηρίζουν τις παραστάσεις, είναι η ανάγκη για τη δημιουργία των απαραίτητων συνθηκών για θεατρική δημιουργία, με αξιοπρέπεια. Γι’ αυτό εργάζονται άοκνα, και στο θέατρο, αλλά και στα καλέσματα της πολιτείας για να λυθούν, έστω εν μέσω κρίσης, τα τόσο σημαντικά θέματα που χρονίζουν. Κι όλα αυτά σε μια χώρα, που το μέγεθός της δεν θα έπρεπε να είναι καθόλου απαγορευτικό στο να ιδωθούν τα προβλήματα μεθοδικά και να δρομολογηθούν λύσεις. 

Δεν θα έπρεπε οι άνθρωποι του θεάτρου να χρειάζεται να περιφέρονται στα κανάλια για να ερμηνεύουν τα αυτονόητα και να ζητούν τα στοιχειώδη, να προσπαθούμε ακόμα και σε ανώτερο επίπεδο πολιτικών αρχόντων, να εξηγήσουμε τί προσφέρει το θέατρο, πως δεν είμαστε «ιδεολόγημα», πως έχει σημασία και αξία η δουλειά κάθε ανθρώπου που δουλεύει στο θέατρο και πως δεν νοείται ειδικά οι πολιτικοί προϊστάμενοι, να την απαξιώνουν με τις επιλογές τους. 

Όλα αυτά έχουν επιφέρει ένα μεγάλο πλήγμα στις θεατρικές μας δυνάμεις και αντοχές, πέρα και πάνω από αυτό της πανδημίας, όμως το πείσμα μας είναι αμετάβλητο. Το αρμόδιο Υπουργείο μετακυλά τις ευθύνες του για εξεύρεση λύσεων, ακόμα και για την ενημέρωση των ανθρώπων του κλάδου, σε επιτροπές που φτιάχνονται από καλλιτέχνες, χωρίς το ίδιο να αναλαμβάνει την ευθύνη του για συγκροτημένη δράση και ενημέρωση.

Η απόφαση του Υπουργείου να ασχοληθεί το 2020, εν μέσω της χειρότερης κρίσης, με προβλήματα που χρονίζουν εδώ και δεκαετίες, στο χώρο του Πολιτισμού, όπως η δημιουργία μητρώων, η αναθεώρηση νομοσχεδίων που υποβλήθηκαν προ εικοσαετίας, η επιβεβλημένη αναγνώριση του στάτους των καλλιτεχνών, ενώ οι ίδιοι οι καλλιτέχνες δεν είναι σίγουροι αν θα επιβιώσουν της κρίσης για να φτάσουν να αναγνωριστούν όταν τελειώσει το νομοσχέδιο και οι διαδικασίες, προκαλεί τουλάχιστον ερωτηματικά για το πώς τίθενται οι προτεραιότητες σε καιρό έκτακτης ανάγκης. Είναι σαν να πλημμυρίζει το σπίτι από νεροποντή και πριν δούμε πώς θα βγάλουμε τα νερά έξω για να γλυτώσουμε ότι μπορούμε, αποφασίζουμε να κάνουμε ανακαίνιση του παταριού που δεν επηρεάζεται άμεσα. Η ανακαίνιση είναι απαραίτητη. Αλλά πρώτη προτεραιότητα είναι λόγω της έκτακτης ανάγκης το ισόγειο και το υπόγειο. Τα νερά πνίγουν ανθρώπους. Και δε θα αφήσουν ούτε την ανακαίνιση να γίνει σωστά.

Η φροντίδα, η εκτίμηση, ο σεβασμός για τη δουλειά των ανθρώπων του, τώρα περισσότερο από ποτέ, είναι ανάγκη να εκφραστεί με λόγια και με πράξεις.  Χρειαζόμαστε μια συγκροτημένη Εθνική πολιτική για το θέατρο με επιστημονικό υπόβαθρο, την οποία θα διαχειριστεί ένα Υφυπουργείο Πολιτισμού που θα πρέπει να δημιουργηθεί σε σωστές παραμέτρους, χωρίς να οικοδομηθεί με υλικά που έτυχε να ‘χουμε πρόχειρα αλλά με συστατικά διαλεγμένα ένα ένα, και χωρίς καμμιά τροχοπέδη κομματική, γραφειοκρατική με την κακή έννοια, ή με εξωπολιτιστικά κίνητρα και κριτήρια. Ευχολόγιο; Όχι. Απαίτηση πια. Ναι.

Μέχρι τότε όμως, τώρα, άμεσα επιβάλλεται να υπάρξει ένα συγκροτημένο σχέδιο στήριξης του Πολιτισμού στην πανδημία, χωρίς σπασμωδικές ή μεμονωμένες κινήσεις, με βάση τη σφαιρική διασφάλιση των αναγκών του τρίπτυχου Δημιουργοί/Εργαζόμενοι στον πολιτισμό —  Φορείς – Κοινό και με αφετηρία τον σεβασμό τους.  Τούτο επιβάλλει τη συνεργασία ανθρώπων από τα Υπουργεία Εργασίας, Οικονομικών και Πολιτισμού ώστε να υπάρξει διεπιστημονική προσέγγιση που θα μπορέσει να δώσει σωστά αποτελέσματα.

Μόνο μέσα από την πολύτιμη διάδραση στη βάση μιας επικοινωνίας που διακατέχεται από εκτίμηση και σεβασμό για το ρόλο που παίζει ο καθένας στο Χώρο, μπορεί να προχωρήσουν τα πράγματα.  

*Η Μαρίνα Μαλένη είναι Θεατρολόγος-Επικοινωνιολόγος.

Φιλελεύθερα, 3.1.2021.