«Το ποίημα γεννιέται από μια πληγή. Το ποίημα είναι η ουλή της πληγής».
«Πολλά παρόντα μου ήταν θλιβερά. Όταν αρρώσταιναν για παράδειγμα οι γονείς μου, τους οποίους λάτρευα, οι οποίοι ήταν μία γενιά που θα μπορούσαν να ήταν παππούς και γιαγιά μου… Αλλά δεν έχω παράπονα. Όχι, δεν έχω παράπονα. Για ένα διάστημα με κατέβαλλαν, ωστόσο, οι προσωπικές μου δυσκολίες. Αλλά αν δεν τις ξεπεράσεις, πώς θα προχωρήσεις στη ζωή; Τις ξεπερνούσα. Πάντα».
«Δεν ξέρω τι θα πει “κανονικό”. Αλλά, δεν γίνεται να μην απασχολεί και τους ποιητές η καθημερινότητα. Γιατί η ζωή αποφασίζει τι θα σου επιβάλει να κάνεις. Κι όλα εξαρτώνται από τις συνθήκες ζωής του καθενός. Να, για παράδειγμα, εγώ παίρνω σύνταξη γύρω στα 300 ευρώ. Δεν γίνεται να μην με απασχολεί πώς θα επιβιώσω. Γι’ αυτό, άλλωστε, συνεχίζω να εργάζομαι. Πήρα πέρσι ένα βραβείο, η Εφορία θα μου κρατήσει ό,τι είναι να μου κρατήσει και θα μου μείνουν τα υπόλοιπα. Τίποτα, δηλαδή».
«Είμαι μόνη μου. Οικογένεια δεν έχω, δεν έχω παιδιά, δεν έχω αδέλφια, κάτι ξαδέλφια μόνο που τα βλέπω μια φορά τον χρόνο. Έχω, όμως, μία βοηθό που είναι μαζί μου στα πάντα. Αλλά υπάρχει και η ερημιά. Και ο χρόνος που όλα τα δυναστεύει…Είναι η χειρότερη εμπειρία της ζωής μου. Γιατί κάνεις μία ιδιαίτερη εκπαίδευση στον εαυτό σου για να ζεις χωρίς την έννοια του μέλλοντος, αλλά μόνο με την έννοια του παρόντος. Και με το παρελθόν ενίοτε, αλλά χωρίς πάθος γι’ αυτό. Πρέπει να συγκεντρώνεσαι πνευματικά, βιωματικά, μόνο στο παρόν. Κι αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο! Ιδίως όταν έχεις ένα τέτοιο βίτσιο, όπως είναι η ποίηση, που υποτίθεται ότι είναι για το απώτερο μέλλον, για το τι θα μείνει. Τελευταία έχω πάθει και το εξής: ξεχνάω. Δεν με βοηθά πολύ η μνήμη μου. Υποφέρω απ’ αυτό».
«Είναι λίγο επώδυνο να μην έχει το μέλλον ορίζοντα. Αλλά, αν το καταπιείς, δίδεις μεγάλη σημασία στη στιγμή, στην ημέρα, στο τι κάνεις. Προσπαθείς να μην κάνεις τίποτα το περιττό και ηλίθιο με την προοπτική τού να συμβεί κάτι την επόμενη μέρα – γιατί η επόμενη μέρα δεν σε απασχολεί!».
«Το μεγαλύτερο επίτευγμα της ζωή μου ήταν ο Ρόντνεϊ Ρουκ, ο άντράς μου. Ήταν ένας θησαυρός – πώς τον τράβηξα και έμεινε μαζί μου και μοιράστηκε όλα αυτά…Ήταν, για μένα, ο πραγματικός θησαυρός που μου έδωσε η ζωή! Ο τέλειος σύντροφος. Ήμασταν 43 χρόνια μαζί».
«Όταν παντρευτήκαμε, έμεινα έγκυος κι έπειτα έχασα το παιδί που κυοφορούσα. Τότε μου είχε πει όταν τον ρώτησα αν θα ήθελε να έκανα την επέμβαση που μας πρότεινε ο γιατρός για να ξαναμείνω έγκυος και να κάνω παιδί: “How can I want something that I don’t know?”. Δεν είναι καταπληκτικό; Εγγλέζος. Αυτό με βόλεψε πάρα πολύ, γιατί είχα μόλις δημοσιεύσει τα πρώτα μου ποιήματα. Τότε ήμουν 24 ετών. Δεν ζήλεψα ποτέ τις φιλενάδες μου που είχαν παιδιά. Τις ζηλεύω, όμως, τώρα που έχουν εγγόνια».
«Δεν υπάρχουν θλιμμένοι άνθρωποι. Υπάρχουν άνθρωποι που τους συνέβη κάτι και είναι θλιμμένοι. Δεν έχω γνωρίσει κάποιον άνθρωπο που να είναι απλά θλιμμένος. Για όλα υπάρχει αιτία».
«Ένας έρωτας είναι όπως η ζωή: εξελίσσεται. Μπορεί να αρχίσει καλά και στην εξέλιξή του να βγει άσχημα. Σαν τους ανθρώπους που γεννιούνται καλοί, αλλά στην εξέλιξή τους γίνονται εγκληματίες. Κανείς, όμως, δεν γεννιέται εγκληματίας».
«Ο έρωτας δεν πέθαινε. Εγώ έφευγα. Ή εκείνος έφευγε. Ήταν στο δρομολόγιό του».
«Ένα ωραίο ποίημα δεν μπορεί να βγει παρά από έναν ωραίο έρωτα. Κι όταν λέμε “ωραίο έρωτα” δεν εννοούμε ωραία λουλούδια, “σ’ αγαπώ” και ρομαντικά δείπνα…Αλλά για έναν έρωτα που σου δείχνει μία άλλη διάσταση ζωής, μία άλλη διάσταση στο πού βλέπεις τον εαυτό σου. Ένας ωραίος έρωτας είναι πλούτος!»
«Ο κάθε ένας, με όση δύναμη του δόθηκε, πρέπει να έχει ως κέντρο του τη ζωή. Αυτό πιστεύω: η ζωή πρέπει να ‘ναι το κέντρο».
Τι περιμένετε πια από τη ζωή σας;
Να πάει ήρεμα και χωρίς πόνο προς την έξοδο.
Το λέτε πολύ φυσικά…
Όταν είσαι 80 ετών, τι να περιμένεις;
Τι θα πει ποίημα, κυρία Ρουκ;
Είναι σαν να με ρωτάς «τι θα πει φτέρνισμα;». Φτερνίζεσαι.
xatzigeorgiou@yahoo.com