Παρασκευή πρωί, λίγο μετά τις εννιά. Η Λίτσα στεκόταν σαν άγαλμα και κοιτούσε τον χάρτη της Ελλάδος κρεμασμένο στον τοίχο του Ζαλόγγου.
Ο χάρτης έχει και την Κύπρο κοτσαρισμένη στη δεξιά κάτω γωνία σε μια αμήχανη προσπάθεια αναίρεσης της αδυσώπητης γεωγραφίας. Για να σου πω την πάσα αλήθεια η καντινιέρισσα ούτε κοίταζε, ούτε άκουγε.
Είχε το ύφος του ανθρώπου που ήλπισε σε κάτι φευγαλέο και έφαγε για ακόμα μια φορά τα μούτρα του. Η Γιώτα από την άλλη την περίμενε υπομονετικά να επανέλθει στην πραγματικότητα. Είχε περάσει να πιει τον πρώτο καφέ της ημέρας πριν ανοίξει το περιώνυμο «Παρφέ».
Απ’ την αριστερή πτέρυγα ακούστηκε στεντόρεια η εντολή, «έναν σκέτο». «Σκέτο και πικρό σαν τη ζωή μου» είπε η Λίτσα και πήγε στην κουζίνα να ετοιμάσει το ρόφημα του Αλέκου, πρώην κλητήρα σε περιφερειακό δήμο της μείζονος Λευκωσίας.
Όλοι πρώην είναι εδώ μέσα πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Πρώην αστυνομικοί, πρώην λοχίες στον στρατό, πρώην δημόσιοι λειτουργοί, πρώην χαμάληδες του τίποτε. Όταν παρέδιδε με το στανιό τον καφέ στον πρώην Αλέκο, το κινητό στην τσέπη της έδωσε το σήμα μιας ανεπαίσθητης κοσμογονίας. Πήγε στο τραπέζι της Γιώτας και είδε ότι είχε λάβει μήνυμα στο Facebook.
Θα ήταν απ’ το γκρουπ που έχουν δημιουργήσει οι συμμαθήτριές της για να ανταλλάσσουν ανούσιες καλημέρες και αποφθέγματα του χαμού. Να είσαι ο εαυτός σου, ας πούμε. «Χέσε μας, κουκλίτσα μου, κάποια άλλη πρέπει να γίνω για να δω προκοπή».
Όχι, δεν ήταν οι καρακαηδόνες απ’ το μακρινό 1989. Το μήνυμα προερχόταν απ’ τον νεαρό και ευσταλή ελαμίτη Σωτήρη Θράσου! Ένιωσε πως δεν ήταν έτοιμη για το επόμενο βήμα, των γραπτών μηνυμάτων δηλαδή. «Ποιος σου έστειλε και σε φούντωσε;» η Γιώτα, «σε παρακαλώ, εγώ είμαι κυρία!». Και τι μ’ αυτό, ποιος αμφισβήτησε το καθεστώς της ως κυρία;
«Λέγε τώρα αμέσως ποιος σου έστειλε» επέμεινε η κομμώτρια, «ένας» είπε εκείνη ξερά και άνοιξε επιτέλους το μήνυμα. «Καλημέρα όμορφη, πότε θες να βρεθούμε;». Όμορφη; Και γιατί τη ρωτά «πότε»; Δεν θα ’πρεπε πρώτα να τη ρωτήσει ΑΝ θέλει να βρεθούν; Κοίτα δω θράσος! Μ’ αυτό τον δήθεν αθώο τρόπο νόμισε πως καπάρωσε τη συνάντηση. Αμ δεν σφάξανε!
Η Λίτσα δεν γεννήθηκε χθες. Ένιωσε ένα κράμα θυμού, απειλής και προσδοκίας. «Για πες» την έβγαλε απ’ τη βύθιση η κομμώτρια. «Τι να πω, η ζωή μου είναι μαύρη και δεν τη βλέπω να ξεθωριάζει», «τη θες να ξεθωριάσει;» ρώτησε μάλλον ρητορικά η άλλη.
Δεν είχε πει κάτι για τον Θράσου στη φίλη της. Τι να της έλεγε; Ένα κομπλιμέντο της είχε κάνει όλο κι όλο εκείνος, δεν δομείς αφήγημα πάνω σε κάτι τόσο ανίσχυρο. Μετά ήρθε κι ένα αίτημα φιλίας στο Facebook, σιγά το πράμα.
Τώρα όμως ένιωσε την ανάγκη να ανοιχτεί. Ναι, ηλικιακά θα μπορούσε να ήταν γιος της, ναι είναι φασίστας, δεν παύει όμως να είναι ένα μικρό φως μέσα στο μαύρο σκοτάδι του αισθηματικού της τέλματος. Τα είπε όλα λίγο μελοδραματικά στη Γιώτα «γιατί να τύχει σ’ εμένα αυτό το φρικτό δίλημμα… πρέπει να αντισταθώ, δεν θα απαντήσω».
Η κομμώτρια της το έκοψε, «έλεος, το παιδί σε θέλει, θα απαντήσεις». Όχι δεν θα απαντούσε. «Θα απαντήσεις πάει και τελείωσε!», «αποκλείεται εγώ είμαι αριστερή!»
Η Γιώτα ως Ταύρος στο ζώδιο έδωσε επί τόπου τη λύση στο αδιέξοδο. Πήρε το κινητό της καντινιέρισσας και απάντησε αντί αυτής. «Καλημέρα μπόι, έλα όποτε θες στο Ζάλογγο, θα χαρώ να σε δω», τόσο απλό. Η πράξη της χάρισε στη Λίτσα μια ελεγχόμενη κρίση πανικού και μια ανεπαίσθητη ελπίδα, «Χριστέ μου, τι θα πει ο κόσμος!»
Η Γιώτα ήταν πλέον ασυγκράτητη «χέστηκε ο κόσμος, αγάπη μου, και στην τελική ας δει τα δικά του ο κόσμος, ξέρεις τι πράματα και θάματα ακούω στο Παρφέ… την Αντιγόνη την ταμεία στο σουπερμάρκετ την ξέρεις, τα έφτιαξε με τον συμφοιτητή του γιου της, ονόματα δεν λέμε, υπολείψεις δεν θίγουμε». «Θα με τρελάνεις, μόλις μου είπες το όνομα» αντέδρασε η Λίτσα, «σιγά την αποκάλυψη» αντέτεινε η άλλη.
Τη συζήτηση διέκοψε η απάντηση του Σωτήρη Θράσου «ΟΚ όμορφη, θα έρθω». Θα έρθει; Γιατί θα έρθει; Πότε θα έρθει; Η Λίτσα έκατσε αλλοπαρμένη και παρήγγειλε καφέ, «έναν βαρύ γλυκό, παρακαλώ». Μετά θυμήθηκε ότι, για πολύ κακή της τύχη, αυτή ήταν η καφετζού του Ζαλόγγου.
Ελεύθερα, 25.01.2026