Η φωνή, η μουσική, τα λόγια – εκείνος ο δίσκος κι ο δρόμος.

Τη μέρα που πέθανε ο Πουλόπουλος έβαλα ν’ ακούσω τον «Δρόμο» – τον δίσκο με την πιο εσωτερική ερμηνεία του νεκρού τραγουδιστή, ακόμη κι από εκείνον τον στίχο στο «Αγάπα με» που λες και πατιέται κορμί στο τσάκισμα τού «γίνομαι δρόμος να περάσεις / πάτα με» – ήταν η συγκυρία, ήταν το πιο εξωστρεφές βίωμα του Παπαδόπουλου από τα σκληρά παιδικά του χρόνια στην Αριστοτέλους -της πείνας και των τρύπιων παπουτσιών- ήταν αυτό που έφερε ο Πλέσσας από τον συγκερασμό της τζαζ παιδείας του και της ελληνικής καταβολής του (των μουσικών οργάνων που κυλάνε σαν ρυάκι προσπερνώντας τις Παρισινές περγαμηνές). Αντιγράφω από μια παλιά μας συνέντευξη με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο για τον «Φιλελεύθερο»: «Ο “Δρόμος” είναι πραγματικός – είναι τα παιδικά μου χρόνια. Γεννήθηκα λίγο πριν από την κατοχή. Οι γονείς μου ήταν πρόσφυγες, από την Κωνσταντινούπολη. Κι υπήρχαν μέρες που δεν είχαμε να φάμε στο σπίτι. Τίποτα! Έβρισκε η μάνα μου λίγα μακαρόνια και ο πατέρας μου, επειδή ήτανε άρρωστος και δεν μπορούσε να δουλέψει, έπαιρνε αυτά τα μακαρόνια, τα έβαζε μέσα στο νερό, τα έβραζε και, αντί για τυρί -επειδή δεν μπορούσαμε να αγοράσουμε- έριχνε μπόλικο αλάτι μέσα σ’ αυτά. Έτσι τη βγάζαμε τότε. Μέχρι να μπω στο πανεπιστήμιο, στα 18, το μόνο που μ’ ένοιαζε ήταν να βρω τον τρόπο να ‘χω ένα πιάτο φαΐ». Από το «Γέλαγε η Μαρία» μέχρι τις συγκεκριμένες αναφορές σε πρόσωπα, σπίτια, ημέρες και βαθιά συναισθήματα που χρειάζονταν δύο και τρεις φορές «ακρόασής» τους για ενσυναίσθηση (τότε που ο κόσμος ακόμη αγόραζε δίσκους από τα δισκοπωλεία της γειτονιάς) η συνύπαρξη του απίθανου με το γήινο και το απλό δημιούργησε αυτή την ιλιγγιώδη εμπορική επιτυχία αυτού του πρώτου σε πωλήσεις -μέχρι σήμερα- άλμπουμ της ελληνικής δισκογραφίας. Το «άγαλμα» ήταν το τραγούδι που «οδήγησε» την επιτυχία (πολλές οι συζητήσεις μέχρι σήμερα αν αναφέρεται στο ορθολογικό ή παραπέμπει σε μία εκδιδόμενη γυναίκα, με τον Παπαδόπουλο να υποστηρίζει πότε το ένα πότε το άλλο, δημιουργώντας διακλαδώσεις στην φαντασία του ακροατή) αλλά το μονοπάτι στους δικούς μου δρόμους και στις εξάψεις της εφηβείας μου έδειχνε πάντα το τελευταίο τραγούδι του δίσκου – ένα από τα πολυσήμαντα δημιουργικά, το αουτσάιντερ που έλαμπε χρόνο με το χρόνο δίνοντας σωματικά γνωρίσματα σε κάτι απολύτως καρδιακό. 

 

«Έπεφτε βαθιά σιωπή

στο παλιό μας δάσο

“τρέξε να σε πιάσω”

μου ‘χες πρωτοπεί.

Κι όταν έτριζε η βροχή

στα πεσμένα φύλλα,

πόση ανατριχίλα

μέσα στην ψυχή.

Κίτρινο πικρό κρασί,

κίτρινο φεγγάρι,

φεύγαν οι φαντάροι

έφευγες κι εσύ.

Κι είχες μέσα στην ματιά

ένα σκούρο θάμπος,

ένα σκούρο…σάμπως

να ‘πεφτε η νυχτιά.

Κάποια κόκκινη πληγή

που δεν λέει να κλείσει,

το μικρό ξωκλήσι

δίπλα στην πηγή.

Και μια κίτρινη σιγή

στο παλιό μας δάσο,

πώς να σε ξεχάσω

που σε πήρε η γη».

 

Το τραγούδι αυτό το έχω συνδυασμένο με ένα Καλοκαίρι νεότητας και μεγάλης λύπης στους Φούρνους, ένα μικρό νησάκι κοντά στην Ικαρία της εξωστρέφειας, των πανηγυριών και της χαράς – ήταν η εποχή παράξενη και «λίγη» στην συνειδητοποίηση του πώς μπορεί να σε συνεπάρει ο κυκλώνας της σκέψης αν δεν καταφέρεις να πιάσεις τα γκέμια γερά προτού σε ρίξουν στους λάκκους οι δραματικές χροιές του βίου που, έτσι κι αλλιώς, δεν είναι ευτυχισμένος -δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος- αν καταφέρνεις και βλέπεις πίσω από τις πόζες των life coaches που δεν σ’ αφήνουν να είσαι συναισθηματικά αυτάρκης και λυπημένος ανάμεσα στις απλοϊκές στιγμές της χωριάτικης σαλάτας και της φέτας κομμένης σε κυβάκια ή των κυμάτων που κάνουν πλατς πλατς συμπαρασύροντας όλη την καλή ενέργεια του φωτεινού ήλιου του Σεπτεμβρίου – που δεν είναι δεδομένος. 

 

Συμβαίνει πάντα κάτι μαγικό με τα αριστουργηματικά κομμάτια της Τέχνης: Αν και τα χρόνια περνάνε σαν γάργαρο νεράκι αλλάζοντας ό,τι προηγήθηκε, εκείνα υπενθυμίζουν την πρώτη εκείνη επαφή του παφλασμού μέσα σου – σαν οι δεκαετίες να γίνονται δευτερόλεπτα. Μ’ έπιασε, λοιπόν, συγκίνηση ξανακούγοντας το «έπεφτε βαθιά σιωπή» – μ’ αυτή την ερμηνεία, την πρώτη, ενός ανθρώπου «δύσκολου» και παρεξηγημένου στα τελευταία του χρόνια της πλήρους απομόνωσής του, που δεν έκανε ποτέ την καριέρα του Νταλάρα ή των λαϊκών με τα υψηλότατα κασέ, αλλά εκτιμήθηκε με τον τρόπο που αντιλαμβάνεσαι πως θα μπορούσε να ‘χε κάνει περισσότερα στην καριέρα του από όσα ο ίδιος διεκδίκησε και έλαβε, λόγω χαρακτήρα, τύχης και συγκυριών. Και θυμήθηκα, μ’ αυτό το μονοκόμματο τραγούδι χωρίς ρεφραίν, μερικές ανέμελες μέρες με τουρίστες και ωραίες βουτιές, με βόλτες σε καλντερίμια και εξάψεις σωματικές στις γωνίες χωρίς ονόματα και τόπους, με πετσέτες βρεγμένες και όχι κινητά στα χέρια, με το συγκυριακό που είναι πάντα πιο δυνατό κι από την μεγαλύτερη ικανότητα και ταλέντο, με μερικές απλουστεύσεις όπως κάποιες από τις λέξεις αυτού του τραγουδιού που ωστόσο κρύβουν την μεγαλύτερη σπουδαιότητα στην αξία του καθημερινού. Σ’ αυτήν -μ’ αυτήν- την μεγάλη φάρσα που ονομάζεται «ζωή».   

xatzigeorgiou@yahoo.com

Φιλελεύθερα, 6.9.2020.