Μπορείτε να φανταστείτε την επιστήμη του 20ού αιώνα χωρίς τον Αϊνστάιν; Ή την ψυχιατρική χωρίς τον Φρόυντ; Τις πολιτικο-ιδεολογικές αντιπαραθέσεις χωρίς τον Μαρξ, αλλά και τον Τρότσκι ή τον Μαρκούζε; Πόσο πληκτικός θα ήταν ο κινηματογράφος χωρίς τον Μελ Μπρουκς και τον Γούντι Άλλεν! Και το ελληνικό θέατρο πού θα βρισκόταν χωρίς τον Κάρολο Κουν;
Ναι, είναι αλήθεια πως τρέφω μεγάλο θαυμασμό γι’ αυτόν τον αρχαίο λαό που κατόρθωσε να διατηρήσει τα χαρακτηριστικά του, παρά το ότι για αιώνες επιβίωσε χωρίς δική του γη, διασκορπισμένος στα πέρατα του κόσμου. Κι απ’ την άλλη, κάθε φορά που φτάνουν στις οθόνες μας σκηνές από το σημερινό κράτος του Ισραήλ, με μπουλντόζες να κατεδαφίζουν τα σπίτια Παλαιστινίων, με πάνοπλους στρατιώτες να κακοποιούν αμάχους και με μια υπερσύχρονη κρατική μηχανή να ανεγείρει εκείνο το αποτρόπαιο διαχωριστικό τείχος, καταπατώντας το δικαίωμα κάποιων άλλων στη ζωή και την ευημερία, ντρέπομαι βαθιά. Ντρέπομαι για όλους εκείνους που χάθηκαν, ανυποψίαστοι ότι οι επίγονοί τους θα κώφευαν στις οιμωγές γυναικών και μικρών παιδιών, ανυποψίαστοι ότι οι επίγονοί τους θα αντιμετώπιζαν τις πέτρες στα χέρια των αγοριών με σφαίρες… Τάχα είναι το πέρασμα (και) από εκεί των Άγγλων αποικιοκρατών, που κάνει να αιμορραγεί ακόμα το τραύμα από τον διχασμό που τόσο έντεχνα έσπειραν, όπως κι εδώ, όπως και αλλού;
Όμως αφορμή για το σημερινό μου σημείωμα δεν είναι η τρέχουσα πολιτική κατάσταση. Είναι η συνειδητοποίηση, όσο μεγαλώνουμε, πόσο λίγα γνωρίζουμε, ακόμα και σε γνωστικές περιοχές στις οποίες έχουμε αφιερώσει αρκετό χρόνο. Ίσως, τελικά, ισχύει εκείνο το πικρόχολο «Κι όποιος ξέρει, καταλαβαίνει. Όποιος δεν γνώρισε, ας μη μάθει ποτέ» (σελ. 62).
Το κείμενο του βιβλίου που έκανε να αναδυθούν αυτές οι σκέψεις ξεπερνά μετά βίας τις 150 σελίδες. Χαρακτηρίζεται «Δοκίμιο ιστορικής βιογραφίας», μολονότι η βιογραφούμενη ανήκει στους αφανείς της ιστορίας. Είναι η Λούνα, μια αγράμματη Θεσσαλονικιά Εβραία, επιζήσασα του Άουσβιτς. Όμως η συγγραφέας γνωρίζει πολύ καλά γιατί την επιλέγει: «Η επιλογή μου έχει να κάνει με την πεποίθηση ότι η κατανόηση ενός γεγονότος που αφορά εκατομμύρια ανθρώπους […] εξαρτάται εν πολλοίς από τη δυνατότητα να στρέψουμε το βλέμμα μας στις αμέτρητες μοναδικότητες που παρέσυρε ο κυκλώνας. Όχι για να τις ρίξουμε στα νερά μιας θάλασσας από υποσημειώσεις, αλλά για να καθιστούμε κάθε φορά ορατή την ένταση ανάμεσα στη διάκριση του υποκειμένου και την ιστορική αφήγηση».
Ο συρμός από τη Θεσσαλονίκη όπου επιβιβάζεται η Λούνα, μαζί με άλλους 2.799 Εβραίους, φτάνει στο Άουσβιτς στις 3 Απριλίου του 1943. Από αυτούς, 2.208 άντρες, γυναίκες και παιδιά οδηγούνται κατευθείαν στους θαλάμους αερίων. Όμως η Λούνα δεν είναι ανάμεσά τους. Έτσι, την επομένη κιόλας, παίρνει έναν αριθμό.
Μας πληροφορεί η συγγραφέας: «Στο Άουσβιτς, ο αριθμός μητρώου του κρατουμένου εγγραφόταν πάνω στη σάρκα. Η εγχάραξη του αριθμού με τατουάζ δοκιμάστηκε για πρώτη φορά σε Σοβιετικούς αιχμαλώτους. Από τον Φεβρουάριο του 1943, θα τηρείται συστηματικά. Οι λόγοι είναι γραφειοκρατικοί: καθώς αυξάνεται το πλήθος των πτωμάτων, ο αριθμός στο μπράτσο διευκολύνει την ταύτιση των σορών και την καταγραφή τους στα κατάστιχα του θανάτου. Η Λούνα αποκτά στον αριστερό της βραχίονα ένα ανεξίτηλο γαλάζιο τατουάζ: το νούμερο 40077. […] Ο πόνος κρατά ελάχιστα. Το τατουάζ, ανεξίτηλα χαραγμένο, κρατάει μια ζωή». Για όσο κρατήσει αυτή η ζωή, καθώς η αναστολή της θανατικής καταδίκης σήμαινε ένταξη στα ιατρικά πειράματα των ναζί, που αποσκοπούσαν στην εξεύρεση φτηνών μεθόδων στείρωσης, που θα επέτρεπαν στο Γ΄ Ράιχ να χρησιμοποιεί τους Εβραίους (και άλλους ανεπιθύμητους) σε καταναγκαστικά έργα, χωρίς τον κίνδυνο να αποκτούν παιδιά. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1930, οι Γερμανοί επιστήμονες πρότειναν «ιατρικές λύσεις» στο «εβραϊκό πρόβλημα», στο πλαίσιο αυτού που περιγραφόταν ως «αρνητική πληθυσμιακή πολιτική». Επιπλέον, σύμφωνα με τους φυλετικούς νόμους της Νυρεμβέργης, οι Εβραίες που ήταν παντρεμένες με «αρίους» εξαναγκάζονταν σε στείρωση. Τόσος παραλογισμός…
Ας δούμε όμως λίγο και τη μεγαλύτερη «εικόνα». Ανάμεσα στα έτη 1905 και 1936, τριάντα οκτώ (38) συνολικά Γερμανοί συγγραφείς και επιστήμονες κερδίζουν βραβεία Νόμπελ. Από αυτούς, οι δεκατέσσερις είναι Εβραίοι! Πόσα μελλοντικά βραβεία Νόμπελ (και όχι μόνο Γερμανών) χάθηκαν άραγε στους θαλάμους αερίων και στα στρατόπεδα εξόντωσης; Ενός λεπτού σιγή, ίσα για να αναλογιστούμε την απώλεια…
Αλλά δεν θέλω να κλείσω πένθιμα. Αν και στους Εβραίους συγγραφείς θα επανέλθουμε, θέλω να χαιρετίσω από αυτή τη στήλη, έστω και καθυστερημένα, μια είδηση που με έκανε να χαρώ. Στις τελευταίες Δημοτικές Εκλογές στην Ελλάδα, εξελέγη δήμαρχος ο Μωυσής Ελισάφ (γενν. 1954), καθηγητής Παθολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και Διευθυντής της Β΄ Παθολογικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου της πόλης. Έτσι έχουμε πλέον τον πρώτο Έλληνα Εβραίο δήμαρχο, και μάλιστα στα Ιωάννινα, τη μητρόπολη του ρωμανιώτικου –δηλαδή του ελληνόφωνου– εβραϊσμού, μιας κοινότητα που έχασε το 91% των μελών της κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής: από τους 1.850 συλληφθέντες και «εκτοπισθέντες» Ρωμανιώτες, επέστρεψαν μόνο 163… Το διήγημα του Δημήτρη Χατζή, «Σαμπεθάι Καμπιλής», από τη συλλογή Το τέλος της μικρής μας πόλης (εκδόσεις Ροδακιό), είναι το ρέκβιεμ αυτής της κοινότητας…
ΥΓ: Η Θεσσαλονικιά Ρίκα Μπενβενίστε, με το βιβλίο της Λούνα (εκδόσεις Πόλις), ξεπληρώνει, όπως γράφει η ίδια, ένα «χρέος» για ακριβές αναμνήσεις από Σάββατα τριών δεκαετιών γύρω από το οικογενειακό τραπέζι, με τη Λούνα να φέρνει τα πιο ωραία φρέσκα φρούτα της εποχής και ζαχαρωτές νόβιες για το Πουρίμ. Για τον προσεκτικό αναγνώστη, ωστόσο, αυτή δεν είναι η πρώτη εμφάνιση της Λούνα Γκατένιο στα γράμματα! Στο εμβληματικό βιβλίο του Μαρκ Μαζάουερ, Θεσσαλονίκη, Πόλη των Φαντασμάτων – Χριστιανοί, Μουσουλμανοι και Εβραίοι 1430-1950 (εκδόσεις Αλεξάνδρεια), η μοδίστρα Λούνα Γκατένιο, χάρη στην τέχνη της και την πολυπληθή πελατεία της, είχε ήδη κερδίσει την αθανασία και μία αράδα (σελ. 671)! Τέλος, δείτε το βιβλίο- λεύκωμα του Αλέξανδρου Μωυσή, Το Πανόραμα του Νισήμ Λεβή 1898-1944 (εκδόσεις Καπόν). Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό οδοιπορικό στα Ιωάννινα των αρχών του 20ού αιώνα, μέσα από τη φωτογραφημένη ιστορία μιας οικογένειας Εβραίων.