Η σκηνοθέτιδα Μαγδαλένα Ζήρα γράφει για το πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά την ανισότητα, τον σεξισμό, την κουλτούρα βιασμού και μισογυνισμού, με αφορμή τις αποκαλύψεις των τελευταίων ημερών.

Άρχισε από αθλήτριες στην Ελλάδα κι έπειτα στην Κύπρο. Μετά, παράλληλα με την χιονοστιβάδα καταγγελιών στην Ελλάδα για σκηνοθέτες και ηθοποιούς που εξασκούσαν βία και σεξουαλική παρενόχληση, μια γυναίκα από τον χώρο του θεάτρου στην Κύπρο έκανε την πρώτη δημόσια καταγγελία και ακολούθησε μια σειρά αποκαλύψεων. Είμαστε εν μέσω αυτής της θύελλας και περιμένουμε να δούμε πώς θα εξελιχθεί.

Ως επαγγελματίας του θεάτρου, λατρεύω τον χώρο αυτό γιατί είναι γεμάτος με υπέροχους ανθρώπους που κάνουν τη δουλειά τους με αυτοθυσία, πάθος και δόσιμο. Το θέατρο είναι ένα σπουδαίο αγαθό, ένας πυλώνας του ανθρωπισμού, με θετική επίδραση στην κοινωνία. Αλλά αυτή τη στιγμή κρίσης θα πρέπει να μπορούμε να ξεχωρίσουμε την αγάπη μας γι’ αυτό που κάνουμε από την ανάγκη να δουλέψουμε ενωμένοι/ες για ένα καλύτερο μέλλον. Η δημόσια συζήτηση παίρνει κάποιες ανησυχητικές τροπές, γι’ αυτό θα προσπαθήσω να ερμηνεύσω αυτό που συμβαίνει, μέσα από κάποια δίπολα και αντιθέσεις, άλλες πραγματικές και άλλες πλασματικές. 

1. Bullying στην πρόβα Vs σεξουαλική παρενόχληση στην πρόβα: Νομίζω πως συγχέονται δύο διαφορετικά εγκληματικά φαινόμενα. Το ένα, στο οποίο αναφέρονται κάποιες από τις καταγγελίες, είναι η βία, λεκτική αλλά κυρίως ψυχολογική, που ασκείται από κάποιους ανθρώπους με εξουσία στον χώρο των παραστατικών τεχνών, κάποια από τα λεγόμενα «ιερά τέρατα», με κακοποιητικές συμπεριφορές προς συναδέλφους αδύνατους, συχνά νεότερους, ανεξαρτήτως φύλου. Ακούσαμε για σκηνοθέτες που έριχναν τασάκια, για μια ατμόσφαιρα καταπίεσης και ασφυκτικής ιεραρχίας, που θεωρείται από κάποιους απαραίτητη για την καλλιτεχνική δημιουργία. Το άλλο φαινόμενο είναι η σεξουαλική παρενόχληση. Και τα δύο συνδέονται με δομές εξουσίας. 

Το δεύτερο φαινόμενο δεν περιορίζεται στον καλλιτεχνικό χώρο, αλλά, όπως δείχνουν οι έρευνες, εμφανίζεται παντού, από τη Βουλή μέχρι τη βιομηχανία της εστίασης, από επιχειρήσεις μέχρι Πανεπιστήμια, από τα σχολεία μέχρι την οικογένεια. Η τεράστια πλειονότητα των θυμάτων είναι γυναίκες και η συντριπτική πλειονότητα των θυτών είναι άντρες, άρα έχει ξεκάθαρο έμφυλο πρόσημο. Η ταύτιση των δύο στη δημόσια συζήτηση θολώνει τα νερά, ακυρώνει την έμφυλη διάσταση του δεύτερου και υπονομεύει την προσπάθεια να ορίσουμε και να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά την ανισότητα, τον σεξισμό, την κουλτούρα βιασμού και μισογυνισμού, που αποτελούν συστημικά προβλήματα και συνδέονται με τις αποκαλύψεις των τελευταίων ημερών. 

Φυσικά, και οι άντρες μπορεί να είναι θύματα της πατριαρχίας, ειδικά οι ομοφυλόφιλοι που στοχοποιούνται από άλλους άντρες σε θέσεις εξουσίας, ή τα queer άτομα που υφίστανται βία λόγω της διαφορετικότητας. Αλλά και πάλι αυτό είναι ένα έμφυλο θέμα. Ποιοι είναι οι θύτες και ποιο είναι το σύστημα που επιτρέπει τέτοιες συμπεριφορές; Ένα πατριαρχικό σύστημα όπου άντρες έχουν την εξουσία, και όπου κυριαρχούν καταπιεστικά στερεότυπα για το φύλο.

Οι παγκόσμιες έρευνες για τη σεξουαλική κακοποίηση και εκμετάλλευση των γυναικών και των κοριτσιών και για την έμφυλη ανισότητα στις δομές εξουσίας αποτελούν ξεκάθαρα τεκμήρια. Κι όμως, κάποιοι/ες δηλώνουν τις τελευταίες μέρες: «Η άσκηση σεξουαλικής ή άλλης εξουσίας δεν διακρίνει φύλα». Σε ένα θέμα που επηρεάζει σε συντριπτική πλειοψηφία τις ζωές των γυναικών, υπάρχει δυσκολία στο να ορίσουμε ξεκάθαρα τι συμβαίνει. 

Παρόλα αυτά, στη ρίζα τους τα δύο αυτά φαινόμενα, το bullying και η σεξουαλική παρενόχληση, συνδέονται και έχουν να κάνουν με την πατριαρχία, δηλαδή με το σύστημα που επιβραβεύει αυτό το στυλ ηγεσίας, όχι μόνο στο θέατρο αλλά και στη διακυβέρνηση.  

2. Οι υπερασπιστές του θεάτρου Vs αυτοί/ες που μιλούν και κάνουν ζημιά: Ακούσαμε πρόσφατα δηλώσεις του τύπου «να μη φανεί ότι ο χώρος είναι κολαστήριο», «δημιουργούμε προβλήματα σ’ ένα χώρο που ήδη βάλλεται». Δηλαδή μας ενοχλούν περισσότερο οι λέξεις παρά οι πράξεις; Ακόμα κι αν αυτοί οι φόβοι είναι ειλικρινείς, πιστεύω πως είναι αβάσιμοι. Κατ’ αρχήν, μόνο καλό θα αποβεί για το θέατρο αν σταματήσουμε τα άτομα που καταχρώνται την εξουσία τους και υπερβαίνουν τα όρια, εκμεταλλευόμενα την αγάπη των καλλιτεχνών για την τέχνη τους.

Αγαπημένοι/ες συνάδελφοι, μην ανησυχείτε γι’ αυτούς που θα πουν, ακούγοντας τις καταγγελίες, ότι το θέατρο είναι ένας βρώμικος χώρος και ότι εμείς οι θεατρίνοι είμαστε όλοι διεφθαρμένοι. Είναι οι ίδιοι που πάντα έλεγαν πως όλες οι γυναίκες ηθοποιοί είναι «ελευθέρων ηθών», που μας έλεγαν χαραμοφάηδες όταν βγήκαμε στους δρόμους για το επίδομα του καλλιτέχνη. Δεν πρόκειται να τους αλλάξουμε και ούτε είχαν ποτέ σκοπό να έρθουν στο θέατρο. Ας δούμε πώς θα βελτιώσουμε τις συνθήκες εργασίας για να κάνουμε καλύτερα την τέχνη που αγαπάμε, παρά να φιμώνουμε με τη στάση μας άτομα που θέλουν να μιλήσουν αλλά διστάζουν. Στον χώρο του θεάτρου υπάρχουν πολλά παραδείγματα φωτισμένων ανθρώπων με μεγάλη κοινωνική ευαισθησία, που αγωνίζονται για δικαιοσύνη μέσα από την τέχνη τους αλλά και μέσα από τη ζωή τους. Γι’ αυτό και γίνεται αυτή η συζήτηση. 

Η ευθύνη των φορέων Vs η ευθύνη των ατόμων: Τα θύματα δεν πρέπει να μπαίνουν στην πρώτη γραμμή. Τώρα είναι η ώρα για θεσμικές δράσεις. Αλλιώς το βάρος πέφτει στα άτομα να μιλήσουν, με μεγάλο προσωπικό ρίσκο. Όταν δεν υπάρχει ξεκάθαρη νομική οδός, θα οδηγηθούμε στη δικαιοσύνη του όχλου. Στην Κύπρο είναι απογοητευτική η στάση των επίσημων φορέων. Αυτή τη στιγμή που γράφεται το άρθρο, θεσμοί όπως ο ΘΟΚ δεν έχουν τοποθετηθεί. Θα είχε μεγάλη συμβολική σημασία αν ένας οργανισμός όπως αυτός αναγνώριζε επισήμως πως αυτό το παγκόσμιο και διαχρονικό φαινόμενο συμβαίνει και στην Κύπρο. Παράλληλα, αυτό που θα έπρεπε να κάνει η κυβέρνηση είναι η έμπρακτη εφαρμογή των σχετικών νομοθεσιών και των συμβάσεων που η Κύπρος υπέγραψε, σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.

Μεμονωμένα περιστατικά Vs συστημικό πρόβλημα: Ας μην ξεχνάμε ότι το κίνημα #metoo δεν είχε ως μόνο ζητούμενο την ποινική δίωξη των διάσημων βιαστών. Ίσως το πιο σημαντικό πολιτισμικό του αποτέλεσμα ήταν το ότι άνοιξε μια απαραίτητη συζήτηση για το ποιες ιστορίες λέμε, ποιος/α ελέγχει τη αφήγηση, πόσες γυναίκες σκηνοθετούν σε μεγάλες παραγωγές, πόσες γυναίκες προτείνονται για Όσκαρ σκηνοθεσίας, πώς γυρίζονται οι ερωτικές σκηνές, γιατί υπάρχει χάσμα αμοιβών ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες, ποια πρότυπα για το γυναικείο σώμα αναπαράγει το σινεμά, αν εκπροσωπούνται επαρκώς οι γυναικείες φωνές στις παραστατικές τέχνες και κατ’ επέκταση στην κυρίαρχη αφήγηση. Αυτό είναι, πιστεύω, το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο πρέπει να δούμε τα όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή.

Φιλελεύθερα, 7.2.2021.