H εικαστικός Μαρία Λοϊζίδου γράφει για την έλλειψη επίγνωσης της σημασίας της τέχνης από πλευράς της πολιτικής ηγεσίας και στη δυσκολία να αποδεχτεί την κοινότητα των καλλιτεχνών με ισότητα και σεβασμό.
Η κληρονομιά μου ως Κύπρια εικαστικός με βοηθά να αντέχω τη μοναξιά, την πολύωρη χειρωναξία, την απομονωμένη εργασία, την κριτική. Έχω άλλωστε την πεποίθηση ότι αυτές είναι κάποιες από τις δυσκολίες οι οποίες μας βοηθούν να αξιολογούμε τη διαφορετικότητα, τη συλλογική εργασία, και μας φέρνουν κοντά στον άνθρωπο!
Εξοργιστική όμως είναι η ανοησία κάποιων ως αιτία της άρνησής τους να το αποδεχτούν. Πόσο μακριά βρίσκεται η πολιτική ηγεσία αυτού του τόπου από την ικανότητα να διαισθανθεί τις ποιότητες που διέπουν την τέχνη, ως απαραίτητο χαρακτηριστικό της ανθρωπιάς, της ζωής και του πνεύματος; Το θράσος της να στερεί τις κοινωνικές πρόνοιες από το σύνολο των καλλιτεχνών είναι παράγωγο της ίδιας αιτίας. Δηλαδή οφείλεται στην έλλειψη επίγνωσης της σημασίας της τέχνης, στην οποία άλλωστε αποδίδεται και η δυσκολία να αποδεχτεί την κοινότητα των καλλιτεχνών με ισότητα και σεβασμό. Η άγνοια αυτή, ως ελλειμματική αξία της εργασίας την οποία καλείται να ασκήσει ο πολιτικός και για την οποία αμείβεται αδρά, φαίνεται να γίνεται αποδεκτή από την εκτελεστική εξουσία. Δικαιούται όμως να στερεί, κατά συνέπεια, το προνόμιο της τέχνης από τους πολίτες αυτού του κράτους; Δικαιούται να καταπατεί τη συνθήκη που ορίζει τον πολιτισμό;
Η απογυμνωμένη αλήθεια της επανάληψης των δυσκολιών των καλλιτεχνών κατά τη διάρκεια της πανδημίας στον τόπο, όπως εμφανίζονται στην τέχνη σήμερα, είναι μια ένδειξη ότι οι άνθρωποι που παράγουν πολιτισμό και το έργο τους παραμένουν απαρατήρητα, χωρίς αξιολόγηση και κατά βάθος άχρηστα για τους πολιτικούς.
Ήδη οι μικρές κρίσεις καθημερινότητας για να αντιμετωπιστούν μέσα από αυτοσχέδια δράση απαιτούν αφοσιωμένους και εμπνευσμένους πολιτικούς. Πόσο μάλλον αυτή η ιστορική κρίση του Covit 19, η οποία αφήνει την κοινότητα των καλλιτεχνών φοβερά εκτεθειμένη, ακριβώς γιατί δεν προστατεύεται από κανένα θεσμικό σχέδιο κοινωνικής πρόνοιας, προκειμένου ο καλλιτέχνης να διαθέτει αποθέματα. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή για τους αρμόδιους που ορίζουν τους νόμους από το να ακούσουν τους ανθρώπους των τεχνών, με το συμπυκνωμένο απόσταγμα εμπειρίας αλλά και τον ενθουσιασμό της φρεσκάδας, ως γεφύρωση μεταξύ της εξουσίας που διαθέτουν και της ευθύνης τους απέναντι στη συντήρηση και ανάπτυξη του πολιτισμού στον τόπο.
Ας αποδεχτεί επιτέλους σύσσωμη η πολιτική ηγεσία ότι η εφαρμογή του καθεστώτος του καλλιτέχνη επιβάλλεται. Ας εμπιστευτούν την πολύχρονη εργασία η οποία πραγματοποιείται από τα οργανωμένα σύνολα εικαστικών, θεωρητικών τέχνης, ηθοποιών, χορευτών, μουσικών, συγγραφέων, σκηνοθετών, ποιητών και όλων όσων συμβάλλουν στην παραγωγή του πολιτισμού του τόπου. Ας δώσουν σημασία στις επανειλημμένες εισηγήσεις των καλλιτεχνών, στις δεκάδες αναπάντητες επιστολές που απευθύνονται εδώ και χρόνια στους αντίστοιχους κυβερνητικούς φορείς και υπουργεία.
Η επεξεργασία της εφαρμογής ενός καθεστώτος που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες του πολιτισμού και των ανθρώπων που τον παράγουν παραμένει στάσιμη και οι τελευταίες ανακοινώσεις του υπουργού Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας κύριου Πρόδρομου Προδρόμου, οι οποίες ανακοινώθηκαν πριν σχεδόν ένα χρόνο, δεν οδήγησαν πουθενά. Η σύσταση εκ μέρους του των πολυμελών και διαφορετικών επιτροπών δεν φάνηκε να λειτουργεί. Αντίθετα, πάγωσε την παραγωγή κριτικής και λόγου. Εξουδετέρωσε τον ενθουσιασμό και ακύρωσε κάθε προσπάθεια. Αυτό δεν τιμά καθόλου τον υπουργό και με λύπη διαπιστώνεται ότι οδηγεί την κοινότητα των καλλιτεχνών σε ό,τι δεν θα έπρεπε να σκεφτεί, αυτό της πιθανής πρόθεσής του να την κοροϊδέψει.
Ούτε και στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες, με τις οποίες οι καλλιτέχνες συχνά συμπορεύονται, δεν επιτράπηκε την περίοδο αυτή παρά μόνο η αγορά έργων τέχνης και υπηρεσιών σε τιμές «παζαρέματος», με τρόπο αδούλευτο και μειωτικό απέναντι σε μια κοινότητα που δεν έχει άλλη επιλογή. Μια κοινότητα, την αντίδραση της οποίας η κυβέρνηση περιορίζει στην αναμονή του εξευτελιστικού επιδόματος των 900 ευρώ, το οποίο αν αξιολογήσουμε σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο, αντιστοιχεί σε 100 ευρώ τον μήνα!
Τέτοιες συμπεριφορές δεν ευνοούν τον πολιτισμό αλλά οδηγούν σε απώλειες κερδισμένων προσπαθειών εκ μέρους πολλών ανθρώπων. Χρειάζεται μια μεγαλύτερη παράκαμψη εκ μέρους των μελών της πολιτικής ηγεσίας από αυτή που τους επιτρέπουν οι δυνατότητές τους. Τα λόγια των καθημερινών ομιλιών τους μας παραπέμπουν σε μια τρομαχτική και ανησυχητική εικόνα του κενού.
Μια απογραφή της παρατήρησής τους στο άκουσμα του άλλου, θα βοηθούσε!
Χρειάζεται να παραδεχτούν ότι υπάρχει μόνο ένας τομέας, όπου στον πολιτισμό μας έχει διατηρηθεί όλη η δύναμη της σκέψης, αυτός της τέχνης. Σπάνια και αποσπασματικά αναφερόμαστε ευνοϊκά σε έργα Κυπρίων πολιτικών. Αναφερόμαστε όμως με συγκίνηση, σε έργα Κυπρίων εικαστικών, ποιητών, συγγραφέων, σε ερμηνείες ηθοποιών και σε μουσικά ακούσματα! Επείγει να αποδοθούν στους ανθρώπους αυτούς τα δικαιώματα που τους αναλογούν!
Σημ.: Μέχρι να καταφέρουν οι αρμόδιοι να απαντήσουν στις επείγουσες οικονομικές ανάγκες των καλλιτεχνών και να θέσουν παράλληλα σε προτεραιότητα την επεξεργασία του καθεστώτος του καλλιτέχνη με όλη τη σοβαρότητα που απαιτείται, ας αφήσουν τα θέατρα και τους εκθεσιακούς χώρους να λειτουργήσουν, προκειμένου να συντηρηθεί προς το παρόν και στο ελάχιστο το είδος των τεχνών!
*Η Μαρία Λοϊζίδου είναι εικαστικός, μέλος της ομάδας AA&U, πρόεδρος του συνδέσμου εικαστικών καλλιτεχνών και θεωρητικών τέχνης – φυτώριο.
Φιλελεύθερα, 31.1.2021.