Απλή μέθοδο των τριών γνωρίζετε. Λοιπόν, το «καλό» σενάριο, λένε κάποιοι ερευνητές του Εθνικού Πανεπιστημίου της Αυστραλίας, είναι να έχουμε 15 εκατομμύρια νεκρούς από τη γρίπη της Γουχάν. Και αφού η θνησιμότητα είναι γύρω στο 2%, εφαρμόζοντας την απλή μέθοδο των τριών, προκύπτει ότι αναμένονται 750 εκατομμύρια κρούσματα! Θα επαληθευτούν, τελικά, οι προβλέψεις; Κύριος οίδε…
 
Πιθανόν λόγω… κληρονομικότητας, για πολλά χρόνια υπήρξα μανιακή των ειδήσεων, ακόμα και των τηλεοπτικών. Και, βεβαίως, ήμουν καθημερινή αναγνώστρια τουλάχιστον δύο εφημερίδων, μιας πρωινής και μιας απογευματινής. Τις Κυριακές, αφού ξεκοκάλιζα όσες είχα αγοράσει τα ξημερώματα στην Ομόνοια, ανέβαινα στο πατρικό μου σπίτι. Γιατί ο πατέρας μου είχε τις δικές του εφημερίδες, καθημερινός αναγνώστης τους κι εκείνος. Ανταλλάσσαμε φύλλα, πιάναμε από μια πολυθρόνα ο καθένας και μέναμε εκεί σιωπηλοί, βυθισμένοι στην ανάγνωση, ως το μεσημέρι. Όταν ο πατέρας μου πέθανε, ο αδερφός μου πρότεινε να τον θάψουμε με την εφημερίδα του και το τρανζιστοράκι που δεν αποχωριζόταν ποτέ – αποκλειστικά για τις ειδήσεις αυτό. Κι έτσι κάναμε.
 
Τα χρόνια πέρασαν και ζήσαμε έναν πόλεμο σε απευθείας τηλεοπτική μετάδοση (την περιβόητη «Καταιγίδα της ερήμου»), και μετά τους βομβαρδισμούς στη Σερβία, και κάποια στιγμή τους σεισμούς, πρώτα στο Αίγιο, μετά στην Τουρκία και λίγο αργότερα στην Αθήνα, με 24ωρη αναμετάδοση των προσπαθειών των διασωστών… Μέχρι και τον απαγχονισμό του Σαντάμ Χουσεΐν είδαμε σχεδόν σε απευθείας μετάδοση, μια προπαραμονή Πρωτοχρονιάς, αφού πολλά χρόνια νωρίτερα είχαμε παρακολουθήσει τις εικόνες από την εκτέλεση του ζεύγους Τσαουσέσκου…
Τώρα πια δεν αντέχω τις ειδήσεις, ειδικά τις τηλεοπτικές. Και συχνά σκέφτομαι πως αν στις σημερινές συνθήκες μεγάλωνα ένα παιδί, δεν θα του επέτρεπα να βλέπει ειδήσεις. Αχρείαστη τόση τυφλή και παράλογη βία, τόσος γενικευμένος πανικός, τόση βαρβαρότητα, τόση χοντροκομμένη προπαγάνδα. Και τόσα εντυπωσιακά ψεύδη ή ασύγγνωστες υπερβολές, σπονδή στον αιμοδιψή θεό της τηλεθέασης…
Πιθανόν στρουθοκαμηλίζω. Δεν το αρνούμαι. Αλλά δεν μπορώ να ζω νυχθημερόν με αυτό το αίσθημα συνεχούς πολιορκίας από τις δυνάμεις του κακού. Γιατί έτσι, τελικά, είναι πολύ πιθανό να το συνηθίσω. Και να μη μου κάνει πια καμιά αίσθηση. Μιθριδατισμός… Θυμάστε την περίπτωση του Μιθριδάτη; Ο θρυλικός αυτός βασιλιάς του Πόντου και της Μικράς Αρμενίας, επειδή φοβόταν ότι κάποιοι από τον οικογενειακό του περίγυρο θα επιχειρούσαν να τον δηλητηριάσουν, χορηγούσε στον εαυτό του βαθμιαία αυξανόμενες μη θανατηφόρες δόσεις δηλητηρίου, ώσπου τελικά ανέπτυξε ανοσία… Έτσι κι εμείς αναπτύσσουμε ανοσία στις εικόνες φρίκης που βλέπουμε, γευματίζοντας μπροστά στην τηλεόραση.
 
Κι αφού οι καλές ειδήσεις σπανίζουν, καταφεύγω –πού αλλού;– στη λογοτεχνία. Διαλέγω ελάσσονα έργα δύο μειζόνων Εβραίων συγγραφέων, γνώριμων μεταξύ τους, που ζουν την άνοδο του ναζισμού στην Ευρώπη και καταλήγουν εξόριστοι. Εννοώ τον Στέφαν Τσβάιχ και τον Γιόζεφ Ροτ. Ήξεραν καλά (ή μάλλον διαισθάνονταν) τι τους περίμενε, αν έμεναν στον τόπο τους. Ήδη το καλοκαίρι του 1932, ο Ροτ γράφει: «Είναι καιρός να φεύγουμε. Θα καίνε τα βιβλία μας εννοώντας εμάς τους ίδιους. Δεν έχουμε καιρό για χάσιμο. Πρέπει να φύγουμε, για να ριχτούν μόνο τα βιβλία στην πυρά». Ούτε ένας χρόνος δεν πέρασε, και στις 10 Μαΐου του 1933, στο Βερολίνο, ρίχτηκαν στην πυρά τα βιβλία όλων των Εβραίων συγγραφέων. Μαζί κι εκείνα του Τσβάιχ και του Ροτ…
 
Μα ούτε η φυγή ήταν λύση, έστω κι αν δεν ήταν εκείνοι οι φταίχτες. Ο δικός μας Αλεξανδρινός το γνώριζε καλά, μα τότε ακόμα οι Ευρωπαίοι δεν γνώριζαν τον Αλεξανδρινό. Πώς το είχε πει εκείνος; «Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες / Η πόλις θα σε ακολουθεί». Και τους ακολούθησε…
Ο Γιόζεφ Ροτ, τις δεκαετίες 1920 και 1930, ταξιδεύει διαρκώς σε μια Ευρώπη σε κρίση, περιπλανώμενος από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο. «Είμαι ένας πολίτης των ξενοδοχείων. Ένας πατριώτης των ξενοδοχείων», αυτοσαρκάζεται. Ακριβώς μέσα από αυτή την περιπλάνηση προκύπτει, πολλές δεκαετίες μετά τον θάνατό του, χάρη στη στοργή του Άγγλου μεταφραστή του έργου του, του Michael Hofmann, μια ανθολογία των άρθρων του, που ζωγραφίζουν την εικόνα μιας ηπείρου που σπαράζεται από την αδήριτη βία της αλλαγής, γαντζωμένης ταυτόχρονα στην παράδοση. Είναι Τα χρόνια των ξενοδοχείων – Περιπλανώμενος στην Ευρώπη ανάμεσα στους πολέμους (Εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρίας Αγγελίδου). Αλλά στον Ροτ θα επανέλθουμε κάποτε…
Από τις ίδιες εκδόσεις (Άγρα) κυκλοφορεί και ένα μικρό βιβλίο με δύο νουβέλες του Στέφαν Τσβάιχ, Ο παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ και Η αόρατη συλλογή. Μικρά κομψοτεχνήματα και οι δύο, σε μετάφραση της Μαρίας Τοπάλη. Η πρώτη, με φόντο ένα βιεννέζικο καφενείο, αφηγείται ουσιαστικά πώς η τέχνη και οι άνθρωποι που την υπηρετούν αχρηστεύονται όταν έρχονται αντιμέτωποι με την άγρια πραγματικότητα του καιρού τους. Η δεύτερη προσφέρει στον συγγραφέα την ευκαιρία να μας χαρίσει μια εξαίσια όσο και απρόσμενα αισιόδοξη αφήγηση, που αντανακλά το απόφθεγμα του Γκαίτε ότι «οι συλλέκτες είναι άνθρωποι ευτυχισμένοι». Αλλά ο ίδιος ο Τσβάιχ ήταν πια πολύ κουρασμένος… «Οι δικές μου δυνάμεις έχουν εξαντληθεί από τα ατέλειωτα χρόνια της ξενιτιάς, μακριά από τα μέρη που με σημάδεψαν. […] Χαιρετώ όλους μου τους φίλους. Εύχομαι να δουν και πάλι τις αυγές που θα ξημερώσουν μετά τη μακριά νύχτα! Εγώ, που ήμουν πάντα μου ανυπόμονος, προπορεύομαι», θα γράψει στο σημείωμα που αφήνει προτού αυτοκτονήσει μαζί με τη γυναίκα του. Ήταν 22 Φεβρουαρίου του 1942. Η μακριά νύχτα θα κρατούσε πολύ ακόμα…
 
ΥΓ: Κι ένα καλό εκδοτικό νέο, με εντόπιο χαρακτήρα. Κυκλοφόρησε, επιτέλους, το πολυαναμενόμενο βιβλίο Αιγιαλούσης Γεύσεις (εκδόσεις «Αιγαίον»), έργο ζωής ενός αυτόφωτου κι ολόφωτου ανθρώπου, του Γιώργου Πτωχόπουλου. Δεν πρόκειται για ένα (ακόμα) βιβλίο μαγειρικής. Είναι το νοσταλγικό συναξάρι του ήθους και του έθους ενός τόπου και των ανθρώπων του, είναι η αποτύπωση της γλυκύτητας, της πραότητας, της φυσικής ευγένειας και της μαγειρικής δεινότητας του συγγραφέα του. Το βράδυ της παρουσίασης, ένας παιδικός φίλος του Γιώργου τον «κατηγόρησε» για υπέρμετρη σεμνότητα, αφού στο βιογραφικό του δεν αναφέρει τίποτα για τις πάμπολλες βραβεύσεις του. Όμως όσοι είχαμε την τύχη να γευτούμε πιάτα του Γιώργου, γνωρίζαμε καλά ότι δεν χρειαζόταν. Τα πιάτα του μιλούσαν από μόνα τους…
 
Φωτογραφία: … ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΝΟΙΞΗ ΠΟΥ ΑΝΤΙΣΤΕΚΕΤΑΙ!
Κανείς δεν έγραψε ωραιότερα για την άνοιξη από τον Γιόζεφ Ροτ, ισχυρίζεται ο Άγγλος μεταφραστής του. Και ο καημένος ο Ροτ δεν είχε δει καν την κυπριακή άνοιξη… Εδώ, με τον φακό της Ειρήνης Ασπρομάλλη.