Μοιραία σπίτια. Μοιραίοι αυτοί. Μοιραίοι εμείς· σ’ αυτό τον ξένο πια τόπο που είναι ο τόπος μας.
Επεκτείνομαι και βιώνω
παράνομα
σε περιοχές που σαν υπαρκτές
δεν παραδέχονται οι άλλοι.
Εκεί σταματώ και εκθέτω
τον καταδιωγμένο κόσμο μου,
εκεί τον αναπαράγω
με πικρά κι απειθάρχητα μέσα,
εκεί τον αναθέτω
σ᾿ έναν ήλιο
χωρίς σχήμα, χωρίς φως,
αμετακίνητο,
προσωπικό μου.
Εκεί συμβαίνω.
Κάποτε, όμως,
παύει αυτό.
Και συστέλλομαι,
κι επανέρχομαι βίαια
(προς καθησυχασμό)
στη νόμιμη και παραδεκτή
περιοχή
στην εγκόσμια πίκρα.
Και διαψεύδομαι».
(Κική Δημουλά – «Παρανομίες»)
Αυτή είναι η πίσω πόρτα. Το ένα τζάμι έσπασε από τη χαλαζόπτωση των τελευταίων μηνών δημιουργώντας τρύπα, μερικά περιστέρια μπήκαν στο σαλόνι, αφόδευσαν στη ζεστασιά ενός κλειστού χώρου, βγαίνουν συχνά και περπατούν στους δοκούς της οροφής, ξαναμπαίνουν, πάλι τα ίδια· ίδια περιφορά ενστίκτων – σπίτι δικό τους που μοιράζονται με φίδια και σκουλήκια, ίσως στο μέλλον και με άλλων ειδών ζώα· ζώα που αρπάζονται στους αγκώνες απ’ την εγκατάλειψη και βρίσκουν μια φωλιά.
Από αυτά τα πλακάκια παρακολουθούσα συχνά να στέκεται εκείνη την φιγούρα -όχι από πολύ κοντά-, κοντά στα ενενήντα, στέρεη ωστόσο στα πατήματά της, που προδίκαζε αυτό το βέβαιο μέλλον της μονοκατοικίας που προσπαθούσε να προστατεύσει για να μην το κατεδαφίσουν οι επίγονοι ξεπλέκοντας και πλέκοντας τα μακριά της μαλλιά, δηλώνοντας έτσι μια φυσική παρουσία σε μια σαστισμένη εποχή που οι μπουλντόζες και οι ντιβέλοπερς δημιουργούσαν τη νέα λογιστική μας καθημερινότητα παραληρηματικά.
Αυτή, η πίσω πόρτα, είναι ανίκανη πια να δημιουργήσει νέα ιστορία κληρονόμων. «Πόσα;». «Τόσα;». Σαν εκείνη τη σκηνή από το «Όλα είναι δρόμος» του Βούλγαρη που ο Τσετσένογλου -ο Γιώργος Αρμένης, δηλαδή- πληρώνει όσο- όσο τον μαγαζάτορα για να ρίξει κάτω το θρυλικό «Βιετνάμ» της επαρχιακής οδού αφού προηγουμένως είχε ξηλώσει με μανία τα τραπέζια, τις πορσελάνες από τις τουαλέτες και τους πάγκους ακούγοντας το ζεϊμπέκικο «έχει θολώσει το μυαλό μου απ’ το σκοτάδι»· σίγουρα πάντως όχι ψαλμούς από τον Άη-Γιάννη που είναι παραδίπλα.
Μερικά πράγματα είναι και θέμα αισθητικής. Κυρίως. Όχι φράγκων. Γιατί άλλο η ποιητική αφαιρετικότητα της κινηματογραφικής εκτόνωσης ενός ηττημένου απ’ τη ζωή ανθρώπου -που είναι Τέχνη και επικροτείται σαν εν αμαρτίαις εξομολογητήριο μετά τα μεγάλα σφάλματα- και άλλο η αναξιοπιστία, η κουτοπονηριά, η εξαπάτηση, η περιφρόνηση σε έναν κόσμο με σπασμένα νεύρα για τον οποίο έχει την βεβαιότητα -αυτός, ο αμαρτωλός, που βγήκε από τη «σπηλιά» του περιφέροντας χωρίς αιδώ το ματωμένο του μαχαίρι- πως η κυπριακή μνήμη είναι ασθενής -χλιαρή και ανεκτική πάντα στις διαψεύσεις- και εκείνοι οι πλούσιοι σωτήρες· κατέρρευσαν μάλλον τα σκηνικά και ο λαός ζητάει τα λεφτά και τις ψήφους του πίσω απ’ τους ξεβράκωτους πρωταγωνιστές της Εκκλησίας και της πολιτικής που παίζουν γκροτέσκους ρόλους.
«Ακόμα δεν χόρτασαν;», θα πεις. Όχι, δεν χόρτασαν! Έχουν προσμετρήσει ανατριχιαστικά επακριβώς στην λειτουργία του το λαό -που φταίει- και του δίνουν αυτό που πρέπει στις σωστές του δόσεις δημιουργώντας τη νέα μας ιστορία και προσκυνώντας καθεδρικούς ναούς που καταβροχθίζουν τη μορφή και την αρχιτεκτονική της χρεωκοπημένης τους κουλτούρας – αυτοί οι άνθρωποι δεν ξέρουν να «βλέπουν» π.χ τη Μαντόνα απ’ το Λιοπέτρι που ζωγράφισε ο Πολ Γεωργίου εκστασιασμένοι από το μεγαλείο της παιδείας και του ταλέντου ενός κορυφαίου καλλιτέχνη· βλέπουν «πελλάρες», οργανώνοντας τις νέες καταπακτές του «πόσα θα βγάλουμε και από τούτο;». Μακάρι να μη φαγωθούμε μεταξύ μας τώρα που ξεκίνησε ο καθένας το δικό του μπαϊράκι στα social media -ας μας λυπηθεί κάποιος θεός αφού αντέχουμε στωικά τόση πραγματικότητα- όσο οι βαλίτσες με τα λεφτά θα πηγαινοέρχονται στον Ινδικό ωκεανό· όσο οι άλλοτε θαυματοποιοί γίνονται ανθρωπάκια.
Λυπάμαι πολύ που δεν γνωρίζω από τις σκακιστικές κινήσεις της πολιτικής για να κατανοήσω αυτές τις ατσούμπαλες ενέργειες που εκθέτουν τους ανθρώπους που κυβερνούν τη ζωή μου -πού αποσκοπούν, πώς εννοούν την ευρυθμία της αγοράς την οποία απομυζούν- αλλά είναι βέβαιο πια, τώρα που κάνουν την τραγωδία κωμωδία και στα σανίδια παίζουν ξυπόλητοι, πως αποσκοπούν μόνο στην δική τους διάσωση γεννημένοι από κακό καλούπι χαρακτήρα· από την πάστα εκείνη του ανθρώπου που ποτέ δεν ξέρεις πώς και πότε θα στην φέρει – σαν τους μικπροαπατεώνες γύρω απ’ τον «Νονό» που δεν είχαν καν την ευελιξία να κρύψουν τα κλεμμένα και τα έκαναν περιφορά ως πλεονέκτημα και επίδειξη δύναμης. «Μα, δεν υπάρχει εμπιστοσύνη;», θα πεις. Εμπιστοσύνη στα μεγαλοθηρία που στην αναμπουμπούλα χάσκουν υπερήφανα στις πόλεις-κράτη που δημιουργούν αφού «πετούν»; Από πότε;
Το σπίτι αυτό, αυτό το «χαλαμάντουρο», δεν είναι ακριβώς «ένα σπίτι που κάποτε…»· είναι το παρελθόν. Κι όσο αυτό το παρελθόν διασύρεται με βία διαψεύδοντας τις ψεύτικες καλές μας προθέσεις αφού δεν έχει φωνή ούτε στέρεα πια τσιμέντα για να αντιστέκεται σε ανθρώπους με δέρμα παχύ, παραδόπιστους, τότε το μέλλον είναι εκ προοιμίου συντετριμμένο κάτω από χώματα. Σ’ αυτό τον αστικό πόλεμο που ξεκίνησε με μοιραίους για το θολό μας μέλλον ανθρώπους, ας είναι τα σπίτια αυτά οι πρώτοι νικητές απέναντι στις θρασείς φατρίες που έμαθαν να μας παίζουν κορώνα ή γράμματα επάνω στη τσόχα με τα χρυσά κηροπήγια και το ουισκάκι στο πλάι.
xatzigeorgiou@yahoo.com
Φιλελεύθερα, 7.2.2201.