Καιγόμουν να μάθω τι είχε γίνει στο δείπνο που παρέθεσε η Λίτσα στον ελαμίτη Σωτήρη Θράσου. Όπως σου έχω πει και παλαιότερα, εγώ έχω μια εγγενή δυσκολία.

Όντας καθρέφτης κρεμασμένος, ξέρω μόνον αυτά που τεκταίνονται ή λέγονται στον χώρο του Ζαλόγγου. Τι να κάνουμε όμως, αυτό δεν αλλάζει. Πάντως την επομένη του δείπνου η Λίτσα έφτασε στο σωματείο αργοπορημένη.

Ουδέν πρόβλημα γιατί δεν είχε έρθει κανείς απ’ τους συνήθεις θαμώνες. Αυτοί έρχονται μετά τις δέκα αφού ξεμπερδέψουν με καταπόσεις χαπιών, επισκέψεις σε φαρμακεία και όρθρους στους παρακείμενους ναούς.

Το ύφος της ήταν ουδέτερο, δεν μπορούσα να διακρίνω κάποιο κυρίαρχο συναίσθημα σαν μια πρώτη ένδειξη του τι είχε συμβεί στο σπίτι της το προηγούμενο βράδυ. Παρατηρώντας την πιο προσεχτικά ωστόσο είδα ότι υπέβοσκε μια έκπληξη, ένα ήπιο σοκ. Το σοκ όμως μπορεί να προκληθεί κι από κάτι το ευχάριστο· δεν είναι απαραιτήτως κάτι κακό.

Αν μου πουν εμένα, λόγου χάριν, ότι θα με στείλουν στην ανακύκλωση, οπωσδήποτε θα σοκαριστώ. Είναι όμως αυτή η εξέλιξη τόσο δυσμενής, εφόσον θα γλιτώσω διά παντός από τα βάσανα του βίου;

Ένα πράγμα θα με έβγαζε απ’ την αγωνία. Να τηλεφωνούσε η Γιώτα ή να ερχόταν ο Φιτ. Τότε ήταν που έκανα κάτι για μένα το πρωτάκουστο. Προσευχήθηκα. Ως άψυχο πράγμα δεν έχω μυηθεί σε κάποια απ’ τις θρησκείες της ανθρωπότητος. Είμαι εντελώς άσχετος.

Είπα, λοιπόν, να αξιοποιήσω ό,τι είχα στη διάθεσή μου. Κοίταξα απέναντί μου το εικόνισμα της Θεοτόκου και είπα ότι θα βασιστώ σ’ αυτό το θρησκευτικό σύστημα. Την Ορθοδοξία. Και λέω, σε παρακαλώ, Θεοτόκε, δεν σε ξέρω, δεν με ξέρεις, χρειάζομαι όμως τη βοήθειά σου.

Κάνε να ’ρθει αυτός ο τεμπελχανάς ο Φιτ, να μάθω επιτέλους τι συνέβη μεταξύ της Λίτσας και του φασίστα. Σε παρακαλώ, Παναγία μου, βάλε το χέρι σου. Και δεν θα το πιστέψεις. Σε μισό λεπτό καταφθάνει… ο Λαυρεντιάδης! «Κυρία Λίτσα, ποια η γνώμη σου για το ΕΛΑΜ;» ρώτησε αναψοκοκκινισμένος.

Εκείνη εντελώς αντανακλαστικά είπε ότι «εγώ είμαι αριστερή, πριν με κρίνεις πρέπει να θυμάσαι τις συνθήκες του βίου μου και στην τελική δεν είμαι υπόλογη σε κανέναν». Ο πρόεδρος δεν έβαζε άκρη. «Ο λόγος που σε ρωτάω είναι επειδή οι του ΕΛΑΜ  ζήτησαν να μας επισκεφθούν την 1η Απριλίου, εσύ τι έλεγες ακριβώς, δεν κατάλαβα».

«Τίποτα, τίποτα, τα βάσανά μου έλεγα» είπε ανακουφισμένη. «Εφόσον θέλουν να έρθουν, ας κοπιάσουν, κλείσαμε ποτέ την πόρτα σε κανέναν;» πρόσθεσε.

Τα πράγματα όμως ήταν πιο σύνθετα διότι όπως της εξήγησε ζήτησαν να έρθουν θεσμικά. «Πες τους να έρθουν στις 25 του Μάρτη με τον Χριστοδουλίδη… Υπάρχει μεταξύ τους μια ασυγκράτητη εγγύτητα, γιατί να το κρύψομεν άλλωστε!»

Ο Λαυρεντιάδης άρχισε να χάνει την ψυχραιμία του. «Δεσποινίς Λίτσα, άσε τις κακίες, τα πράγματα είναι σοβαρά. Αν έρθουν θεσμικά, θα υπάρξει αντίδραση από τη μετριοπαθή τάση που είναι και η κυρίαρχη εδώ μέσα». Εφόσον είναι η κυρίαρχη γιατί δεν συμβαδίζει μ’ αυτήν, προς τι οι ίσες αποστάσεις, «διότι αυτός είναι ο ρόλος μου, είμαι ο πρόεδρος του σωματείου».

Εκείνος γνωρίζει καλά τις δυνατότητες της Λίτσας στους ελιγμούς, δεν της θέτει τυχαία αυτά τα διλήμματα. Δεν είναι λίγες οι φορές που τον ξελάσπωσε. «Ένα πράγμα μπορώ να σκεφτώ για να αποφύγεις τον σκόπελο». Κρεμόταν τώρα απ’ τα χείλη της. «Θα μιλήσεις με την Αννίτα, αν την καλάρεις να έρθει εκείνη την 1η Απριλίου, γλίτωσες».  

«Μπράβο, κυρία Λίτσα, είσαι κεφάλαιο για το Ζάλογγο». Η καντινιέρισσα ευαρεστήθηκε με το σχόλιο, θυμίζοντάς του ότι έχει κι ένα πτυχίο νομικής, ασχέτως που ξέπεσε στο εθνικόφρονο σαν τιμωρία για κάποιο έγκλημα που ουδέποτε διέπραξε. «Πρόεδρε, μια που δικαίως αναγνωρίζεις την αξία μου, σου έχω ένα αίτημα, θέλω αύξηση, τα είκοσι πέντε ευρώ εβδομαδιαίως για το καθάρισμα θέλω να γίνουν πενήντα». Εκείνος είπε τις γνωστές υπεκφυγές. «Αντιμετωπίζουμε μια σοβαρότατη οικονομική στενότητα, τα ξέρεις άλλωστε…

Θα το θέσω στο Διοικητικό και θα επανέλθω». Η Λίτσα δεν σιώπησε, «το χρυσό κλειδί της βλαμμένης, της Περσεφόνης Βοσκού, το πέρασες από Διοικητικό;». Όχι διότι επρόκειτο για μεμονωμένη δαπάνη. Ήθελε τώρα να τον δαγκώσει στον ώμο ή και κάπου αλλού για αμιγώς παιδευτικούς λόγους. Για ακόμη μια φορά συγκρατήθηκε.

Όσον αφορά εμένα, ήταν πέρα από σαφές ότι δεν επρόκειτο να μάθω άμεσα τι συνέβη με τον Θράσου το προηγούμενο βράδυ. Τι μοίρα κι η δική μου…

Μαύρη κι ανελέητη.

Ελεύθερα, 22.03.2026