Ξυπνώ πολύ πρωί. Είναι Κυριακή, χειμώνας του 2021. Φοράω τα αθλητικά μου, στέλνω μήνυμα στο 8998, αναμένω μερικά δευτερόλεπτα για την απάντηση και πάω.
Πού πάω; Γιατί χρειάζεται να στείλω μήνυμα για να βγω από το σπίτι μου; Ποιος περιορίζει την ελευθερία μου; Ποιος μου στερεί το ανθρώπινο δικαίωμα της ελεύθερης διακίνησης; Ερωτήματα που απασχόλησαν πολύ το μυαλό και τους στοχασμούς μου τον περασμένο χρόνο, αλλά κυρίως που επηρέασαν σε πολύ μεγάλο βαθμό την καθημερινότητά μου. Αφήνω όμως τα ερωτήματα στην άκρη για λίγο και προχωρώ προς τον στόχο μου, το λόγο για τον οποίο αιτήθηκα έξοδο. Οδηγώ ακούγοντας κλασική μουσική προσπαθώντας να αφαιρέσω κάθε σκέψη από το μυαλό μου, να μειώσω κάθε εξωτερικό και εσωτερικό θόρυβο. Σύντομα είμαι εκεί. Στη θάλασσα.
Κατεβαίνω με μια αίσθηση ευγνωμοσύνης. Θα έλεγα πως το ρήμα που ταιριάζει καλύτερα είναι το «ανεβαίνω», καθώς η διάθεσή μου έχει ήδη αρχίσει να μπαίνει σε κλίμα εσωτερικής ανάτασης. Βρίσκομαι μπροστά σε μια παραλία όπου δεκάδες άνθρωποι γεμάτοι ενέργεια πηγαινοέρχονται.
Υπάρχει μια συνεχής κίνηση προς όλες τις κατευθύνσεις, με διαφορετικές ταχύτητες, διαφορετικές αντοχές, διαφορετικό ρυθμό και τέμπο. Κοινό στοιχείο η ροή. Η θάλασσα του χειμώνα στο φόντο, φουσκωμένη και προκλητική στέλνει με αφρισμένες δόσεις το αλμυρό νερό στην ακτή. Μια βαθιά φωνή από τα βάθη της, υπενθυμίζει το αέναο τραγούδι της αρχής των πάντων ενώ ο ολόλαμπρος βασιλιάς γεννιέται σηματοδοτώντας την άνοδο. Σκούρα σύννεφα σε αποχρώσεις μιας αφράτης κλίμακας από το λευκό ως το μαύρο κινούνται σε αργή κίνηση, αλλάζοντας σχήματα, δημιουργώντας περίεργες ομιχλώδεις συμπράξεις.
Κι οι άνθρωποι; Αλήθεια πού πάνε; Γιατί περπατούν τόσο σοβαροί; Υπάρχει άραγε κάποιος μυστικός εσωτερικός προορισμός στον οποίο φθάνεις μετά από ώρες εντατικού ή χαλαρού βαδίσματος; Οδηγεί σε κάποια εσωτερική όαση το τροχάδην επί τόπου; Δεν έχω εντοπίσει ακόμη την απάντηση αλλά θα συνεχίσω να ψάχνω κι αν υπάρχει θα την βρω.
Ρυθμίζω λοιπόν το ψηφιακό ρολόι μου και του ζητώ να μετρήσει τα βήματά μου, τα χιλιόμετρα που θα διανύσω, τους χτύπους της καρδιάς μου και τις θερμίδες που θα κάψει το σώμα μου σε αυτή του την ρέουσα προσπάθεια. Είμαι κιόλας σε πορεία, με γρήγορο περπάτημα στην αρχή και σταδιακό χαλαρό τρέξιμο στη συνέχεια. Αισθάνομαι πως τίποτα δεν μπορεί να χαλάσει τη διάθεσή μου ή να με σταματήσει, συνεχίζω σταθερά μέχρι τη στιγμή που βρίσκομαι αντιμέτωπη με το θαύμα. Και τότε σταματώ. Δεν μπορώ να αντισταθώ. Εντοπίζω ένα ήσυχο μέρος δίπλα σε έναν αμμόλοφο και κάθομαι να παρακολουθήσω τη συνέχεια αυτού που αντικρύζει το βλέμμα μου. Προσποιούμαι πως δένω τα κορδόνια μου και προσπαθώ να είμαι διακριτική όσο γίνεται.
Είναι μια χαρούμενη ομάδα. Πέντε άνδρες και δύο γυναίκες. Ημίγυμνοι, σε θερμοκρασία δέκα βαθμών κελσίου. Κρυώνω και μόνο που τους βλέπω. Πειράγματα, αστεϊσμοί, ανέκδοτα, δυνατά γέλια. Τους χαίρομαι και τους ζηλεύω. Ακούω τις συνομιλίες τους, μιλάνε δυνατά καθώς διατηρούν τις απαιτούμενες αποστάσεις, σύμφωνα με τα υγειονομικά πρωτόκολλα. Απορώ πώς αντέχουν στο κρύο, πώς προσλαμβάνει το σώμα τους την ψυχρολουσία, τι είναι αυτό που τους σπρώχνει χειμωνιάτικα στην αγκαλιά της παγωμένης θάλασσας.
Ο πρώτος της παρέας μπαίνει μέσα. Κάνει κάποιο είδος θαλασσοσκόπησης. «Ελάτε εδώ. Εντόπισα τους δεκαπέντε βαθμούς. Σήμερα δεν είναι θάλασσα, είναι χαμάμ, είναι ιαματικό λουτρό!» φωνάζει με ενθουσιασμό. Ακολουθούν πειράγματα, χαχανητά, υπονοούμενα. Η εύθυμη παρέα βυθίζεται σταδιακά στην απόλαυση. Αισθάνομαι την ευεξία τους, την ακούω στις φωνές τους από την πρώτη κιόλας βουτιά. Αναζωογονημένοι με αυξημένη την κυκλοφορία του αίματος, με τους χτύπους της καρδιάς τους να ροκάρουν.
Η αδρεναλίνη ανεβαίνει και μαζί της ανεβαίνει και το αίσθημα της ευτυχίας. Οι ενδορφίνες, οι ορμόνες της ευτυχίας εξαφανίζουν με ένα μαγικό τρόπο το φόβο του θανάτου, της μοναξιάς, της πανδημίας, τις καταθλιπτικές ειδήσεις, το στρες, τον πόνο. Αυτοί κολυμπούν μα εγώ σταματάω το χρόνο για να ζήσω αυτό το θαύμα στο μεγαλείο του. Βγάζω στα κλεφτά φωτογραφίες με το κινητό, θέλω να κρατήσω τις στιγμές τους, να τις χρησιμοποιώ ως φάρμακο όταν με ρίχνει ψυχικά η αθλιότητα των ειδήσεων, των γεγονότων και των αποκαλύψεων του τελευταίου χρόνου.
Σε λίγο οι χειμερινοί κολυμβητές αναδύονται και βγαίνουν από το ηδονικό μεθύσι της ψυχρολουσίας. Στο βλέμμα τους διακρίνω την σπιρτάδα που τους προκάλεσε η δεκαπεντάλεπτη παραγωγή ενός δυναμικού κοκτέιλ ορμονών. Αυτού που ρέει στα σώματα και που θα τους κρατήσει ακμαίους μέχρι την επόμενη φορά της παγωμένης ιεροτελεστίας. Σαν να έχουν υποστεί ένα σοκ ευφορίας. Σαν να έχουν κατακτήσει μια ακόμη κορυφή. Είναι αυτοί οι υπερήλικες που στέκονται μουσκεμένοι μπροστά μου, εφηβικές ψυχές, κρυμμένες σε γερασμένα σώματα που όμως λάμπουν υπέροχα στον χειμερινό ήλιο, δηλώνοντας νικητές και τροπαιοφόροι στον ωραίο αγώνα της ζωής.
Χαμογελώ, σηκώνομαι από την κρυψώνα μου και τους καλημερίζω. Πατώ «συνέχεια» στο ψηφιακό μου ρολόι και συνεχίζω να τρέχω πιο ανάλαφρη από ποτέ. Υπάρχουν δύο μόνο τρόποι να ζήσεις τη ζωή σου, είπε ο σπουδαίος Αϊνστάιν. Ο ένας είναι σαν τίποτα να μην είναι θαύμα. Ο άλλος είναι σαν όλα να είναι ένα θαύμα.
Φιλελεύθερα, 31.1.2021.