Πιο δύσκολο είναι να βρεις τεχνίτη στη Λευκωσία, ελαιοχρωματιστή, αλουμινά, χτίστη, ξυλουργό και υδραυλικό (στις προδιαγραφές του «τίμιος», «γρήγορος», «συνεπής στο ραντεβού του», «καλός στη δουλειά του», με «απόδειξη παροχής υπηρεσιών» αν χρειαστεί για να εκπέσει απ’ τον δικό σου ΦΠΑ) παρά να πετύχεις ραντεβού για εγχείρηση στο «Απολλώνιο» στην αρχή της β’ φάσης του ΓεΣΥ μέσα στο μήνα, σε ιατρικές «εκκρεμότητες» που πια επείγουν, από ανθρώπους που συμπλήρωσαν τουλάχιστον δέκα έτη σπουδών (μαζί με τις ειδικότητές τους) και σώζουν, αν μη τι άλλο, ζωές. Η καθημερινότητα, όμως, είναι άδικη – παντού. Μερικές φορές το εμπεδώνεις -ξανά- κιόλας, δραστικά, σε μια μεγάλη ανάγκη: «Θα μου αλλάξετε αυτό το τρίφυλλο παράθυρο, κύριε Κώστα;», «θα έρθω σε δύο βδομάδες να το δω», «πιο νωρίς δεν γίνεται;», «έχω δουλειές», «μα, και αυτό δουλειά είναι, αφού θα σας πληρώσω», «αν δεν σ’ αρέσκει πήγαινε αλλού». Ο ίδιος διάλογος θα επαναληφθεί στο τηλέφωνο με άλλους τρεις τέσσερις ενώ ο πέμπτος που έρχεται μετράει, συγκρίνει, και επειδή αποφασίζει τελικά πως δεν τον συμφέρει οικονομικά η δουλειά, ούτε απαντάει στα τηλέφωνα αργότερα, ούτε στέλνει κάποιο μήνυμα. Σαν «εξαφάνιση» σε μυθιστόρημα του Γιάννη Μαρή – γιατί μπορεί. «Τι του έκανα;», ρώτησα μία πιο έμπειρη σε «ανακαινίσεις». «Α, μην το παίρνεις προσωπικά, αυτό είναι “νόμος”». Είναι λίγα, επομένως, τα 1200 ευρώ που θα κοστίσει η δική μου δουλειά και η απληστία (τους) στοχεύει στις νέες οικοδομές με τα μεγάλα μπάτζετ – «γιατί δεν αλλάζεις όλα τα παράθυρα του σπιτιού;», με είχε ρωτήσει ο τρίτος από αυτούς «λογικά». Σε μία φάση που πλέον η χειρονακτική δουλειά μοιάζει με μεγάλη χάρη και είναι σα να αντιστρέφονται οι ρόλοι της «αγοράς» και της «ζήτησης», μετά από λίγες βδομάδες συνειδητοποιείς πως πρέπει να «παρακαλέσεις» για να γίνουν μερικά απλά πράγματα άλλοτε «δεδομένα» και αυτονόητα: «Θα δούμε από Δευτέρα και αν…».
Στη συγκυρία του κορωνοϊού και του λιγότερου δυνατού κέρδους μερικοί φιλοτιμήθηκαν και αποφάσισαν να βάλουν «λίγο νερό στο κρασί τους» στα αδιατάρακτα θέσφατά τους και στις εμμονικά αλαζονικές τους τάσεις για το τι πραγματικά εστί «εργασία». Ήταν αποφασισμένοι να ρίξουν και τις τιμές – ένα κατοστάρι περίπου, κάπου στο 10% της προηγούμενης, κάτι δηλαδή «να ‘χουμε να λέμε». Από στόμα σε στόμα, απελπισμένος και σιχτιρίζοντας τις νεανικές μου αποφάσεις στον επαγγελματικό μου προσανατολισμό, έφτασα στον Χουσεΐν – ένα παιδί από το Πακιστάν, κοντά στα 30, που το πρωί εργάζεται σε μια μεγάλη εταιρεία και από το απόγευμα κάνει «δικές του δουλειές» γιατί «έχει και παιδί να μεγαλώσει». Ήμουνα πια το «ούφο» στην νέα πραγματικότητα – αν δεν το βίωνα θα μου ήταν αδιανόητο πώς μπορεί να υπερτιμηθεί η εργασία ενός Κύπριου τεχνίτη, σε χρήματα μιας μέρας που θα χρειάζονταν δύο εβδομάδες για να κερδίσει ένας μέσος υπάλληλος γραφείου (και όλα δηλωμένα και φορολογημένα). «Χουσεΐν, να βάψουμε ένα δωμάτιο;». «Ναι, να έρθω αύριο η ώρα πέντε. Να πάεις να φέρεις τις μπογιές και εγώ θα κάμω τη δουλειά». «Πόσα θέλεις;». «Να μου δώσεις όσα εσύ θέλεις, μάστρε». Ήταν σα να κέρδιζα το τζόκερ – τόση χαρά ούτε στις προεισαγωγικές αφού σημασία πια είχε η διαθεσιμότητα, η τιμιότητα κυρίως και η συνειδητοποίηση του πρακτικού μέρους του έργου, όχι κάνοντας τον «νταβατζή» της όποιας δουλειάς. Ήξερα μέσα μου πως μία μικρή «εξαγορά» μερικών επιπλέον χρημάτων θα έφερνε κι άλλα καλά, θα ‘δινε «νόημα» σ’ αυτό που οι περισσότεροι από τους Κύπριους εργάτες των ατομικών εργασιών ή των υπαλλήλων σε developers που παράλληλα κάνουν και δικές τους δουλειές έχουν λησμονήσει – αυτό που «έθρεφε» για πολλά χρόνια τον τόπο μας αλλά έχει νεκρωθεί: Το φιλότιμο.
Ο Χουσεΐν μου μίλησε -στο βάψιμο της σαλοτραπεζαρίας πια- και για την ιστορία του – ένας μικρός νομάς που κατέληξε σ’ αυτό τον τόπο που ονομάζει «γη της επαγγελίας», την Κύπρο, επειδή «όλα τα έχετε εδώ». Για εμφυλίους, για παιδάκια με όπλα στα χέρια, για το φόβο που δεν σ’ αφήνει να αγκαλιάσεις το μαξιλάρι σου τα βράδια ήρεμος και γαλήνιος, για δεσμούς και έξεις που διαλύει ο κίνδυνος και προσπαθούν να επανασυγκοληθούν -μάταια, μάλλον-, ως μετανάστης πια, με άδεια παραμονής – δεν είναι και λίγο να έχεις διασφαλισμένη την ησυχία σου, τελικά. «Μάστρε, ο καφές σας είναι ο πιο ωραίος καφές του κόσμου!». «Πόσα θέλεις για τούτο το βάψιμο, Χουσείν;». «Να μου δώσεις όσα νομίζεις, μάστρε». Τα ίδια πάλι. Κι έτσι, ένα διαμέρισμα της δεκαετίας του ’60 ξεκίνησε να ανακαινίζεται από ομοεθνείς του, εργάτες κι αυτούς, από ανθρώπους που μερικές φορές ίσως και να συναντάτε στην πλατεία Σολωμού ή στα παράλληλα στενά της Λήδρας, με ένα θερμός στο ένα χέρι κι ένα πλαστικό μπολ με φαγητό για το διάλειμμα του μεσημεριού στο άλλο, από ανθρώπους που φέρουν έναν άλλο πολιτισμό «ξεχασμένο» πια από εμάς, τους παμφάγους και γονατισμένους στο κέρδος. Παρηγοριά γι’ αυτούς τους ανθρώπους είναι πως «υπάρχουν», πως απέφυγαν τα χειρότερα, πως η κάθε τους νέα μέρα που ξημερώνει είναι και σαν μίας είδους χάρη – που ζουν «ήσυχα». Τηλέφωνα διαθέσιμα – προτού κυπροποιηθούν κι αυτοί.