Το χωριό Πύθιο, το παλιό Κουλελί Μπουργκάζ, με 600 κατοίκους το 2006 (γύρω στους 400 πια), βρίσκεται 13 μόνο χιλιόμετρα έξω απ’ το Διδυμότειχο και θεωρείται, μαζί με τις Καστανιές, ως το πιο επικίνδυνο κομμάτι φύλαξης στο ποτάμι, λόγω της πολύ κοντινής απόστασης που έχει από την Τουρκία – ο παραμικρός «τυχαίος» πυροβολισμός μπορεί να σημάνει επιφυλακή πολλών ημερών. Απέναντι ακριβώς βρίσκονται τα τουρκικά χωριά Σίργκελι, Τσιακμάκι και Μισιελίμ, όπως μου τα είχε ονομάσει τότε ο Γιώργος Σαρίδης, πρώην κοινοτάρχης του χωριού, κάτω από το παλιό κάστρο, σε ένα μικρό λόφο με θέα στους «απέναντι». Υπό άλλες συνθήκες το τοπίο θα έμοιαζε με πλάνα από ταινία του Αγγελόπουλου – μακρόσυρτα και ποιητικά, διψασμένα από ανείπωτα συναισθήματα του θαύματος της φύσης καθώς στα νεροκάλαμα πουλιά τσαλαβουτούσαν τρώγοντας μικρά ψάρια. Επανέρχεσαι σε δευτερόλεπτα: η τουρκική σημαία καγχάζει απέναντί σου πιο κόκκινη πια, χρωματισμένη από όσο αίμα χύθηκε γι’ αυτά τα εδάφη – των μεν, των δε, των συμφωνιών και των πικρών ανταλλαγών που είχαν συμφωνηθεί ταπεινωμένα, ξεκληρίζοντας ψυχές μα όχι αναμνήσεις. Τότε, στους Κήπους, έπειτα από έναν καφέ με κάποιον 20χρονο φαντάρο από τη Θεσσαλονίκη, παραλληλίζοντάς του την εικόνα με την Πράσινη Γραμμή της Κύπρου και την εμπροσθοφυλακή του 213 Τ.Π που γνώριζα καλά, λέχθηκε μια πραγματικότητα που δεν γνώριζα: «εδώ έχεις την αίσθηση ότι είσαι φαντάρος δεύτερης κατηγορίας, ότι σε πέταξαν στα αζήτητα γιατί δεν είχες μέσον, όχι ότι υπηρετείς απέναντι από τον μεγαλύτερο εχθρό. Το ξέρεις ότι μέχρι πριν λίγο καιρό μάς έλεγαν παλιοί φαντάροι που υπηρέτησαν στην περιοχή ότι κάποιοι ντόπιοι είχαν ταμπελίτσες έξω απ’ τα café τους που έγραφαν “όχι φαντάροι”; Και ότι αν έκανες το λάθος να μείνεις μετά τις έξι το απόγευμα, αυτοί σ’ έδιωχναν; Εδώ είσαι ένα “κωλοφάνταρο”, όχι “φαντάρος των συνόρων”». Τα γράφω αυτολεξεί, όπως τα είχα καταγράψει τότε για το «Down Town» σ’ εκείνο το πολυήμερο μεγάλο ρεπορτάζ στα σύνορα της Ελλάδας, ώστε να ξεχωρίζει η πραγματική εικόνα από τις παθογένειες της τζάμπα μαγκιάς του Facebook, των προφητειών που έβαλαν στα στόματα Γερόντων επιτήδειοι, των αλαλαγμών για τους ΟΥΚάδες που όλοι έκρυβαν μέσα τους και κυρίως, του νοσηρού εκείνου παραληρήματος λίγο πριν αναστηθεί ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Ας σοβαρευτούμε: «εδώ είναι Έβρος!».
Βρέθηκα και στην απέναντι πλευρά. Στην Edirne – την Αδριανούπολη των Ελλήνων πριν από το 1922. Τέσσερις φορές, τα τελευταία τρία χρόνια, τη μία από αυτές είχα πλησιάσει με το λεωφορείο στα σύνορα με την Ελλάδα και περπάτησα μέσα από τους φλύαρους σε ολάνθιστα ηλιοτρόπια κάμπους περίπου 40 λεπτά. Ακόμη δεν υπήρχαν μετανάστες εκεί, καταυλισμοί, προθέσεις με υστερικές μεγαλομανίες επιβολής του ρόλου του ρυθμιστή απ’ την Τουρκία με περόνη μερικές χιλιάδες κατακαημένους – αλλά μπορώ να φανταστώ, στις ελάχιστες φωτογραφίες που ανήρτησε το Euronews, πώς η υπερκινητική μανία του Ερντογάν στερεί από τους ανθρώπους, ανατολικά και δυτικά του ποταμού, μια ανάσα ηρεμίας. Η φύση, στο μεταξύ, κάνει τη δουλειά της – δεν είναι δύσκολο να το διαπιστώσει κανείς στα τηλεοπτικά πλάνα: ολάνθιστη στις πρώτες μέρες του Μαρτίου, δίνει μερικές πνοές ομορφιάς στο πισωγύρισμα εκείνου του συνθήματος που ολοένα και θυμάμαι πιο πολύ να λέγεται από τους λεβέντες Έλληνες φαντάρους που είχα συναντήσει κάποτε – με επιβλητική, μπάσα φωνή, αλλά και ερωτηματικά για την κατάληξη: «εδώ είναι Έβρος!». Ποιος Έβρος πια;
xatzigeorgiou@yahoo.com