Ο ιστορικός διαχωρισμός Θρησκείας και Τέχνης στον δυτικό κόσμο δεν ήταν ποτέ πλήρης, ίχνη της μιας επιβίωναν πάντα μέσα στην άλλη.

Οι οργανωμένες χριστιανικές Εκκλησίες, ως θεσμοί εξουσίας, ήταν εκείνες που είχαν πρώτες την αυτοσυνείδηση και το συμφέρον να «ξεκαθαρίσουν τη θέση τους». Εξοβέλισαν τα απρόβλεπτα στοιχεία των παγανιστικών τελετουργιών, οι οποίες ήταν πιο ανοιχτές στη ζώσα αλληλεπίδραση των συμμετεχόντων και εύπλαστες στην εκάστοτε μορφή του τυπικού.

Μέχρι τον 18ο αιώνα, οι θεράποντες της Τέχνης, ζούσαν και δημιουργούσαν, στην καλύτερη περίπτωση, με την άδεια και την ελεημοσύνη των φορέων κοσμικής και ιερής ισχύος. Στη χειρότερη, θεωρούνταν τυχοδιώκτες και ταραξίες, συνιστούσαν κίνδυνο για την ιδιοκτησία και την κατεστημένη ηθική.

Έχει όμως ο καιρός γυρίσματα. Μετά την εποχή του Διαφωτισμού και των μεγάλων επαναστάσεων, η οργανωμένη θρησκεία έχασε την πρωτοκαθεδρία στα πνευματικά ζητήματα. Ως αναπόσπαστο μέρος της παλαιάς τάξης πραγμάτων και των προσπαθειών της για αντεπανάσταση, τοποθετήθηκε στην πλευρά της Αντίδρασης, χάνοντας την ικανότητα να γοητεύει τα πιο δυναμικά και προοδευτικά κοινωνικά στρώματα. Ακόμα και αν οι αστοί έκαναν εξωτερικά τον σταυρό τους, η πίστη δεν έφτανε στην ψυχή τους.

Στην αντίπερα όχθη, η λατρεία της ατομικής καλλιτεχνικής μεγαλοφυίας, ειδικά την εποχή του Ρομαντισμού, απογειώνεται. Ο Θεός έχει πεθάνει, ενώ ο νιτσεϊκός καλλιτέχνης-φιλόσοφος αναβιβάζεται σε εν δυνάμει «Υπεράνθρωπο».     

Στον 20ό αιώνα, στην πυκνή περίοδο του μεσοπολέμου, μερικοί μοντερνιστές θεατράνθρωποι, όπως ο Αντονέν Αρτώ (Antonin Artaud), τρομαγμένοι από τον μηδενισμό σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο, οραματίζονταν ένα είδος τελετουργικού έργου που θα επανένωνε την Τέχνη με τη Θρησκεία. Αλλά το θέατρο, πόσο μάλλον αυτό της πρωτοπορίας, αφορά τους λίγους.

Σε μια αντιδιαμετρική εξέλιξη, οι ηγέτες των «πολιτικών θρησκειών» του κομμουνισμού και του φασισμού (με όλες τις μεγάλες διαφορές τους) διάλεξαν το πιο ταιριαστό διαθέσιμο μέσο για να απευθυνθούν στις μάζες: τον κινηματογράφο. Διείδαν τις προπαγανδιστικές δυνατότητες που προσέφερε η μεγάλη οθόνη, με ζητούμενο την πλήρη ευθυγράμμιση του κοινού με την κρατική ιδεολογία.

Σήμερα, σε μια εποχή που η ακροδεξιά, μετά από πολλές δεκαετίας ανυποληψίας, επηρεάζει από το προσκήνιο τις πολιτικές εξελίξεις, οι Εκκλησίες, έχοντας ευνοϊκό άνεμο, επιχειρούν να επαναπλασαριστούν. Πιο κοντά στα δικά μας, η Ελλαδική Εκκλησία, από τα χρόνια του λαοφιλούς Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, έχει «ρετουσάρει» τα πλήγματα στη δημόσια εικόνα της από τη συμπόρευσή της με τη Χούντα. Σε συνδυασμό με το πνευματικό και οικονομικό εκτόπισμα συγκεκριμένων (ρωσικού ελέγχου) μοναστηριών του Αγίου Όρους, αλλά και τη λαϊκή αίγλη «διασημοτήτων» της Κυπριακής Εκκλησίας όπως οι Μητροπολίτες Λεμεσού και Μόρφου, φαίνεται να απολαμβάνει πρωτόγνωρη εδώ και δεκαετίες αποδοχή στον ελληνόφωνο χώρο.

Συνεπώς, δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση ότι «χριστιανικά χρήματα» και οργανώσεις εμπλέκονται στον σχεδιασμό και την υλοποίηση μιας τηλεοπτικής και κινηματογραφικής παραγωγής όπως ο Άγιος Παΐσιος. Πρόκειται για μια νέα απόπειρα επανένωσης, με τη Θρησκεία να έχει αυτή τη φορά το πάνω χέρι. Επιβάλλει τους όρους της, περιορίζοντας την αισθητική διάσταση σε έναν ρόλο εξαρτημένο και υπηρετικό.

Αξιοσημείωτο είναι ότι, για να το πετύχει αυτό, αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει αφηγηματικές μεθόδους που περισσότερο προσιδιάζουν σε έναν αμερικάνικου τύπου προτεσταντισμό (με τον οποίο  παραθρησκευτικές οργανώσεις όπως η Ζωή και ο Σωτήρας έχουν ιστορικά εξοικιώσει το κοινό), παρά με την εσωτερικότητα της Ορθοδοξίας. Αυτό όμως είναι ζήτημα για το οποίο μπορεί να έχουν αποχρώντα λόγο άνθρωποι που γνωρίζουν και νοιάζονται για τα ζητήματα της Πίστης εκ των έσω.

Αυτό που προσωπικά με ενδιαφέρει περισσότερο είναι η παράδοξη συνθήκη των καλλιτεχνών, και ειδικότερα των ηθοποιών, που προσφέρουν το ταλέντο τους στην υπηρεσία ενός θεσμού που, αν είχε την απόλυτη εξουσία, θα καταδίωκε το επάγγελμά τους, όπως είχε κάνει στο βυζαντινό παρελθόν.

Επίσης, αναρωτιέμαι αν μπορεί να τεκμηριωθεί, από ηθικοπολιτική σκοπιά, μια κριτική στη συμμετοχή σε τέτοιες παραγωγές. Αντιλαμβάνομαι τον βιοποριστικό παράγοντα- ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω. Αρνούμαι όμως τον σχετικισμό. Ας διαβάσουμε (ξανά) το κλασικό Μεφίστο του Κλάους Μαν (Klaus Mann), στο οποίο ο πιο ταλαντούχος Γερμανός ηθοποιός της γενιάς του «μεγαλουργεί» και δοξάζεται σε συμβιωτική εξάρτηση με το ναζιστικό καθεστώς.

Σε πιο ελαφρύ τόνο, υπάρχει και η περίπτωση οι ηθοποιοί να έχουν ταυτιστεί κανονικά με τους ρόλους τους. Κάτι τέτοιο θα ήταν… άλλου παπά ευαγγέλιο!  

Ελεύθερα, 1.2.2026