Μια γνωριμία με τον κινηματογραφικό σύμπαν του Ρουμάνου σκηνοθέτη Κρίστιαν Μουντζίου, μετά από τον πολυσυζητημένο δεύτερο Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών.

Η ταινία που δίχασε τους κριτικούς

Περιέργως, όταν ο Μουντζίου παραλάμβανε τον δεύτερο Χρυσό του Φοίνικα, η ατμόσφαιρα στις Κάννες έδειχνε κάπως μουδιασμένη. Βλέπετε, το βραβευμένο «Fjord» είχε καταφέρει να διχάσει τους πλείστους φιλμοκριτικούς.

Από την άλλη, ήταν η ταινία που συζητήθηκε περισσότερο από όλες στο φετινό Φεστιβάλ. Αυτό δεν αποτελεί είδηση, για όσους είναι εξοικειωμένοι με το κινηματογραφικό σύμπαν του Ρουμάνου σκηνοθέτη. Οι δημιουργίες του τείνουν να ξύνουν πληγές, να αναμοχλεύουν έριδες, να θέτουν άβολα και ανησυχητικά ερωτήματα.

«Fjord»

Το ίδιο έπραξε και η φετινή του καλλιτεχνική πραγματεία, μια αιχμηρή πολιτική παραβολή που λαμβάνει χώρα σε κάποια απομονωμένη κοινότητα του ευρωπαϊκού βορρά.

Αυτή τη φορά, ο σκηνοθέτης ρίχνει τα βέλη της κριτικής του προς το μέρος ενός δυτικότροπου μηχανισμού ελέγχου. Η ταινία του, με αφορμή την Οδύσσεια μιας θρησκόληπτης οικογένειας στη σύγχρονη Νορβηγία, θέλει να κριτικάρει τον τυφλό κρατικό παρεμβατισμό, εν ονόματι των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της προόδου.

Ο σκηνοθέτης χρησιμοποίησε τις λέξεις «αριστερός φονταμενταλισμός» για να περιγράψει αυτή την ακραία κατάσταση, προκαλώντας οργή αλλά και ύμνους, στις δύο όψεις μιας ήδη πολωμένης κοινωνίας.

Επώδυνες μνήμες: «4 μήνες, 3 βδομάδες και 2 μέρες»

Καθώς αναμένω την προσωπική μου αντίδραση απέναντι στον περίκλειστο κόσμο του «Φιόρδ», η μνήμη μου κατευθύνεται σε ένα ψυχρό και μίζερο δωμάτιο στην Ρουμανία του Τσαουσέσκου. Εκεί, όπου είχα παρακολουθήσει μια από τις πιο ανατριχιαστικές σκηνές στην ιστορία του σινεμά.

Θυμάμαι ακόμα την απειλητική όψη του «κυρίου Μπέμπε» να φοράει τα γάντια και να ετοιμάζει τα σύνεργα,  πλησιάζοντας την ξαπλωμένη, κυοφορούσα φοιτήτρια… Κι έπειτα, το νεκρωμένο έμβρυο να αποχαιρετά τον μάταιο τούτο κόσμο, μέσα σε μια φτηνή μπανιέρα, μετά από «4 μήνες, 3 βδομάδες και 2 μέρες» ζωής.

Με τον συγκεκριμένο τίτλο και με αυτές τις άβολες εικόνες -που στοιχειώνουν το μυαλό- μάς είχε συστηθεί ο 38χρονος -τότε- σκηνοθέτης. Η ιστορία της παράνομης άμβλωσης ήταν η δική του ελεγεία, αφιερωμένη στο καταθλιπτικό παρελθόν της πατρίδας του. Εκεί μέσα, χώρεσαν η γραφειοκρατία, ο πόνος, η εκμετάλλευση, η υποκρισία, η ηθική παρακμή, η απελπισία…  

Κι όμως, μέσα στο πνιχτό σκοτάδι, μάς είχε ρίξει μια ακτίδα φωτός για να πιαστούμε. Ήταν η λεπτή μορφή της Οττίλια, της αφοσιωμένης φίλης, που απέμεινε στο τέλος να κοιτάζει. Ίσως για να θυμίζει, πως μέσα σε εκείνο το πνιγηρό δωμάτιο, παίχτηκε η ανθρώπινη αξιοπρέπεια στα ζάρια.

Στατικότητα, φυσικότητα, ρεαλισμός

Αναμφισβήτητα, ο αριστουργηματικός πρώτος Χρυσός Φοίνικας του Μουντζίου αποτελεί σημείο αφετηρίας του Νέου Ρουμανικού Κινηματογράφου (μαζί με την «Οδύσσεια του κυρίου Λαζαρέσκου» του Κρίστι Πούιου). Οι επόμενες ταινίες του σκηνοθέτη φέρουν τα ίδια, ευδιάκριτα ίχνη μιας εντελώς προσωπικής κινηματογραφικής γραφής. Συνήθως, η κάμερά του δεν αναζητεί τον εύκολο συναισθηματισμό, ή τη συγκίνηση.

Παραμένει στατική, καταγράφοντας απλώς την πορεία της ζωής, αδιαφορώντας αν είναι στεγνή, ενοχλητική ή ανούσια. Σπανίως κινείται, μονάχα για να συνοδεύσει τους χαρακτήρες στους αδιέξοδους δρόμους τους.

Οι ηθοποιοί ενσαρκώνουν τον εκάστοτε ήρωα, χωρίς υπερβολή στις κινήσεις, την έκφραση ή την ομιλία. Τίποτε δεν δείχνει φτιαχτό ή κατασκευασμένο. Το φως είναι φυσικό, όπως και οι ήχοι. Το σύνηθες μουσικό σχόλιο απουσιάζει.

Αν ο ηθοποιός υποκύψει στον πειρασμό, επιστρατεύοντας κάποια μανιέρα ή θεατρικότητα στο παίξιμό του, η κάμερα σταματά να γράφει. Η σκηνή επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, μέχρι να στεγνώσουν τα συναισθήματα και οι όποιες τεχνικές ευκολίες. Μονάχα έτσι βγαίνει το «ζουμί» της αληθινής ζωής. Τα μεγάλα σε διάρκεια πλάνα παραμένουν ανοιχτά σε ανάγνωση, οδηγώντας σε αντιφατικά συμπεράσματα.

Ο κίνδυνος παραμονεύει στη γωνία

Οι ταινίες του Μουντζίου είναι εξόχως πολιτικές, αλλά όχι με την κλασική έννοια της λέξης. Το κινηματογραφικό του μανιφέστο δεν χωρά σε ιδεολογικά πλαίσια και χρωματισμούς. Εξάλλου, αισθάνεται απέχθεια απέναντι στις όποιες βεβαιότητες, έχοντας βιώσει τις τρομερές συνέπειες του απολυταρχισμού. Στα δικά του φιλμ, ο κίνδυνος παραμονεύει στη γωνία, τα πράγματα δεν είναι ποτέ εκείνα που φαίνονται.

«Graduation»

Στο «Occident» ο καταναλωτικός παράδεισος της Δύσης εξελίσσεται σε ιλαροτραγωδία. Στο σπονδυλωτό «Tales from the Golden Age» ο υπαρκτός κομμουνισμός καταντά σουρεαλιστικός και παράλογος. Στο «R.M.N.»  η ήσυχη απομακρυσμένη κοινότητα της Τρανσυλβανίας στοιχειώνεται από τα φαντάσματα του ρατσισμού. Στο πολυσυζητημένο «Beyond the Hills» το δίπολο έρωτας-θάνατος αποτυπώνεται τραγικά σε ένα μοναστήρι. Στο «Graduation» το ρουσφέτι και η διαφθορά μπαίνουν απρόσμενα στη ζωή του καθωσπρέπει χειρούργου.

Το τιμημένο στις Κάννες «Fjord» επιχειρεί να ανιχνεύσει εκ νέου τον κίνδυνο, αυτή τη φορά σε ένα παραθαλάσσιο νορβηγικό χωριό. Εκεί, οι κοινωνικές υπηρεσίες του κράτους φορούν το προσωπείο του τιμωρού, προκειμένου να προστατέψουν τα παιδιά από τους θρησκόληπτους -και πιθανότατα βίαιους- γονείς τους.

Αλλά, τι συμβαίνει στ’ αλήθεια, πίσω από κλειστές πόρτες; Είπαμε, ο Μουντζίου αρέσκεται να μη βάζει τελεία στα συμπεράσματά του. Υπάρχει πάντα το περιθώριο για μια διαφορετική ανάγνωση. Ίσως αυτό να κρύβεται τελικά, πίσω από την απρόσμενη βράβευση: ο θρίαμβος της άνω τελείας και των αποσιωπητικών σε ένα κόσμο γεμάτο μίση, πάθη και θαυμαστικά.

Ελεύθερα, 31.05.2026