Όταν η ζωή κλίνει προς τα μετόπισθεν, άνθρωποι βγάζουν ξανά ανθρώπους στον ζεστό αέρα.
 
Κάποτε ήταν δυνατός, άφηνε τα μαλλιά του να μακρύνουν και τα έπιανε κότσο με λαστιχάκι πράσινο από εκείνα με τα οποία τύλιγε η γυναίκα του τα μαρούλια στο σουπερμάρκετ – κάποτε φορούσε κόκκινο γαρίφαλο στην καρδιά, τα λόγια του ήταν πυκνές ζεστές στάλες αγάπης και αυτοπεποίθησης, νόμιζε πως ο κόσμος όλος ήταν δικός του, ήταν πολύτιμος στις παρέες, απαραίτητος στις δουλειές, σφριγηλός και ακαταμάχητος στα ρήματα που συνήθως πλήγωναν όσους -πίστευε πως- τον αγαπούσαν. Κάποτε ήταν «αθάνατος». Ύστερα ήρθε εκείνο το τίναγμα στο κεφάλι, τα μπες βγες στο ογκολογικό, το κουράγιο – που ήταν κυρίως παρηγοριά – η ελαχιστοποίηση της δύναμης, το κοτσιδάκι που πήρε θέση στο κομοδίνο, αφού δεν είχε πια άλλα μαλλιά για να κρατήσει από τις χημειοθεραπείες. Κάποτε θεωρούσε πως τίποτα δεν μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στη φόρα του, ύστερα τον γράπωσε ο καρκίνος, έπρεπε να μπει στην «Αροδαφνούσα», «καρκίνος στον εγκέφαλο», η κατάσταση σοβαρή, διαγνώσεις, ξανά διαγνώσεις, γιατροί κι άλλοι γιατροί, τέλος. Πέθανε τη μέρα που είχε πεθάνει κι η γιαγιά μου. Οι θάλαμοι ήταν λευκοί και στα βαζάκια είχε χρυσάνθεμα από τον κήπο. Αυτά θυμάμαι. 

Στα πλάνα που έδειχνε το Sigma από τα εγκαίνια των νέων τμημάτων της «Αροδαφνούσας», αναγνώρισα ξανά εκείνον τον κήπο με τα λουλούδια, που τον Μάρτιο θα μοσχοβολήσουν στα ανοιχτά παράθυρα των ασθενών, που πιάνονται ακόμη και από την οσμή, για να βεβαιώσουν πως αξίζει στον κόσμο τούτο μια λεπτομέρεια που να υπενθυμίζει το μη δεδομένο της άλλοτε αγχώδους καθημερινότητας για μικροπράγματα και ανοησίες: τη ζωή. Ή την προσπάθεια ανακατασκευής της. Καθώς κάνουμε τα αδύνατα δυνατά και πάμε γυρεύοντας για τη μεγάλη περιπέτεια που θα μας συνεφέρει, τύχη είναι αυτό που λάμπει σαν στεφάνι στο κεφάλι μας όσο αυτό παραμένει όρθιο και όχι πεσμένο στο χώμα. Είναι, λοιπόν, κάτι νοσηλευτές εκεί, στην «Αροδαφνούσα», που ήθελα πολλές φορές να τους φιλήσω το χέρι – άγιοι στα λευκά, Χριστός χωρίς εικονίτσα. Τους έβλεπα καθημερινά. Κι ήθελα, ήθελα πολλές φορές, να τους ρωτήσω πώς από το απέλπιδο ζεματάνε τόσο εύκολα αγάπη και συμπαράσταση, σ’ άγνωστούς τους, μα ανθρώπους οικείους και «συγγενείς» στη μάχη – σαν οικογένεια. Πώς βρίσκουν τόσες κουβέντες να κάνουν τα πρωινά, πώς γίνονται έμπιστοι και κοινωνοί σε ασθενείς που ξεχνάνε για λίγο πόσο μόνοι είναι, πόσο μόνοι υπήρξαν πραγματικά όσο κάνουν νοητικές αναδρομές με τον φόβο της ενδεχόμενης νεκροφόρας. 

Δεν είχε από πού να πιαστεί η κυρία Μαρούλλα, που κάποτε είχε δυνατά πόδια και ροδοκόκκινα μάγουλα από το σφρίγος, δεν είχε πού να βάλει την παλάμη της προτού ο γιατρός τής φέρει τις νέες εξετάσεις κι εκείνα τα διαγράμματα που στο χωριό δεν είχε δει ποτέ, παρά σ’ αυτούς τους αποστόλους με τις άσπρες ποδιές που, όσο λείπουν τα παιδιά της στις δουλειές και στα ιδιαίτερα των εγγονιών, της λένε – σαν να κρατάνε μεγάφωνο με τον ουρανό, για τη βεβαιότητα της συνέχισης, παρακάμπτοντας το ενδεχόμενο θανάτου – «θα έρχεσαι να μας βλέπεις όταν θα φύγεις από εδώ και θα γυρίσεις στο Δάλι ή θα μας ξεχάσεις για πάντα, κυρία Μαρούλλα;». Θα ‘ρχεται. Φυσικά και θα ‘ρχεται. Είναι ευγνώμων στα μάτια που της υπενθύμισαν τη γλύκα του κόσμου στα ογδόντα της. Την αγάπη που είναι ειλικρινής και σκορπίζεται σε ανθρώπους που μπορεί -αύριο, μεθαύριο- εκείνα τα χέρια, τα ξένα χέρια, να τους ακουμπήσουν στο μέτωπο σαν παρηγοριά ή να τους κλείσουν τα μάτια για πάντα. Είμαστε όλοι, νομίζω, στο βάθος, σαν ποίημα του Λειβαδίτη:

Καθώς μένω στο δωμάτιό μου,
μού ‘ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες.
Φοράω το σακάκι του πατέρα
κι έτσι είμαστε δύο,
κι αν κάποτε μ᾿ άκουσαν να γαβγίζω
ήταν για να δώσω
έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο.

Παρακολουθώ ακόμη τα πλάνα των εγκαινίων: από έναν μακρύ στενό διάδρομο που οδηγούσε στους θαλάμους, θα θυμάμαι πάντα μερικούς πίνακες με χρώματα – αντιγραφές, αλλά μικρά έπη τοπίων του εξωτερικού περιβάλλοντος που παραμένει στη μνήμη σαν υπενθύμιση όσων δεν εκτιμήσαμε -ασθενείς και οδοιπόροι- όταν έπρεπε. Ας είμαστε ειλικρινείς: κανένας θάνατος δεν είναι ωραίος, καμιά αρρώστια ηρωική, κανένας πόνος έμπνευση – αυτά είναι για τους ποιητές και για όσους θέλουν να ζουν ποιητικά. Τους λιγάκι ακύμαντους στη ζωντάνια του κόσμου. Η πραγματική ζωή, όμως, είναι άλλο: είναι χαρά -μάλλον – κι ολοστρόγγυλες παρορμήσεις αμέριμνων στιγμών – τα γράφω για να τα πιστεύω κιόλας. Είχε σημασία, λοιπόν, η μικρή αναφορά απ’ τους πιο ευαίσθητους επισήμους τη Δευτέρα, μπροστά από τα μικρόφωνα των καναλιών, σ’ εκείνον τον κήπο της «Αροδαφνούσας», τον αναφυτεμένο, καινούργιο σε μυρωδιές και σε όσα βλαστάνε ανεξαρτήτως καιρού και πίκρας – ξέρουν ο Κύπρος και η Έλενα Τσέντα, ο Αδάμος Αδάμου, η Σοφία Νέστορος, όλοι οι νοσηλευτές -αρχάγγελοι. Έχει σημασία γιατί εκείνες οι ακέραιες ελιές του κήπου είναι το ενδιάμεσο μεταξύ των κρεβατιών με τα λευκά σεντόνια και της λεωφόρου Αθαλάσσας που θα ξαναβγάλει στον κόσμο εκείνους που τα μαύρα σύννεφα θα τα δουν να μετατρέπονται σε φωτάκια τρισδιάστατα. Ο κήπος της «Αροδαφνούσας» έχει πιο πολλή σημασία κι απ’ τους ιατρικούς ορούς. 

xatzigeorgiou@yahoo.com
 
Φιλελεύθερα, 2/2/2020.