Όταν πρωτοήρθαμε στην περιοχή, πριν από αρκετά χρόνια, απέναντι από το σπίτι μας, στην άλλη μεριά του δρόμου, υπήρχε ένας μικρός λόφος από χώμα και πέτρες, μεγάλες και βαριές, ριζωμένες βαθιά μέσα στη γη. Επάνω στον λόφο φύτρωναν τον χειμώνα πλήθος χόρτα κι αγριολούλουδα, που μεγάλωναν ανάλογα με τις βροχές του χρόνου και κάλυπταν όλο το τοπίο. Κόκκινες παπαρούνες, κίτρινες και άσπρες μαργαρίτες και άλλα λουλούδια άνοιγαν τα πέταλά τους και δημιουργούσαν τους δικούς τους σχηματισμούς πάνω στο απλωμένο σαν χαλί πυκνό πράσινο χορτάρι. Εκατοντάδες μέλισσες και πεταλούδες ερχόντουσαν και μάζευαν τη γύρη για το μέλι τους.

     Από τις παρυφές του λόφου ξεμύτιζαν κάποτε μικρά σκαντζοχοιράκια, που κατέβαιναν μέχρι τον δρόμο, ανυποψίαστα για τους κινδύνους που τα απειλούσαν. Κάποτε ξεμύτιζε και κάποιο φίδι, χωρίς ούτε κι αυτό να υπολογίζει το τόσο αδικαιολόγητο πάθος που έχουν οι άνθρωποι ενάντια στα φίδια. Μερικές φορές μπορούσε ακόμη να διατρέξει τον λόφο ένας λαγός ή και μια αλεπού, εκτός από τους γάτους, που έβγαιναν κάθε βράδυ για κυνήγι… 

     Πάνω στον λόφο αυτό όρθωναν το μπόι τους, ψηλά κι επιβλητικά, με την πυκνή πρασινόμαυρη φυλλωσιά τους, εφτά γέρικα κυπαρίσσια. Πλήθος πουλιών φώλιαζαν μες στα κλαδιά τους, ενώ τις κορυφές κρατούσαν πάντα κάτι μεγάλοι μαύροι κόρακες, που όταν κρώζανε απ’ εκεί πάνω ακούγονταν σ’ όλη τη γειτονιά, προκαλώντας συναισθήματα φόβου και ανησυχίας στους προληπτικούς.

     Τα αυτοκίνητα σπάνια περνούσαν απ’ τον δρόμο μας, όπου ανέμελα βγαίναν και παίζαν τα παιδιά της γειτονιάς. 

     Με όλα αυτά πιστεύαμε πως ερχόμενοι στην περιοχή είχαμε αγοράσει, μαζί με το οικόπεδο, φύση και ακόμη κάτι περισσότερο για την παιδική ηλικία των παιδιών μας. Κι εκεί που νομίζαμε πως τα πράγματα αυτά θα έμεναν για πάντα έτσι, να καταγράφουν το πέρασμα του χρόνου και τις αλλαγές των εποχών, όλα άλλαξαν ξαφνικά. Πρώτα ήρθε μια ομάδα ανθρώπων μ’ ένα τζιπ. Κατέβασαν απ’ αυτό κάτι μεταλλικούς στύλους και κάτι τρίποδες, στερέωσαν ένα είδος φωτογραφικών μηχανών στην κορυφή τους κι άρχισαν να μετρούν τον λόφο και να παίρνουν σημειώσεις. Σε λίγες μέρες ήρθαν ξανά κι επανέλαβαν την ίδια διαδικασία. Ήταν φανερό πως ετοίμαζαν κάτι. 

     Πέρασαν τρεις μήνες χωρίς να γίνει τίποτε άλλο. Κι εκεί που είχαμε ξεχάσει όλους εκείνους τους χωρομέτρες και τα εργαλεία τους, απρόσμενα, ένα πρωί, από το χάραμα, ήρθαν οι μπουλντόζες, οι γερανοί και τα φορτηγά αυτοκίνητα…

     Δουλεύοντας με θόρυβο πολύ, απ’ το πρωί ως το βράδυ, σε μια βδομάδα τα φάγανε όλα, χώμα, πέτρες και δέντρα. Ο λόφος ισοπεδώθηκε και κάθε ζωντανό εξαφανίστηκε.

     Τα πουλιά, που το πρώτο εκείνο πρωινό που ήρθαν οι μπουλντόζες φύγανε τρομαγμένα, επέστρεφαν τα απογεύματα κι έτσι όπως δεν έβρισκαν μήτε τα δέντρα μήτε τις φωλιές τους, καθόντουσαν λυπημένα πάνω στις κορυφές των γερανών και πάνω στις μπουλντόζες. Γύριζαν και οι μεγάλοι μαύροι κόρακες, κάθονταν πάνω στις υψηλότερες κορυφές των γερανών και κρώζανε. Τώρα όμως κρώζανε με άλλη φωνή, γεμάτη τρόμο και παράπονο, που ξαφνικά βρεθήκανε άστεγοι σε αφιλόξενο τοπίο.

     Το ξερίζωμα των δέντρων και την ισοπέδωση του λόφου ακολούθησαν οι οικοδομικές εργασίες. Βαθιοί λάκκοι μες στη γη, καλούπια, σίδερα, μπετόν… 

     Τα πουλιά, ωστόσο, συνέχισαν να έρχονται κάθε απόγευμα, σάμπως να παρακολουθούσαν και να έλεγχαν την πορεία των οικοδομικών εργασιών. Από τις μπουλντόζες και τους γερανούς μετακόμισαν στα σίδερα και το μπετόν, που ανέβαινε όλο και πιο ψηλά. Μετά, για λίγο καιρό ακόμη, καθόντουσαν πάνω στις άκρες της τσιμεντένιας στέγης…  Ύστερα ήρθανε οι άνθρωποι και τα αυτοκίνητα και τα πλαστικά λουλούδια στις βεράντες των διαμερισμάτων και τα ηλεκτρικά φώτα και οι τηλεοράσεις… 

     Δεν έρχονται πια τα πουλιά. ‘Έχουν μετακομίσει οριστικά και εντελώς μας ξέχασαν. Ακόμη κι εκείνοι οι μεγάλοι μαύροι κόρακες, που μας κούραζαν κάποτε με τη διαπεραστική φωνή τους. Ούτε και τα παιδιά παίζουνε πια στον δρόμο. Τη θέση τους πήραν τα γρυλλίσματα των μηχανών και τα σφυρίγματα των φρένων πάνω στην άσφαλτο.

Φιλελεύθερα, 6.9.2020.