Χθες, ημέρα Σάββατο, η Λίτσα άνοιξε στην ώρα της. Ήταν ως συνήθως μουτρωμένη.

Υπήρχε ωστόσο μια διαφορά. Έσερνε μαζί της μια χειραποσκευή κίτρινου χρώματος. Στην είσοδο την ανέμενε ήδη ο πρώτος θαμώνας του φρενοκομείου, ο κύριος Λάκης, πρώην υδραυλικός που πάσχει από χρόνια αϋπνία.

Μπήκαν μαζί στο σωματείο, «τι τη θέλεις τη βαλίτσα, κυρία Λίτσα» ρώτησε εκείνος, περισσότερο για να πει κάτι. «Άκου, κύριε Λάκη, κατ’ αρχάς εγώ είμαι αριστερή και κατά δεύτερο… έφερα ρούχα που θέλω να προσφέρω σε άπορους συνανθρώπους μας… είναι σε αρίστη κατάσταση». Όλα ψέματα.

Θα πήγαινε με τον Σωτήρη Θράσου στην Πάφο για δύο βράδια. Κερασμένα όλα απ’ τον ελαμίτη, που εκτός από φασίστας είναι και καλλιεργητής φραουλών. Ο πατέρας του είναι ο καλλιεργητής δηλαδή διότι αυτός μόνο επιβλέπει και γενικώς ζει απ’ τα έτοιμα.

Η ξενοδοχειακή μονάδα όπου έγινε η κράτηση ανήκει σε κάποιον «συναγωνιστή» του. Αυτή η ατυχής λέξη, ειρήσθω εν παρόδω, χρησιμοποιείται αφειδώς στη νήσο μεταξύ ατόμων που ανήκουν στον ίδιο κομματικό χώρο και προσδοκούν κάποτε να καθίσουν στην ίδια τράπεζα με τα καλούδια της εξουσίας.

Εν πάση περιπτώσει, για να συνοψίσω: η Λίτσα, παρότι αριστερή, θα πήγαινε ΣΚ με έναν φασίστα και θα έμενε, με όλα τα έξοδα πληρωμένα, στο παραθαλάσσιο κατάλυμα ενός άλλου φασίστα. Το λες και κατάντια, αλλά ας όψεται η ανάγκη.

Η καντινιέρισσα χρειάστηκε να ενημερώσει τον Λαυρεντιάδη για την εκδρομή καθότι τη Δευτέρα θα επιστρέψει στη θέση της μετά το μεσημέρι. Ο πρόεδρος μαθαίνοντας ότι θα έφευγε με το νέο της αμόρε συνεκινήθη βαθύτατα.

«Εύγε, δεσποινίς Λίτσα, ο έρως θέλει και λίγη τόλμη», «πουτανιά θέλει, πρόεδρε, και πώς να την αποκτήσω στα γεράματα». Ο Λαυρεντιάδης θυμήθηκε τα πρώτα ερωτικά του σκιρτήματα στην Αθήνα. Εκείνος ήταν τελειόφοιτος στη Θεολογική και η Αφροδίτη, εξ Ερμουπόλεως της Σύρου, ήταν πρωτοετής στη Φιλοσοφική.

«Δεν χόρταινα να τη βλέπω, τη σκεφτόμουν ακατάπαυστα. Αυτή η μικροκαμωμένη κοπέλα με το φωτεινό βλέμμα επέπρωτο να γίνει ο άνθρωπος της  ζωής μου».

Ο πρόεδρος έκανε μια παύση, τον είδε που είχε βουρκώσει, «δεν κάναμε παιδιά, δεν είχαμε αυτή την ευλογία, ζήσαμε όμως ευτυχισμένοι μαζί». Η Λίτσα έμεινε να χάσκει. Μετά έκανε κάτι το πρωτοφανές. Αγκάλιασε τον Λαυρεντιάδη!

Δεν είχε μπροστά της έναν καραδεξιό, ένα κειμήλιο. Είχε έναν φοβισμένο άνθρωπο. Φοβισμένο απ’ το γήρας και το αναπόδραστο τέλος. Τα ίδια θέματα που άρχισαν να ρίχνουν τη σκιά τους και στη δική της ζωή. Δεν είναι τυχαίο ότι κάνει υπερβάσεις νιώθοντας τον χρόνο να λιγοστεύει αλύπητα.

Για να ελαφρύνει το κλίμα γύρισε στον κύριο Λάκη που διάβαζε απτόητος τον ημερήσιο τύπο. Του ζήτησε να της πει την πρόβλεψη για τον Καρκίνο, το ζώδιό της. Μετά από κάνα μισάωρο ο Λάκης βρήκε επιτέλους το σχετικό απόσπασμα.

«Η αισθηματική σας ζωή απογειώνεται, φίλοι Καρκίνοι. Τα σεντόνια σας παίρνουν φωτιά. Μην αφήσετε τις αχρείαστες αναστολές να σας στερήσουν αυτό που θέλει να σας προσφέρει η ζωή». «Δεν έχω τέτοια πρόθεση, κύριε Λάκη μου, διότι πέρασα τα χρόνια μου μες στην ανέχεια και τους εθνικόφρονες.

Έχεις υπόψη σου την Κόλαση του Δάντη; Αυτό». «Δεν ακούω μοντέρνα» απάντησε υποθέτοντας ότι του μιλούσε για κάποιο τραγούδι του συρμού. Η καντινιέρισσα πάντως ενθουσιάστηκε τόσο πολύ με την πρόβλεψη που του κέρασε μια σπιτική λεμονάδα. «Ευχαριστώ και καλό βόλι» ευχήθηκε εκείνος. «Αυτός ο ρουφιάνος κάτι ξέρει» μουρμούρισε η Λίτσα κόβοντας τη συζήτηση.   

Η ώρα κυλούσε αργά. Στις τέσσερις παρά δέκα ήρθε ο Ινδός Καμίρ, ο βοηθός του διπλανού κουρείου. Αυτός θα έμενε στο πόδι της. Το ότι η καντίνα ενός εθνικόφρονος σωματείου θα περνούσε, προσωρινώς έστω, στα χέρια ενός μετανάστη το λες και ειρωνεία του σύμπαντος.

Πολύ καλό παιδί ο Καμίρ, ουδέποτε λέει όχι στη Λίτσα διότι, όπως της αποκάλυψε παλαιότερα, ήταν η σύζυγός του στην προ-προηγούμενη ζωή (όχι την αμέσως προηγούμενη, το διευκρίνισε).

Σε πεντέξι λεπτά έλαβε γραπτό μήνυμα απ’ τον Σωτήρη, την ανέμενε στη γωνία με το τζιπ. Πήρε την κίτρινη χειραποσκευή και είπε αντίο.

Στους θαμώνες, στην επίπλωση, στον αέρα. Πριν την έξοδο τη σταμάτησε ο Λαυρεντιάδης που επανήλθε κρατώντας θυμιατήρι. «Ένα λεπτό, δεσποινίς Λίτσα» είπε με τη συγκίνηση κάποιου που παντρεύει παιδί.

Έκανε λοιπόν τον σταυρό του και τη θυμιάτισε τρεις φορές «ο Θεός μαζί σου». Εκείνη, χωρίς να το καλοσκεφτεί, έσκυψε και του φίλησε το χέρι. Έπειτα έφυγε με φόρα προς τη χαρά.  

Ελεύθερα, 07.06.2026