«Στη Δύση, το πράσινο χρώμα ήταν ιδιαίτερα συνδεδεμένο με τις ανοιξιάτικες τελετουργίες της Αυλής. Την πρώτη μέρα του Μαΐου, για παράδειγμα, οι αυλικοί έπρεπε να “φοράνε τον Μάη”, s’emayer όπως έλεγαν χαρακτηριστικά στα γαλλικά, δηλαδή να φορέσουν ένα διάδημα φτιαγμένο από φύλλα ή γιρλάντες ή να φέρουν ένα ευδιάκριτο αντικείμενο από πράσινο ύφασμα. Όσοι εμφανίζονταν χωρίς κάτι πράσινο, γίνονταν περίγελως». (Kassia St Clair, Τα χρώματα και οι μυστικές ζωές τους, μτφρ. Βάσω Γκρέστα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2024)

Την Παρασκευή 1η Μαΐου έκλεισαν πέντε χρόνια από το θάνατο του ποιητή των χρωμάτων Μιχάλη Πασιαρδή. Φυλλομετρώντας το εγχειρίδιο για το χρώμα με αφορμή την ποίησή του, που κυκλοφόρησε το 2021 στη Λευκωσία από τις εκδόσεις Ερμαγεδδών, στάθηκα στα σημεία τα οποία άπτονται τόσο του αμετάβλητου των χρωμάτων όσο και των ιδιοτήτων του πράσινου χρώματος.

Στους στίχους που ακολουθούν ο Πασιαρδής εξετάζει τον αμετάβλητο χαρακτήρα μιας χρωματικής αξίας. Διερευνά δηλαδή τη δυνατότητα του χρώματος να παραμένει ατόφιο ως προς τη σύσταση του και ως προς την τονική του συνοχή. Γράφει:

Όπως θωρώ τα τζιύμματα νά ‘ρκουνται της θαλάσσου

μοιάζουν με ρούχα της βαφής που χρώμαν έν αλλάσσου.

Έμ ‘ πα΄ντα τους τα ίδια. στρωτά για θυμωμένα, σαν την καρκιάμ μου που λαλεί τζιαί μάσιεται για σένα.

Παρά τις κλιμακώσεις και τις διακυμάνσεις που διανθίζουν τον εσώτερο κόσμο του ποιητή, η χρωματική του συναισθήματος δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί μετακλητή. Η εμπειρία της θέασης ενός διασαλευμένου θαλάσσιου χώρου μεταστρέφεται σε εγχείρημα ενδοσκόπησης κοινού παρονομαστή, ώστε αυτό να αποτελέσει εικόνα μιας λεκτικής εμμονής, ακατάπαυστης και πολέμιας ως προς τον ίδιο τον εαυτό του.

Στους στίχους το τοπίο κοινοποιεί έννοιες ψυχολογικής εμφάνειας: μεταξύ άλλων αγωνία, λύπη και μαρασμό. Ανατρέχοντας στην σημασία του υπό καταγραφή γεγονότος, εύκολα σημειώνει κανείς ένα ψυχικό αυθαίρετο. Η συμπτυσσόμενη και εκπτυσσόμενη εμμονή που τον διακατέχει – το μαράζι του έρωτα -, δεν μοιάζει να υποχωρεί.

Η αντιστοιχία μάλιστα της οδύνης του με το αναλλοίωτο της χρωστικής ενδυμάτων εκπλήττει. Ο Goethe, στη σημείωση του Νο 912 αναφορικά με τις χρωστικές ουσίες, επισημαίνει τον άφθαρτο χαρακτήρα τους. Αν μάλιστα σύμφωνα με τον ίδιο, «τα χρώματα προσφέρονται για την εκπλήρωση αισθητικών και ηθικών στόχων», τότε οι στίχοι αναμφίβολα αποτελούν πραγμάτωση της θέσης του φιλόσοφου.

Το πράσινο, κατά τον ποιητή, δεν υπόκειται μεταβολές αλλά ούτε επιδέχεται προσμείξεις. Λέει:

Το πράσινον πόν έγινεν τζίτρινον που ελάλες

ούτεν σαν το πορτοκκαλλίν που πάντα επαρακάλες

έμεινεν έτσι πράσινον, έν άλλαξεν το χρώμα

ούλα που κάτι νά’ κρύψεν τζιαί κρύφκει το ακόμα.

Η καθολική μετάταξη του πράσινου στο κίτρινο που θα είχε μάλιστα ως αποτέλεσμα την αναγωγή του σε κύριο χρώμα δεν μοιάζει εφικτή. Η ιδέα διατηρείται σε επίπεδο υπόνοιας. Αλλά και ο συσχετισμός του εν λόγω χρώματος με ομότυπό του, δηλαδή με χρώμα της κατηγορίας των συμπληρωματικών όπως είναι το πορτοκαλί, παραμένει σε πλαίσιο ανεκπλήρωτης επιθυμίας.

Ο ποιητής επισημαίνει την ιδιότητα του πράσινου να μην επιδέχεται μεταβολή σε επίπεδο πρόσμειξης καθιστώντας έτσι σαφές ότι ο αμετάβλητός του χαρακτήρας εγγυάται στο χρώμα αδιάλειπτη κρυπτικότητα. Το πράσινο συμβάλει στην εδραίωση μιας συνθήκης αποσιώπησης. Και το ανείπωτο, στους στίχους, είναι συνώνυμο του αφανέρωτου.

O Κώστας Μόντης σε τετράστιχο της ενότητας «Εξ ιμερτής Κύπρου» του 1969, εκδηλώνει την εμμονή του για το πράσινο χρώμα. Λέει: «Πράσινο, πράσινο, πράσινο που επανέρχεσαι / πράσινο, πράσινο, πράσινο που ανευθύνως επανέρχεσαι / πράσινο, πράσινο,  που με πονάς / πράσινο, πράσινο». Στο σημείο αυτό το πράσινο αποτελεί εμμενές αντικείμενο, ανίκανο να ορίσει σταθερή θέση στη συνείδηση του ποιητή.

Ταλαντεύεται ακατάπαυστα ανάμεσα στον παρελθόντα χρόνο και τον εν ενεργεία παροντικό. Δέσμιος του εν λόγω χρώματος, ο Μόντης φαίνεται ανίκανος να εξευμενίσει την οδύνη και τον φόβο που του προκαλεί. Το ποίημα αποτελεί δεξαμενή μονοχρωμίας, εντύπωση την οποία ο αναγνώστης οφείλει στην ακλόνητη επανάληψη μιας λέξης.

Η προτίμηση του Μόντη για το πράσινο χρώμα είναι αντιληπτή και στο ποίημα «Μια λεύκα στην Κακοπετριά». Σχολιάζοντας μια λεύκα σε ρεματιά γράφει: «(…) και γυρνά στον άνεμο και του κλείνει το μάτι για μας / και κυματίζει τρία πράσινα κρόσσια στη θάλασσα / και κυματίζει τρία πράσινα κρόσσια στις βουνοκορφές / και ερωτεύεται (…)».         

Τη σταθερότητα και τον αδιασάλευτο χαρακτήρα του πράσινου επισημαίνει ο Πασιαρδής και στους ακόλουθους στίχους:

Το πράσινον πας τα βουνά που κάμνουσιν οι πεύτζιοι

όποτε τζι’αν το δούμεντε μοιάζει στρωμένο πέφτζιι

τζι’ οι χάρες ούλλες του βουνού άμα να του κοντέψεις

τραβούν σσε γοιόν τες μάισσες έσσω τους να κονέψεις.

Εδώ το πράσινο ανάγεται σε επίπεδη ευφραντική επιφάνεια. Η αναγωγή του σε χαλί είναι ενδεικτική της πρόθεσης του ποιητή να επισημάνει τον ισόπεδο χαρακτήρα του πράσινου και την προσαρμογή στο δεδομένο μιας γεωμετρικής ευρύτητας.

Το πράσινο επιδέχεται με άλλα λόγια σχηματοποίηση. Ο στρωματικός του χαρακτήρας συμβάλλει αφενός στην ευφραντική του εκφορά και αφετέρου στο καλεσματικό του ιδίωμα.

Το τετράδιο της χλόης του Philippe Jaccotet πραγματεύεται τον εφησυχασμό που μερικά χρώματα είναι ικανά να προσδώσουν στην ψυχική υποδομή του ατόμου. «Απ’ όλα τα χρώματα, το πράσινο ίσως να είναι το πιο μυστηριώδες και το πιο γαλήνιο συνάμα.

Μήπως στα βάθη του να κρύβει τη μέρα και τη νύκτα;». Ο Πασιαρδής μοιάζει να συμμερίζεται τη θέση του Ελβετού ομότεχνού του. Στο πιο πάνω τετράστιχο, στέρεα, πυκνά και ήσυχα χρώματα εγγυώνται ένα μαρμάρωμα, μιαν ακαμψία.

Στο σημείο αυτό θα επιχειρούσα ένα συσχετισμό της σχηματικής διατύπωσης του Πασιαρδή, δηλαδή του πράσινου ταπέτου με τις επιφάνειες του Μαρκ Ρόθκο. Ο ζωγράφος, σε σημείωση του 1953, μιλά για χρώματα,  «διάφανα ή θαμπά, αλλά πάντα με συνείδηση του επίπεδου […] και γύρω απ’ αυτά μια αύρα τελετουργικής σημασίας», «αίσθημα», όπως έλεγε στους στίχους, ο Πασιαρδής σαρώνει μεμιάς κάθε ίχνος αναγλυφικότητας ώστε να οδηγήσει την επιφάνειά του σε μηδενικό επίπεδο συμβολισμού.

Είναι σε αυτό το σημείο όπου ο ποιητής και ο ρωσικής καταγωγής Αμερικανός ζωγράφος συναντώνται. Η ανεικονικότητα της επιφάνειας, το γεωμετρικό πλαίσιο, η έφεση στη μονοχρωμία εκδιώκουν κάθε ίχνος παραστατικότητας προς όφελος της αφαίρεσης. Ο ποιητής καταλήγει εντούτοις σε μια σχέση οικείωσης με το πράσινο χρώμα με αποτέλεσμα αυτό να γίνεται βατό, φιλόξενο και θελκτικό.

  • Στη φωτογραφία, το έργο του Χριστόφορου Σάββα Τοπίο με πράσινο ( περ. 1961), σε σύνθεση, καθόλα αφαιρετική, εμπίπτει στην κατηγορία των περιοχών που ο Πασιαρδής επικαλείται στους στίχους του. Συλλογή George και Lana der Parthogh.

Πηγές:

  • Οι σχολιασμοί είναι στην πλειοψηφία τους παρμένοι από το βιβλίο μου Σκέψεις για τα χρώματα με αφορμή την ποίηση του Μιχάλη Πασιαρδή, εκδ. Ερμαγεδδών, Λευκωσία, 2021.
  • Κώστας Μόντης, Ποίηση, τόμος 2, Λευκωσία, Πάργα, 2014 και Κώστας Μόντης, Εκλογή ποιημάτων, Λευκωσία, Αιγαίον, 2014.
  • Philippe Jaccotet, Το τετράδιο της χλόης, μτφρ. Ιωάννα Κωνσταντουλάκη-Χάντζου, Αθήνα, Άγρα, 2015.
  • Μαρκ Ρόθκο, Κείμενα για την τέχνη (1934-1969), μτφρ. Βασίλης Τομανάς, Θεσσαλονίκη, Νησίδες, 2010.
  • Goethe, Θεωρία των χρωμάτων, μτφρ. Παύλος Κλιματσάκης, Αθήνα, Printa, 2008.

Ελεύθερα, 03.05.2026