Με δύο 17χρονα κορίτσια νεκρά, η σαρκοβόρα πλειοψηφία των ΜΜΕ, τα αμετροεπή ψηφιακά απεικάσματα των social media, γονείς και εκπαιδευτικοί που πιάστηκαν εξαπίνης, δήθεν άναυδοι πολιτικοί πλειοδοτούν στις διάφορες εκδοχές του πιο απονενοημένου ερωτήματος: «τι έσπρωξε τις δύο κοπέλες στο κενό;».
Ελάχιστες οι φωνές που αντέστρεψαν θαρραλέα το ερώτημα: τι προσφέρουμε στη νέα γενιά ως προοπτική εκτός από ψευδεπίγραφη επιτυχία;
Παρέδωσα την εφηβεία μου στα πόδια της επιτυχίας στις πανελλαδικές. Δεν μου ασκήθηκε πίεση. Η πειθώ της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, το κυνήγι της ευημερίας, το νέο πακέτο πλαστικών αξιών που εγκαθίστατο σαν λογισμικό στα μυαλά της Gen X και των Millennials αρκούσαν για να σε πείσουν ότι αξίζει η δυσλειτουργική επένδυση.
Τα ψυχοσωματικά, τους εξεταστικούς εφιάλτες που βλέπω ακόμα και σήμερα, την αναβολή της ανεμελιάς που εξερράγη αργότερα σαν φρενιασμένη χύτρα, τα θεωρούσαμε δευτερεύουσες, επιδερμικές συνέπειες. Αλλά εγώ έφτασα τα 40 και κάπως βρήκα έναν βηματισμό. Στα 17χρονα του 2026 που τα έχουν δει όλα, πώς μπορούμε ακόμα να πουλάμε φούμαρα;
Μιλάμε, αλλά σπάνια συνειδητοποιούμε. Μια στάση εδώ: σκέψου τον εαυτό σου 17 χρονών. Ζεις σε μια μεσογειακή χώρα στα χειρότερά της, σε μια γειτονιά στα τρισχείριστά της. Από βορρά και δύση εικοσαετής λιτότητα και οικονομικός σαδισμός. Από νότο και ανατολή γενοκτονία, μετακινήσεις εκατομμυρίων, καταστροφή χωρίς αύριο.
Και η Τεχνητή Νοημοσύνη να μηρυκάζει τα πάντα και να τα ξερνά σαν πρόοδο στα timeline της αβάσταχτης «μοναξιάς μέσα στο πλήθος». Η ζωή στην εποχή της μετα-αλήθειας αναμονή σε μια εγκαταλελειμμένη στάση λεωφορείου. Και ξαναλέω, είσαι 17.
Όταν εγώ ήμουν 17, η κορυφή της ευαγούς μας Πολιτείας ήταν και τότε στο απυρόβλητο, η διαφθορά αποτελούσε και τότε την κανονικότητα. Όμως, δεν είχαμε την αίσθηση ότι ζούμε σε σουρωτήρι όπου πρέπει να κρατηθούμε μέσα για να μη χαθούμε στο σκοτάδι. Και μετά ήρθε η χρεωκοπία. Μνημόνια, ζωή με το δελτίο, επέλαση των οικονομικών δολοφόνων επί δικαίων και αδίκων. «Μαζί τα φάγαμε».
Η επιστολή του κοριτσιού, αν και σωστά πάρθηκε η απόφαση να «κατέβει», είναι ένα κείμενο που πρέπει να αποτελέσει από την ανάποδη τη βάση των πολιτικών και οικονομικών αποφάσεων για τα επόμενα 50 χρόνια.
H αποτρόπαια πυκνότητα και ακρίβεια της κατάθεσης μάς δείχνει ότι οι κοινωνίες μας δεν είναι καν χαμηλών προσδοκιών, αλλά κλωβοί μηδενικών προσδοκιών, θερμοκήπια αυτοκαταστροφής.
Η αυτοκτονία είναι σταθερά στις πρώτες θέσεις των αιτίων θανάτου μεταξύ παιδιών και νέων: 4η αιτία παγκοσμίως, 2η στην Ε.Ε. μετά τα τροχαία, 6η στην Ελλάδα μεταξύ των ηλικιών 10 και 19 ετών. Το 86% των νέων στην Κύπρο αναφέρει υψηλά επίπεδα άγχους και αβεβαιότητας για το μέλλον, ενώ το 75% βιώνει συνεχή πίεση και στρες [1]. Το βιολί μας εμείς.
«Μιλήστε μας» πρότεινε στα παιδιά από τηλεοράσεως η Υπουργός Παιδείας της Ελλάδας χαμογελώντας. Προς θεού, μη μιλήσετε στην εξουσία για την «αριστεία». Μην της μιλήσετε για τον θερισμό της παιδικότητας στον βωμό της καταξίωσης.
Μην της μιλήσετε για τα πτυχία-χαρτοπετσέτες. Μη μιλήσετε για το πώς τα πράγματα μπορούν και πρέπει να αλλάξουν. «Μιλήστε μας» απλώς όπως θα μιλούσατε για τα ζώδια, για τη μέρα σας, για το φαγητό που φάγατε και δεν σας άρεσε.
Διάβασα ότι, μετά την διπλή τραγωδία, η Ένωση Συλλόγων Γονέων Ηλιούπολης ζήτησε μοριοδότηση των παιδιών της περιοχής που δίνουν Πανελλήνιες 2026 για να «στηριχθούν ψυχολογικά». Δεν μου κάνει εντύπωση. Έτσι είναι η τοξικομανία. Από δόση σε δόση μέχρι να βρούμε τοίχο.
Δεν πιστεύω αλλά νιώθω ότι χρειάζομαι κάτι σαν προσευχή, δυο μικρά ξόρκια να λειάνουν την κοφτερή πέτρα που κάθισε μέσα μου. Σ’ όποιον μ’ ακούει, στον γιο μου, στους γονείς, στους δασκάλους, σε μένα τον ίδιο. Κάτι σαν αυτό:
«Τα λόγια μου είναι μια γλυκιά προσευχή
Κουρνιάζουν έξω από το κλεισμένο σου παράθυρο
Και αν τ’ άφηνες θ’ ανοίγαν μια ρωγμή
Απ’ το μικρό κελί σου ως το άπειρο.»
Δεν πάει άλλο. Δεν πάει.
[1] UNICEF Europe and Central Asia. (2021). Έκθεση για την ψυχική υγεία των νέων στην Κύπρο και την Ελλάδα. UNICEF Europe and Central Asia Regional Office.
Eλεύθερα, 24.05.2026