Μία μέρα ανάμεσα στους καρντάσηδες

Είχα πολλά χρόνια να φάω τόσο νόστιμο φαγητό από το είδος εκείνο των εστιατορίων που ήθελε στις ατζέντες των φλύαρων οδηγών, ιδιαίτερα στα προηγούμενα χρόνια των πακτωλών υλικών αγαθών, να λατρεύεται από τις πόζες και όχι από την καθαρότητα των υλικών – το «Χαρούπι» στη Δόξης που μυρίζει τη θάλασσα του λιμανιού της Θεσσαλονίκης από πίσω είναι η φωτεινή εξαίρεση, μία περίπτωση εμπειρίας γεύσεων που μόνο συστημένος πας, αν οι καλοί σου φίλοι εκτιμούν τόσο ακέραια τις επίγειες απλές απολαύσεις όπως κι εσύ επικοινωνώντας τις γενναιόδωρα. Το «Χαρούπι» της συμπρωτεύουσας (ω, τι κλισέ), είναι η καλή νέα ράτσα που λάμπει! Πήγα μετά από κηδεία – όταν μπαίνει η νεκροφόρα στο λάκκο είναι καλό να πιάνεσαι απ’ τη ζωή, να γραπώνεσαι με μανία απ’ το μανίκι της συνειδητοποιημένος πως «όλα είναι τώρα» και πως «δεν υπάρχει χρόνος»: Από ένα καλό sex χωρίς δεσμεύσεις και ζωώδες και από το καλύτερο φαγητό που σου προσφέρεται, σαν ψευδαίσθηση νίκης στον θάνατο που μόλις είδες να υπερίπταται και να χάνεται στην πιο αόρατή του διάσταση, όπως συνηθίζουν να κάνουν οι ανίκητες ψυχές που νεκρώνονται στη γη. Έκανα και τα δύο εκείνο το μεσημέρι της Πέμπτης στη Θεσσαλονίκη. Εις μνήμην.   

 

Όταν τύχει ποτέ να γευματίσετε μόνοι, όλα οξύνονται – κυρίως οι αισθήσεις και η παρατήρηση. Σαν τα τραγούδια της Μοσχολιού και της Βιτάλη για τους θαμώνες που «λένε χίλια ευχαριστώ στον σερβιτόρο» – η ευγένεια του κοριτσιού που εξηγεί με λεπτομέρεια το είδος εκείνο του συκωτιού με ξιδάτη σάλτσα πετιμεζιού με ψητούς ασκορδουλάκους και πουρέ από φασόλια εκτιμάται τριπλά. Όπως και η έξω ομορφιά του σεφ Μανώλη Παπουτσάκη που είναι και εσωτερική και βαθιάς γνώσης του αντικειμένου αφού μεγάλωσε στην πηγή: Ακούγοντας τα ουρλιαχτά των ζώων που σφάζονταν στο χωριό του, στην Κρήτη και «θόλωναν τ’ αφτιά του» παραμονές των Χριστουγέννων. Ύστερα είναι και εκείνη η αόρατη κλωστή συμπαράστασης -που συμβαίνει πάντοτε- από τους ανθρώπους που εργάζονται με μάσκες στο πρόσωπο λόγω πανδημίας προς τον έναν μόνο στο ακρινό τραπέζι που -θες από χαρακτήρα θες από τις περιστάσεις- είναι η μύγα μέσ’ στο γάλα ανάμεσα σε γεμάτα από παρέες τραπέζια, αγάπες, κουτσομπολιά και χαμόγελα. Είχε χαρά η τσικουδιά – κι ας την βάραγα τρεις φορές στο τραπέζι έπειτα από κάθε άδειο ποτήρι για τον πεθαμένο. 

 

Η Θεσσαλονίκη δεν είναι ίδια πια. Κάτι μαγκωμένο υπάρχει στον αμαρτωλό Βαρδάρη, κάτι σαλεμένο απ’ τη θέση του στον ομιχλώδη Θερμαϊκό διαφαίνεται, τα παιδιά δεν κάνουν πια το ίδιο ανέμελα skate ημίγυμνα στη νέα παραλία και οι κλειδαριές που φωτογράφισα μπροστά από τη θάλασσα λιγόστεψαν, σαν να ξεκλείδωσαν τα ζευγάρια απ’ τους πόθους και τις υποσχέσεις τις αιώνιες – ποιος ζει, ποιος πεθαίνει μάνα μου. Η Θεσσαλονίκη που ήξερα έχει χάσει πια το κέφι της – ελπίζω περιστασιακά. Είναι και τα δελτία ειδήσεων με τις έντονες μουσικές υποκρούσεις -αυτή η γάγγραινα της τηλεόρασης- που επιτείνουν το φόβο: «Θα κολλήσω; Πότε; Πόσα κρούσματα σήμερα; Τόσα!». Μόνο ο αέρας στην αποβάθρα του Φεστιβάλ παραμένει το ίδιο ανάλαφρος και υγρός – δεν καταλαβαίνει ο καιρός από πανδημίες. Με το στομάχι γεμάτο ακόμη από ντολμαδάκια, μαραθοπιτάκια, ραβιόλια, ξεροτήγανα και γαμοπίλαφα έφτασα στα Starbucks της πλατείας Αριστοτέλους για να δω ένα συγγραφέα συνδαιτυμόνα των γεγονότων που απασχολούσαν ήδη τα πρωτοσέλιδα των τοπικών εφημερίδων που ξέμειναν από την κρίση και ακόμη κυκλοφορούσαν – «όταν μάθεις την ιστορία αυτής της πόλης παύει να είναι ανέμελο το περπάτημα στην Τσιμισκή, για τα σπίτια των Εβραίων που “χάθηκαν”, για την αρπαγή που συντελέστηκε από τους σημερινούς προνομιούχους. Σ’ αυτή την πόλη έγιναν εγκλήματα για τα οποία κανείς δεν μιλάει!». Συμφώνησα κι ανατρίχιασα όπως κάθε φορά που η πραγματικότητα νικά το αξιοθέατο.  

 

Το ίδιο βράδυ έφτασα στο αεροδρόμιο για την πτήση μου προς τη Λάρνακα – λίγοι οι επιβάτες της Aegean, μετά την αλλαγή κατηγορίας της χώρας και τα πληρωμένα τεστ της άφιξης (ποιος θέλει να ταλαιπωρείται καλοκαιριάτικα;). Ζήτησα στο check in αλλαγή θέσης μη ζήσω τη σαρδελοποίηση της άφιξης που δεν επιδέχετο μετακίνηση για λόγους ιχνηλάτησης, άλλαξα τη μάσκα μου στις τουαλέτες, πήρα βαθύ φρέσκο αέρα περιβάλλοντος -που δεν είναι πια δεδομένος- και κατευθύνθηκα στο γκισέ. Παρακολουθώντας τα πηγαινέλα των αεροπλάνων και με τους ήχους ενός μωρού που σφάδαζε από διαμαρτυρία για τα επερχόμενα, τράβηξα από το τσαντάκι ένα βιβλιαράκι που πάντοτε έχω μαζί μου για τις δύσκολες ώρες και διάβασα κάτι αγαπημένο μου τιμής ένεκεν για τον αναντικατάστατο που θα επιθυμούσε τώρα τη σιωπή και τα καθόλου λόγια:

 

«Εχτές είδα στον ύπνο μου πως ήρθες,

αγέλαστος και σκοτεινός και μ’ άδραξες

βίαια και τραχιά κι ύστερα μ’ έσερνες

μες σε λιμάνια σκοτεινά κι άδειες πλατείες,

μέχρι που το χακί χιτώνιό σου

στρατός πολύς έγινε, που περνούσε,

στρατός πολύς, που με ποδοπατούσε,

στρατός, που με συνέθλιβε κάτω απ’ τις αρβύλες του,

καθώς εβάδιζε άλκιμος· κι εγώ είχα λιώσει,

κουρέλι είχα γίνει κι ήμουν ένα

με την καυτή την άσφαλτο, που δέχονταν

τ’ αποτυπώματα απ’ τις άπειρες αρβύλες.

Και τότε ήταν, μες στην τόση μου εκμηδένιση,

που εδίψησέ σε, Κύριε, η ψυχή μου».

 

xatzigeorgiou@yahoo.com

 

Φιλελεύθερα, 23.8.2020.